Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Εστιατόριο Cosca στο Κουκάκι

Ακόμη ένα ιταλικό εστιατόριο δοκίμασα αυτή τη βδομάδα -συνεχώς πάω σε καινούργια, αλλά ξεφυτρώνουν όλη την ώρα σαν porcini τα άτιμα κι είναι αδύνατον να τα καλύψω όλα με ένα στομάχι. Το Cosca δεν είναι ακριβώς καινούργιο, βέβαια, αλλά και παλιό δεν το λες -άνοιξε το Δεκέμβρη του 2007.
Ευθύς εξαρχής σας ξεκαθαρίζω ότι δεν πρόκειται και για καμία αποκάλυψη, αλλά εντάξει, μη σταματήσετε και να διαβάζετε, γιατί ναι μεν το Cosca δεν είναι το καλύτερο ιταλικό εστιατόριο της πόλης, ωστόσο έχει αρκετά θετικά στοιχεία.
Καταρχάς, διασκεδαστικό όνομα: Cosca είναι η καρδιά της αγκινάρας, αυτού του τόσο δημοφιλούς ιταλικού ζαρζαβατικού, αλλά μεταφορικά σημαίνει και τον πυρήνα των μαφιόζικων συμμοριών (αντιλαμβάνεστε φαντάζομαι τη συσχέτιση). Μάλιστα, το ρεστοράν εστιάζει στη σισιλιάνικη κουζίνα και αφού στη Σικελία τόσο η αγκινάρα όσο και η μαφία είναι έννοιες -αγαπητές να το πω;- το όνομα είναι ιδιαίτερα πετυχημένο γιατί σας προϊδεάζει για το τι θα επακολουθήσει. Τουτέστιν, πολλά σισιλιάνικα πιάτα αφενός και αφετέρου -μην ανησυχείτε, δε συχνάζουν μαφιόζοι στο ρεστοράν- τη σχετική ατμόσφαιρα το Cosca σας τη φτιάχνει μόνο με τη μουσική υπόκρουση: Νονός, νονός και πάλι νονός, σε όσες διαφορετικές version αντέχετε να τον ακούσετε. Με λίγα λόγια, 8 στα 10 κομμάτια που θα παίζουν θα είναι από τα soundtracks της πασίγνωστης τριλογίας του Κόπολα. Τα υπόλοιπα 2 είναι από άλλες ταινίες του Αλ Πατσίνο, όπως ας πούμε το γνωστό ταγκό από το Άρωμα γυναίκας.
Κατά τα άλλα, ο χώρος είναι πολύ χαριτωμένος -ευχάριστος και σύγχρονος- αν και νομίζω πως ο κόκκινος καναπές κατά μήκος του τοίχου έχει παραφορεθεί.
Αλλά ας περάσουμε στο μενού.
Στην αρχή θα σας σερβίρουν δύο ντιπ -ένα με λιαστή ντομάτα κι ένα με αγκινάρα, καθώς και ζεστά ψωμάκια. Από τα κρασιά διαλέξαμε το κόκκινο house wine (Αγιωργίτικο-Cabernet) που στοιχίζει 12 ευρώ το λίτρο (και 11 το λευκό αντίστοιχα). Εμείς ξεκινήσαμε με μια insalata multicolore με ανάμικτα φρέσκα λαχανικά, φλοίδες παρμεζάνας και σος λιαστής ντομάτας (8.5 ευρώ), που ήταν μια χαρά για αρχή. Από τα ορεκτικά διαλέξαμε την caponata di melanzana (8,50 ευρώ), ένα παραδοσιακό σισιλιάνικο πιάτο με μελιτζάνα, πράσινες ελιές και μπόλικη ντομάτα. Ήταν ωραιότατη και πολύ ζουμερή -ό,τι πρέπει για πρώτο πιάτο- και με χαροποίησε ιδιαίτερα που τη βρήκα στο μενού γιατί είναι ένα πιάτο που δεν το συναντάς πολύ συχνά.
Από τα κυρίως, όμως, δεν έμεινα τόσο ευχαριστημένη. Οι tagliattele di Montalbano (13.5 ευρώ), φρέσκιες ταλιατέλες, δηλαδή, με σουπιές, κουκουνάρι και άρωμα πέστο ήταν μεν νόστιμες (ενδιαφέρουσα η πιο αραιωμένη εκδοχή του πέστο), αλλά δεν ήταν κι ένα πιάτο που να με κάνει να θέλω οπωσδήποτε να το ξαναφάω. Το ίδιο ισχύει και για τις Penne alla norma di Sicilia (10,5 ευρώ) -πένες με μελιτζάνα, μοτσαρέλα και φρέσκια ντομάτα δηλαδή, που τις βρήκα απλώς συμπαθητικές. Θετικό είναι ότι ο κατάλογος διαθέτει πολλά φρέσκα ζυμαρικά εκτός από τα secca (ραβιόλια, τορτελίνι, ταλιατέλες και καραμέλες), ενώ στο μεγάλο μαυροπίνακα που καταλαμβάνει έναν ολόκληρο τοίχο μπορείτε να διαβάσετε και τα πιάτα ημέρας, που είναι πάνω από δέκα.
Από τα επιδόρπια διαλέξαμε το τιραμισού. (Επιτρέψτε μου μια σύντομη παρένθεση: πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ορισμένοι -συμπεριλαμβανομένου και του κυρίου που επιμελήθηκε το μενού του Cosca- επιμένουν να αποκαλούν το γλύκισμα αυτό "η τιραμισού" στα Ελληνικά -είναι κάτι σαν την Μαντάμ Σουσού; τη σουρλουλού; τη Μισιρλού; δεν ξέρω- ειδικά τη στιγμή που στα Ιταλικά είναι γένους αρσενικού.) Πάντως, ΤΟ τιραμισού ήταν πολύ νόστιμο και με χαροποίησε το γεγονός ότι το συναρμολογούν επιτόπου -γιατί πραγματικά απεχθάνομαι τα φορμαρισμένα τιραμισού-τουβλοκατασκευές lego- αλλά θα το ήθελα λιγότερο υδαρές. Διασκεδαστικό, από την άλλη, βρήκα το γεγονός ότι στο Cosca σερβίρουν και cannoli (ακόμα κάτι που δε βρίσκεις συχνά σε ιταλικά εστιατόρια), ένα παραδοσιακό γλύκισμα με τυρί ρικότα και ψιλοκομμένα φρούτα τυλιγμένο μέσα σε ζύμη. Εϊναι μήπως κι αυτή μία ακόμη αναφορά στη μαφία; Σίγουρα θα θυμάστε την περίφημη ατάκα από το Νονό: Leave the gun. Take the cannoli. Η σκηνή αυτή με πείθει ότι τα cannoli πρέπει να είναι σπουδαία λιχουδιά (δείτε την και θα καταλάβετε το λόγο), ωστόσο λύγισα κάτω από τις πιέσεις της παρέας και παραγγείλαμε το τιραμισού (always with the safe choice). Θα κλείσω με το trivia της ημέρας -γιατί ξέρετε πόσο μου αρέσουν κάτι τέτοια: cannoli (cannolo στον ενικό) σημαίνει "μικροί σωλήνες" ή "μικρά καλάμια" -όχι ψαρέματος, μουαχαχά- λόγω του τρόπου που τυλίγεται η ζύμη σε ρολό.
Στο τέλος, μας πρόσφεραν και λικέρ, που τα φτιάχνουν στο κατάστημα. Τόσο το limoncello όσο και το λικέρ φράουλας ήταν νοστιμότατα.

Ετυμηγορία: ούτε η ατμόσφαιρα ούτε το φαγητό με έκαναν να θέλω διακαώς να το ξαναεπισκεφτώ, αλλά ούτε και υπάρχει κάτι να του προσάψω ή κάτι που να πω ότι με απώθησε. Αν μένετε κοντά, δώστε του μια ευκαιρία. Αν ζείτε στην άλλη άκρη της πολης, καλύτερα προτιμήστε κάποιο άλλο -τόσα ιταλικά υπάρχουν.
Κουζίνα: ιταλική με έμφαση στη Σικελία
Σέρβις
: Ευγενικό και φιλόξενο

Τιμές: 25-30 ευρώ
Διεύθυνση: Πραμάντων 10, Κουκάκι
Τηλ: 210 92 10 229

Και για να σας φρεσκάρω λίγο τη μνήμη:




Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Εστιατόριο La Cantina στο Κολωνάκι

Όταν άκουσα ότι άνοιξε καινούργια τρατορία στο Κολωνάκι, ήμουν φυσικά επιφυλακτική. Το νόημα της έννοιας trattoria έχει παραποιηθεί ιδιαίτερα στη χώρα μας. Ενώ υποτίθεται πως πρόκειται για μικρά, ανεπιτήδευτα και κυρίως φθηνά ιταλικά εστιατόρια (το αντίστοιχο ας πούμε της ελληνικής ταβέρνας) έχει φτάσει απλώς να σημαίνει οποιοδήποτε εστιατόριο σερβίρει ζυμαρικά κι έχει κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα -αλλά πολύ λίγη σχέση, δυστυχώς, με την Ιταλία. Και φυσικά, το Κολωνάκι, κάθε άλλο παρά ανεπιτήδευτο είναι, οπότε πραγματικά φοβόμουν για το τι θα αντιμετωπίσω. Άλλωστε το Κολωνάκι διαθέτει ήδη αρκετά ιταλικά εστιατόρια, όπου φυσικά θες τα δάνεια της Αγγλίας για να φας ένα πιάτο με ζυμαρικά. Από πού να αρχίσω; Στο Codice Blue και το Al Milanese χρειάζεσαι περίπου 40 ευρώ κατ' άτομο, στο Sale & Pepe που είναι και wine restaurant ακόμα χειρότερα (60 και άνω), ενώ το Ciro's Pomodoro ποτέ μου δεν κατάλαβα τι ακριβώς είναι (φέτος έκλεισε κιόλας, αλλά μας απειλεί ότι θα ξανανοίξει σε νέο χώρο), πάντως μάλλον μπουζούκια το λες και όχι εστιατόριο. Το La Pasteria το αφήνω ασχολίαστο. Υπάρχει, τέλος και το Il Postino, που εντάξει, συμπαθητικό είναι, δε λέω, αλλά 7 χρόνια έχει το ίδιο ακριβώς μενού -ε, και πόσες πια φορές μπορείς να ξαναφάς τις ίδιες ακριβώς πένες με προσούτο; Συν τοις άλλοις, έχει και μια εμμονή με την κρέμα γάλατος, η οποία πραγματικά με έχει κουράσει.
Aaaaanyhoo, νομίζω ότι ξέφυγα λίγο από την κριτική στο La Cantina κι επεκτάθηκα σε αναλυτικό οδηγό ιταλικών εστιατορίων του Κολωνακίου.
Έλεγα, λοιπόν, ότι το La Cantina είναι όντως μια τρατορία. Καταρχάς, έχει όψη τρατορίας: αρμαθιές από σκόρδα, πεπεροντσίνι και μανιτάρια κρέμονται από το ταβάνι, ρετρό φωτογραφίες διασήμων που καταβροχθίζουν με όρεξη ζυμαρικά κοσμούν τους τοίχους -αλλά και ο Δον Κορλεόνε δε θα μπορούσε φυσικά να λείπει από τον τοίχο οποιασδήποτε τρατορίας θέλει να λέει πως σέβεται τον εαυτό της. Εντάξει, καρό τραπεζομάντηλα δεν έχει -τα τραπεζάκια στρώνονται με λαδόκολλα- αλλά γενικά ο χώρος είναι ρουστίκ όσο δεν πάει.
Δεύτερον και κυριότερον, έχει γεύσεις τρατορίας.
Έχει ωραίες πίτσες με αυθεντική ιταλική ζύμη και όχι την ελληνοποιημένη βερσιόν που θυμίζει τηγανόψωμο, από τις οποίες δοκιμάσαμε την Pizza Biancanere, με μοτσαρέλα, μανιτάρια, ελαιόλαδο και ρίγανη (9 ευρώ). Έχει ποικιλία σαλατικών και ορεκτικών -εμείς διαλέξαμε το μιλφέιγ λαχανικών με mozzarella di bufala και βασιλικό (9 ευρώ). Ήταν ένα πολύ νόστιμο πιατάκι, ιδανικό για αρχή, με μπόλικα φυλλαράκια φρέσκου, αρωματικού βασιλικού και διάφορα λαχανικά, άλλα ψητά (κολοκύθι, μελιτζάνα, πιπεριά) κι άλλα ωμά (ντοματάκι). Θα ήθελα μονάχα μια ιδεά παραπάνω μοτσαρέλα.
[Εδώ επιτρέψτε μου να κάνω μια παρένθεση: έχει αρχίσει να μου τη δίνει στα νεύρα η μόδα της τελευταίας πενταετίας να αποκαλείται 'μιλφέιγ' οτιδήποτε περιλαμβάνει τρόφιμα που σερβίρονται τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο. Τι σχέση έχει αυτό με τα "χίλια φύλλα" του περίφημου γαλλικού επιδορπίου; Το να το αποκαλέσουνε απλώς 'πύργο' θα ήταν πολύ μπανάλ;]
Από τα ζυμαρικά διαλέξαμε ένα από τα πιάτα ημέρα, τα φρέσκα casarecce all' amatriciana, που ήταν πολύ νόστιμα, με πλούσια, πικάντικη σάλτσα ντομάτας και χοντροκομμένο σπεκ, όπως υπαγορεύει η κλασική αυτή συνταγή. Όμως, πρώτον άργησαν απελπιστικά να φτάσουν στο τραπέζι μας και δεύτερον ήταν παραβρασμένα. Τρατορία που σέβεται τον εαυτό της δε νοείται να σερβίρει ζυμαρικά που να μην είναι al dente (εκτός αν το ζητήσει κανείς). Θέλω να πιστεύω, όμως, πως ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Το μενού περιλαμβάνει αρκετά πιάτα με ζυμαρικά. Ρωτήσαμε και πληροφορηθήκαμε ότι τα spaghetti, τα linguini και τα tortelloni είναι pasta secca, ενώ τα casarecce και τα gnocchi είναι φρέσκα (αν και δε ζυμώνονται στο κατάστημα), οπότε προτιμήστε τα (Βέβαια θα έπρεπε αυτό να σημειώνεται στον κατάλογο, αλλά τέλος πάντων).
Τέλος, στο La Cantina θα βρείτε τα κλασικά ιταλικά επιδόρπια, τουτέστιν τιραμισού (6 ευρώ) και πανακότα που σερβίρεται με κρέμα πορτοκαλιού (5 ευρώ), αλλά και κάτι πιο σπάνιο: salami turco (4 ευρώ), ένα είδος κορμού σοκολάτας, το οποίο και παραγγείλαμε. Σημειώνω ότι μας το κέρασε το κατάστημα, καθώς μας είχε καθυστερήσει τόσο τα ζυμαρικά μας. Ήταν συμπαθητικό γλυκάκι, αλλά περισσότερο κατάλληλο για απογευματινό επιδόρπιο και όχι για κλείσιμο δείπνου.
To τρίτο χαρακτηριστικό που καθιστά το La Cantina τρατορία με τη βούλα σας το άφησα για το τέλος: είναι οι τιμές του. Εμείς, για όλα αυτά, πληρώσαμε 36 ευρώ -18 δηλαδη το άτομο, που νομίζω ότι δεν είναι καθόλου μα καθόλου κακά. Θα το ξαναεπισκεφτώ σίγουρα, αφενός για την ωραία, σπιτική, ανεπιτήδευτη ατμόσφαιρα και αφετέρου για το συμπαθητικό ιταλικό φαγητάκι σε λογικές τιμές.

Τιμές: 16-26 ευρώ.
Κουζίνα: trattoria
Crowd: Ε, εντάξει, Κολωνάκι είναι. Είπαμε χαλαρό κι ανεπιτήδευτο περιβάλλον, αλλά για τα δεδομένα της περιοχής πάντα. Θα δείτε δηλαδή και τις incognito celebrities (εμείς είδαμε τη Χούκλη), και την 50άρα θεία με το ταγιέρ και την κροκί καούκα φουσκωμένη από το κομμωτήριο, και τον τάχα μου casual 40άρη με λευκό τισέρτ και μοιραίο μαλλί αλά Τζώρτζογλου και την παρέα 35άρηδων yuppies που νομίζουν ότι είναι χαλαροί επειδή κατέβασαν 2 εκατοστά τον κόμπο της γραβάτας για να δειπνήσουν. Αν κάτι τέτοιοι τύποι σας τη δίνουν, καλύτερα αφήστε το.
Σέρβις: Ευγενέστατο, με γνώση της ιταλικής κουζίνας. Στα συν και οι κίτρινες ολόσωμες ποδιές που σου φτιάχνουν τη διάθεση.
Διεύθυνση: Απλωπεκής 28-30, Κολωνάκι (εντός του εμπορικού κέντρου Λαιμός)
Τηλ: 210 72 99 133


Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Εστιατόριο Chez Lucien στα Άνω Πετράλωνα

Η αλήθεια είναι ότι το Chez Lucien το είχα βάλει από καιρό στο μάτι. Για καιρό άκουγα πως αυτό το μικρό γαλλικό ρεστοράν που έχει αποκτήσει πια cult status, είτε το λατρεύεις είτε το μισείς -κάτι που, naturellement (για να σας φτιάξω και κλίμα), μου είχε εξάψει την περιέργεια.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξέρετε για το Chez Lucien είναι ότι ΔΕΝ γίνονται κρατήσεις. Γι' αυτό, φροντίστε να είστε εκεί λίγο πριν τις 8:30, αν θέλετε να βρείτε τραπέζι. Υπάρχει και μια δεύτερη βάρδια, που υποτίθεται ότι ξεκινάει κατά τις 10:30 (πες 11:00 για να 'σαι μέσα), υπό την προϋπόθεση ότι οι πελάτες της πρώτης θα φιλοτιμηθούν να αποχωρήσουν κάποια στιγμή.
Το δεύτερο πράγμα που πρέπει να ξέρετε για το Chez Lucien είναι ότι δεν πρόκειται να δειπνήσετε μόνοι σας. Το κατάστημα είναι πολύ μικρό και έχει δύο μεγάλα τραπέζια (ένα των 8 και ένα των 12 ατόμων) μέσα και 4 ενωμένα τραπέζια έξω. Ακόμα και αν πιάσετε κάποιο από τα εξωτερικά τραπέζια, να είστε σίγουροι πως, αν αφήσετε μια θέση κενή, σύντομα θα τη γεμίσει κάποιος άγνωστος. Με λίγα λόγια, το μαγαζί δεν προσφέτεται για ρομαντικά tête-à-tête με τον/την σύντροφό σας και σίγουρα ούτε για πρώτο ραντεβού. Κατά τα άλλα, αν δεν σας ενοχλεί αυτή η επιβεβλημένη σύσφιξη σχέσεων με παντελώς αγνώστους, όλα θα πάνε καλά. Άλλωστε, στη Γαλλία το συνηθίζουν αυτό στα bistrot.
Το Chez Lucien είναι, λοιπόν, ένας μικρός χώρος, βαμμένος σε ζεστό κίτρινο, με μόνη διακοσμητική τσαχπινιά το πλήρως στρωμένο τραπέζι και τις καρέκλες που είναι προσαρμοσμένο ανάποδα στο ταβάνι. Αυτό, αν σκεφτεί κανείς τη στενότητα χώρου που χαρακτηρίζει το κατάστημα, μπορείτε να το δείτε και ως μια νότα αυτοσαρκασμού και να το διασκεδάσετε. Την ατμόσφαιρα συμπληρώνουν οι μάγειρες με τα χαρακτηριστικά ψηλά λευκά καπέλα, που μπαινοβγαίνουν στο κατάστημα. Οι ιδιοκτήτες είναι Γάλλοι και όταν σας πάρουν την παραγγελία θα νιώσετε σαν να είστε στη Γαλλία, καθώς εσείς θα επιμένετε να προφέρετε τα πιάτα με ελληνική προφορά (Α-ντρε-κότ, Κρεμ Μπρου-λέ και λοιπά) και αυτοί δε θα καταλαβαίνουν τι εννοείτε. Είναι, όμως, πολύ φιλικοί και απροσποίητοι, οπότε σύντομα θα συνεννοηθείτε.
Και ας περάσουμε στο παρασύνθημα. Το σίγουρο είναι ότι θα φάτε καλά. Το μενού προσφέρει σαλάτες και πρώτα πιάτα (8 ευρώ), κυρίως (14-18 ευρώ) και επιδόρπια (5-6 ευρώ),τιμές που αρχικά ίσως σας φανούν τσιμπημένες, αλλά με 22 ευρώ μπορείτε να πάρετε μενού τριών πιάτων της επιλογής σας (πρώτο, κυρίως και επιδόρπιο), πράγμα που σας συστήνω και που φυσικά κάνουν και οι περισσότεροι.
Τα πρώτα πιάτα ήταν αρκετά δελεαστικά. Για αρκετή ώρα δεν μπορούσα να αποφασίσω αν θέλω να δοκιμάσω την τάρτα πράσο ή την ψαρόσουπα, αλλά τελικά επέλεξα κλασική γαλλική κρεμμυδόσουπα για αρχή (γκρατινέ και με κρουτόν), που ήρθε σε πήλινο μπολ καλυμμένη με το λιωμένο τυρί και ήταν πεντανόστιμη και πηχτή-πηχτή.
Για κυρίως, επέλεξα το πιάτο ημέρας, που ήταν φραγκόκοτα με σος εστραγκόν και πατάτες ογκρατέν -υποτίθεται, γιατί εμένα μου ήρθε με ρύζι, αλλά δεν το σχολίασα γιατί μάλλον το προτιμώ. Ήταν πάρα πολύ καλή, το κρέας ζουμερό, με την πέτσα του και η σάλτσα παχύρευστη και αρωματική. Κατά τα άλλα, το μενού διαθέτει και entrecôte με σος bearnaise και πατάτες dauphinois, σε δύο εκδοχές -η μία είναι από μοσχάρι Αngus, αλλά και κοκοράκι σχάρας και φιλέτο πάπιας (το τελευταίο είναι για δύο άτομα).
Από τα κρασιά διαλέξαμε ένα Bergerac με 11.60 ευρώ, μια χαρά τιμή δηλαδή. Υπάρχουν 6-7 επιλογές στα λευκά και άλλες τόσες στα κόκκινα, καθώς και 3-4 ροζέ, από Γαλλία αλλά και από το Νέο Κόσμο. Συμπαθητική λίστα, αλλά λίγο μέτρια για τα δεδομένα των Γάλλων.
Τέλος, για επιδόρπιο, υπήρχαν αρκετές επιλογές (σουφλέ σοκολάτας, cheesecake κλπ). Εγώ λαχτάρησα μια tarte tatin που αναγραφόταν στο μενού, αλλά ατύχησα γιατί δεν υπήρχε. Έτσι, διάλεξα την crème brûlée, η οποία, αν και γευστική, με απογοήτευσε λίγο γιατί είχαν κάψει υπερβολικά την επιφάνειά της και η κρέμα ήταν λίγο πιο σφιχτή απ' ό,τι θα ήθελα.
In toto, το Chez Lucien με ικανοποίησε αρκετά, χωρίς να χρειαστεί να ξοδέψω το ενοίκιο του μήνα για ένα δείπνο, όπως δυστυχώς συμβαίνει συνήθως με τα γαλλικά ρεστοράν. Σημειωτέον δε, ότι το Chez Lucien ήταν για χρόνια το μόνο οικονομικό εστιατόριο με γαλλική κουζίνα στην πόλη. Βέβαια, φέτος άνοιξε και το Polly Maggoo στο Μεταξουργείο, όπου με τα ίδια λεφτά (23-28 ευρώ) γεύεσαι επίσης γαλλικές σπεσιαλιτέ και χωρίς να χρειαστεί να στριμωχτείς.
Από την άλλη πάλι, το Chez Lucien έχει και έναν δεύτερο χώρο, με ψαρικά και θαλασσινά (λέγεται Chez Lucien La Maree), ακριβώς δίπλα. Για κάποιο περίεργο λόγο, όμως, ήταν παντελώς άδειο, τη στιγμή που στο άλλο περίμενε ο κόσμος όρθιος υπομονετικά ώσπου να αδειάσει κάποια καρέκλα). Εγώ πάλι, δεν είμαι καθόλου αρνητική και λέω να το δοκιμάσω κάποια στιγμή. Αν μη τι άλλο, έχω πεθυμήσει και ένα πιάτο moules marinière, βρε αδερφέ.

Κουζίνα: γαλλική
Τιμές: 22 ευρώ το μενού, συν ό,τι πιείτε.
Διεύθυνση: Τρώων 32, Άνω Πετράλωνα
Τηλ: 210 34 64 236


Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Kopi luwak, ο ακριβότερος καφές του κόσμου

Θα έχετε ίσως ακούσει για τον καφέ kopi luwak, ή αλλιώς καφέ μοσχογαλής, τον ακριβότερο καφέ του πλανήτη. Ο καφές αυτός παράγεται κυρίως στην Ινδονησία και η βασική του διαφορά με τον απλό καφέ είναι η... φυσική επεξεργασία του (ας το θέσουμε έτσι). Οι κόκκοι του καφέ καταναλώνονται από ένα μικρό, νυκτόβιο αιλουροειδές που λέγεται μοσχογαλή ή κιβέπη, όμως, δε χωνεύονται από το πεπτικό της σύστημα και το ζώο τους αποβάλλει. Στη συνέχεια, οι έξυπνοι επιχειρηματίες συλλέγουν τα περιττώματά της, αλλά το θέμα είναι πως τα στομαχικά υγρά του ζώου αυτού προκαλούν μια ενζυματική διαδικασία που προσδίδει στον καφέ ένα μοναδικό, σοκολατώδες άρωμα και μια ιδιαίτερα απαλή υφή, χωρίς οποιαδήποτε πικρή επίγευση.
Ο καφές αυτός δεν είναι κάτι καινούργιο. Οι Ολλανδοί, που κυβερνούσαν την Ινδονησία για τρεις περίπου αιώνες, αλλά και οι Ιάπωνες στρατιώτες που κατέλαβαν τη χώρα κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έπιναν, υποτίθεται, μανιωδώς kopi luwak. Κατά τη δεκαετια του '50, όμως, το ρόφημα αυτό ξεχάστηκε, ώσπου ανακαλύφθηκε ξανά πρόσφατα.
Ο kopi luwak κοστίζει εκατοντάδες ευρώ το κιλό και, όπως καταλαβαίνετε, καθώς η ζήτηση έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια από τότε που τον ανακάλυψαν οι διάφοροι γευσιγνώστες, οι επιχειρήσεις παραγωγής του kopi luwak έχουν εξελιχθεί σε χρυσωρυχεία. Στην Ινδονησία, πολλοί άνθρωποι ξαμολιούνται στα δάση και αιχμαλωτίζουν τα μικρά αυτά ζωάκια, στήνοντας μικρές φάρμες παραγωγής κόκκων καφέ στις αυλές τους. Φυσικά, λόγω του μεγάλου περιθώριου για κέρδος, έχει εμφανιστεί στην αγορά και ψεύτικος καφές μοσχογαλής ή καφές κατώτερης ποιότητας - προερχόμενος από τις φάρμες που προανέφερα, αφού μια μοσχογαλή σε αιχμαλωσία δε θα παράγει, απ΄ό,τι φαίνεται, εξίσου νόστιμο καφέ με μια άγρια. Και το καλύτερο; Συχνά, ορισμένοι πονηροί πουλάνε κοπριά από άσχετα ζώα με κόκκους καφέ κολλημένους επάνω, σε τιμές αυθεντικού kopi luwak. Οι διάφοροι χωρικοί στην Ινδονησία, που συλλέγουν τα περιττώματα και στη συνέχεια τα πουλάνε σε τοπικούς αγοραστές (παρεμπιπτόντως οι χωρικοί πληρώνονται μόνο $9 για κάθε κιλό καφέ), συχνά, όταν βρίσκουν μια μοσχογαλή, αντί να μαζεύουν τα περιττώματά της, προτιμούν να την πιάσουν και να την κάνουν ψητή, διότι το κρέας της αποτελεί, λέει, σπουδαία λιχουδιά (λογικό το βρίσκω, αν ήταν να βγάζω μόνο 9 δολάρια κι εγώ θα προτιμούσα να την κάνω με τα κρεμμυδάκια). Με κάτι τέτοια, όμως, ο πληθυσμός των συγκεκριμένων αιλουροειδών έχει μειωθεί αισθητά και τα ζώα δεν επαρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση των πολύτιμων περιττωμάτων στην αγορά.
Ανυπομονώ να δω πώς θα εξελιχθεί το όλο θέμα μέσα στην επόμενη πενταετί
α. Το να δοκιμάσω τον συγκεκριμένο καφέ είναι για μένα μεγάλη πρόκληση (my Everest), αλλά από την άλλη, δεν είμαι και διατεθειμμένη να βάλω βαθιά το χέρι στην τσέπη για να πιω κάτι που έχει περάσει πρώτα από το πεπτικό σύστημα αυτουνού εδώ:


Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Petit pain au chocolat του Joe Dassin


Ένα τραγουδάκι του Joe Dassin που εξυμνεί το pain au choco
lat, αυτό το νόστιμο γαλλικό σνακ (αν πάτε στο Παρίσι, μην αφήσετε να σας ξεφύγει).
Τίτλος: Le petit pain au chocolat.

(Και το περί ου ο λόγος pain που θυμίζει αρκετά κρουασάν, σε υφή και γεύση, στη photo δεξιά.)



Παρεμπιπτόντως, για όποιον δεν ξέρει Γαλλικά, το κομμάτι έχει και πολύ διασκεδαστικό στίχο.
Πρόκειται για έναν κακομοίρη τυπά που πήγαινε κάθε μέρα σε ένα φούρνο για να πάρει το petit pain au chocolat του, και η φουρνάρισσα -που ήταν και νόστιμη- τον ποθούσε και του έριχνε χαμόγελα, αλλά αυτός ήταν μύωψ και δεν έπαιρνε χαμπάρι γιατί δεν έβλεπε την τύφλα του, ο Χριστιανός, λολ.

Εστιατόριο Μάνη Μάνη στο Κουκάκι

Το Μάνη Μάνη είναι ένα εστιατόριο που επισκέπτομαι αρκετά συχνά από τότε που το πρωτοανακάλυψα. Είναι μια καλή επιλογή για νόστιμή ελληνική κουζίνα -με έμφαση στη Μάνη, όπως ίσως θα καταλάβατε από το λογοπαίγνιο του ονόματός του- και σε πρακτικό σημείο, κοντά στο μετρό, στη στάση Ακρόπολη. Επίσης, είναι μια ωραία ιδέα για όλες τις ώρες της μέρας -μεσημέρι και βράδυ, καθημερινές και Σαββατοκύριακα. Η κουζίνα του είναι ανάλαφρη και δημιουργική, απλή και νόστιμη, χωρίς εξάρσεις εντυπωσιασμού, αλλά ούτε και η τυπική κουζίνα που συναντά κανείς στις περισσότερες μοντέρνες ταβέρνες.
Το κτήριο είναι ένα ανακαινισμένο νεοκλασικό και το εστιατόριο βρίσκεται στον δεύτερο όροφο. 'Ηδη ανεβαίνοντας την όμορφη παλιά ξύλινη σκάλα καταλαβαίνεις ότι ο χώρος είναι κομψός και λιτός. Απλά διακοσμημένο, το Μάνη Μάνη έχει ξύλινα πατώματα κι είναι βαμμένο λευκό και πράσινο, με μερικές κόκκινες πινελιές. Τους τοίχους κοσμούν παλιά γεωργικά εργαλεία, αλλά και μια ωραία τοιχογραφία με καράφες και ποτήρια του κρασιού. Τα τραπεζοκαθίσματα είναι τα γνωστά έπιπλα καφενείου, λακαρισμένα και βαμμένα λευκά, και το τραπέζι μας στόλιζει μια φρέσκια κίτρινη τουλίπα.
Και ας περάσουμε στο ψητό. Το Μάνη Μάνη διαθέτει πολλούς ωραίους μεζέδες. Κατά καιρούς έχω δοκιμάσει διάφορα και σας προτείνω τις τραβηχτές πιτούλες με μπουκιές κεφαλογραβιέρας (5.5 ευρώ), αλλά και το σύγλινο με πορτοκάλι. Λιγότερο δυνατό, αλλά συμπαθητικό είναι το χωριάτικο λουκάνικο με πορτοκάλι στη σχάρα (6.5 ευρώ), αλλά από την άλλη, μη διανοηθείτε να φύγετε χωρίς να παραγγείλετε το τρίπτυχο κρύων ορεκτικών (καπνιστή μελιτζάνα, φάβα και τυροκαυτερή -5.5 ευρώ)! Είναι σταθερή αξία και θα σας προσφέρουν κι ένα ωραίο καλαθάκι με ποικιλία από ζεστά ψωμάκια για να την απολαύσετε. Την τελευταία φορά δοκίμασα κι ένα καινούργιο πιάτο, το τρίπτυχο οσπρίων (7.50 ευρώ). Αποτελείται από φασόλια μαυρομάτικα με τσιγαρολάχανο, φακές με μαντζουράνα, σύγλινο και ξύδι από κόκκινο κρασί και ρεβύθια με ρόδι και κύμινο. Ήταν και τα τρία ανάλαφρα και αρωματικά. Αυτή τη φορά, παραγγείλαμε ακόμα το καλαμάρι με σάλτσα βασιλικού σε βάση από τραγανές πατάτες (9 ευρώ). Το καλαμάρι ήταν πολύ νόστιμο -ψιλοκομμένο και αρωματισμένο με μπόλικο βασιλικό, έτσι που να θυμίζει λιγάκι ελληνική εκδοχή του pesto. Οι πατάτες, όμως, αν και σωστά τηγανισμένες, μόνο τραγανές δεν ήταν: καθώς είχαν τοποθετηθεί κάτω από το καλαμάρι, μούσκευαν από τη σάλτσα και μούλιαζαν τόσο που γίνονταν σχεδόν πουρές. Ίσως το πιάτο θα πρέπει να σερβίρεται με τις πατάτες τοποθετημένες από πάνω. Ευχάριστη πινελιά ήταν η μίνι σαλάτα από πρασινάδες για συνοδεία, με φετούλες γραβιέρας να ξεκουράζονται στην κορυφή.
Οι σαλάτες είναι όλες καλοφτιαγμένες και σε μεγάλες ποσότητες. Η σαλάτα Μάνη Μάνη (8.50 ευρώ) είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες -περιέχει μαρούλι, ρόκα, vinaigrette λιαστής ντομάτας και μανούρι, ενώ την τελευταία φορά δοκίμασα τη γλυκιά πράσινη σαλάτα με κατίκι, μανιάτικα ξερά σύκα και vinaigrette από πετιμέζι, σε βάση από φρέσκα φύλλα μαρουλιού. Ήταν δροσιστική και τα ψιλοκομμένα σύκα τη γλύκαιναν χωρίς να σου δίνουν την αίσθηση ότι τρως γλυκό του κουταλιού, όπως συμβαίνει δυστυχώς συχνά με τέτοιους πειραματισμούς.
Από τα κυρίως πιάτα, σταθερή αξία για μένα -νομίζω θεωρείται γενικά και η σπεσιαλιτέ του καταστήματος- είναι ο μπαρδουνιώτικος κόκορας με χωριάτικες χυλοπίτες ή τραχανά και μυζήθρα (10.50 ευρώ). Και οι δύο εκδοχές είναι πεντανόστιμες και ο κόκορας έχει πραγματικά γεύση κόκορα και όχι κοτόπουλου όπως δυστυχώς έχω αισθανθεί σε διάφορα άλλα ρεστοράν. Στην περασμένη μου επίσκεψη δοκίμασα επίσης το ψαρονέφρι με μανούρι και σύκα σε σάλτσα από μέλι και αμύγδαλα (13.5 ευρώ), που ήταν συμπαθητικό, αλλά όχι κάτι το εξαιρετικό που να θέλω διακαώς να ξαναφάω.
Το φαγητό μας συνήθως το συνοδεύουμε με το κρασί του Μάνη Μάνη. Υπάρχει λευκό (Ροδίτης) και κόκκινο (Αγιωργήτικο) εμφιαλωμένο με 12 και 13 ευρώ αντίστοιχα. Αμφότερα είναι αξιοπρεπέστατα για house wines.
Τέλος, θα σας συστήσω ένα μόνο επιδόρπιο. Ο λόγος είναι πως μου αρέσει τόσο πολύ, ώστε παραγγέλνω μόνο αυτό κι έτσι δεν έχω ποτέ δοκιμάσει τα υπόλοιπα. Πρόκειται για το μιλφέιγ με βύσσινο και κρέμα αρωματισμένη με μαστίχα Χίου (5.5 ευρώ). Είναι στην ουσία δύο τραγανά φύλλα, με την κρέμα ανάμεσά τους να μοσκοβολάει μαστίχα και το σιροπάκι με τα βύσσινα να τα λούζει τσαχπίνικα. Δοκιμάστε το και σίγουρα δε θα το μετανιώσετε. Στο τέλος, θα σας κεράσουν και λικέρ μαστίχας σε ποτηράκι, που είναι ιδανικό κλείσιμο μετά από ένα τέτοιο γεύμα.

Τιμές: 23-32 ευρώ. Γενικώς, ενώ μέχρι πέρυσι τρώγαμε με 20 περίπου ευρώ και ήταν μια χαρά, φέτος παρατηρήσαμε άνοδο των τιμών. Βέβαια, θα μου πείτε, είναι γενικό το φαινόμενο (ίσως και αναπόφευκτο, για την επιβίωση κάποιων επιχειρήσεων). Θα ήθελα, ωστόσο, λίγο χαμηλότερες τιμές σε ένα εστιατόριο της κατηγορίας "μοντέρνα ταβέρνα", εφόσον σκέφτομαι ότι με ακριβώς το ίδιο ποσό -27 ευρώ που πληρώσαμε την τελευταία φορά δηλαδή- φάγαμε και στο Petit Sommelier, και νομίζω ότι αν μπει κανείς στη διαδικασία να τα συγκρίνει, το Μάνη Μάνη αναγκαστικά θα έρθει δεύτερο. Από την άλλη, αν σκεφτείς ότι και για το La Pasteria θες 25 ευρώ (άκουσον άκουσον), σαφώς θα το προτιμήσεις. Όλα είναι θέμα perspective, τελικά.
Crowd: Όλες οι ηλικίες. Πολλοί τουρίστες, ειδικά μεσημέρι και νωρίς το βράδυ (κυρίως θορυβώδεις παρέες Άγγλων και Αμερικάνων) -μετά τις 10 εξαφανίζονται, όμως.
Μουσική: ποτ πουρί -από πιανιστική χαλαρή jazz μέχρι Χατζιδάκη -όλα σε χαμηλή ένταση.
Διεύθυνση: Φαλήρου 10, Κουκάκι
Τηλ: 210 92 18 180

P.S. Στον κατάλογο σημειώνεται ότι 1 ευρώ από το πιάτο ημέρας εξασφαλίζει ένα ημερήσιο γέυμα θρεπτικής αξίας σε ένα παιδί της Αφρικής, μέσω του προγράμματος Action Aid.

P.S.2 Μια πολή έξυπνη ιδέα, που θα ήθελα να τη δω να εφαρμόζεται και σε άλλα εστιατόρια: Τα μεσημέρια, μπορείτε να παραγγείλετε τα πιάτα στη μισή ποσότητα και φυσικά, στη μισή τιμή!

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Εστιατόριο Le Petit Sommelier στο Παλαιό Φάληρο

Χθες βράδυ δοκίμασα το Petit Sommelier, που το είχα βάλει στο μάτι από καιρό. Πρόκειται για wine restaurant και φυσικά, το κρασί έχει σαφώς τον πρώτο λόγο. Όμως, και το φαγητό διόλου ευκαταφρόνητο δεν είναι, pas du tout.
O χώρος είναι ευχάριστος, απλά διακοσμημένος στους τόνους του γκρι, του μπεζ και το μπορντό -το χρώμα του κρασιού- και χωρίζεται σε δύο ορόφους. Στο υπόγειο βρίσκεται η κάβα, στην οποία θα σας προσφέρουν και ξενάγηση, εάν το επιθυμείτε. Το περιβάλλον είναι ήσυχο και η μουσική -προσεκτικές επιλογές από κλασική jazz μέχρι Leonard Cohen- χαμηλών τόνων. Την ατμόσφαιρα συμπληρώνει ο χαμηλός φωτισμός, αλλά και οι φιάλες κρασιού και σαμπάνιας που κοσμούν τα εντοιχισμένα ράφια κατά μήκος κάποιων τοίχων.
Το μενού έχει λίγα πιάτα -δύο σαλάτες, μερικά ορεκτικά και πέντε κυρίως- πράγμα που κατά τη γνώμη μου είναι σημάδι σοβαρότητας. Επίσης, για όσους θέλουν απλώς να συνοδεύσουν το κρασί τους με κάτι φαγώσιμο, υπάρχουν πλατό τυριών ή αλλαντικών. Εμείς, ξεκινήσαμε επιλέγοντας τη σαλάτα με παντζάρι, καρύδια, ραντίτσιο, σπανάκι, γιαούρτι, μπρεζάολα και vinaigrette σύκου (11 ευρώ). Ήταν καλαίσθητα σερβιρισμένη, με το παντζάρι ψιλοκομμένο σε κυβάκια, φορμαρισμένο σε κυλινδρικό σχήμα, την μπρεζάολα να αναπαύεται πάνω του χιαστί και την πρασινάδα τοποθετημένη δίπλα του, με τη vinaigrette περιχυμένη επάνω της. η vinaigrette ήταν γλυκιά, αλλά όχι λιγωτική -ενώ το καρύδι έσπαγε τη γλύκα- και το ελαιόλαδο (που μας πληροφόρησαν ότι ήταν εξαιρετικά παρθένο του κτήματος Μερκούρη) κυριαρχούσε σε όλο το πιάτο. Τη φάγαμε με όρεξη, υπό τη συνοδεία ψωμιού που ζυμώνεται στο ίδιο το κατάστημα.
Συνεχίσαμε με τη χοιρινή κοτολέτα με "Hawaian Berbere", gnocchi alla Romana, σπανάκι, μήλο, λαχανικά εποχής και σος από μηλίτη (16 ευρώ), ένα πιάτο επίσης τόσο όμορφο που ντρεπόσουν να το μαγαρίσεις με το πηρούνι. H γλυκιά σος μηλίτη ήταν υπέροχη -άλλωσε το μήλο είναι ιδανικός παρτενέρ για το χοιρινό και τα gnocchi alla Romana μια ενδιαφέρουσα επιλογή για συνοδεία που δεν τη συναντάμε συχνά (τουλάχιστον όχι όσο συχνά θα ήθελα εγώ!). Η απορία μου, που ξέχασα δυστυχώς να ζητήσω να μου τη λύσουν, είναι τι ακριβώς είναι το "Hawaiian Berbere". Το Berberé, από ό,τι ξέρω, είναι ένα μείγμα μπαχαρικών από την Αιθιοπία που περιλαμβάνει κορίανδρο, τζίντζερ, σκόρδο και διάφορα άλλα. Η Χαβάη δεν κατάλαβα που ακριβώς κολλάει, αλλά θα ζητήσω σίγουρα διευκρινίσεις την επόμενη φορά.
Το δεύτερο κυρίως πιάτο ήταν φιλέτο τσιπούρας, συνοδευόμενο από ντομάτα γεμιστή με Ratatouille σε ψητές γαλλικές πατάτες με coulis ντομάτας (15 ευρώ). Κι εδώ, όπως και στα υπόλοιπα πιάτα, το food styling ήταν εξαιρετικό, και βέβαια σε γεύση δεν υστερούσε διόλου. Ωραίο και ανάλαφρο το ratatouille, ενδιαφέρουσα αλλαγή η τσιπούρα - ούτε αυτή τη βλέπεις συχνά σε τέτοια ρεστοράν όπου συνήθως η παντοκρατορία του λαβρακίου είναι καθεστώς (όχι ότι το περιφρονώ, αλλά θες και καμία αλλαγή πού και πού, βρε αδερφέ).
Επειδή τόση ώρα θα απορείτε τι απέγινε με το κρασί, η wine list του Petit Sommelier είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Διαθέτει άφθονα κρασιά από όλο τον κόσμο, και το ευχάριστο είναι ότι προσφέρει περίπου 30 ετικέτες σε ποτήρι, αλλά και αρκετές επιλογές σε μικρές φιάλες των 375 ml. Αυτό ήταν ιδανικό για εμάς, διότι ήμασταν μόνο δύο άτομα, κι έτσι πήραμε μια μικρή φιάλη Château Nardou Bordeaux Côtes de Francs του 2003 (15 ευρώ). Ο sommelier ήταν ευγενικός, εξυπηρετικός και, το κυριότερο, απροσποίητος -σπάνιο προσόν το τελευταίο σε τέτοιας κατηγορίας εστιατόριο.
Και αφού περιποιηθήκαμε τα παραπάνω, ήρθε και η ώρα του επιδόρπιου. Κρεμόμασταν γεμάτοι αγωνία από τα χείλη του σερβιτόρου, και αρχικά απογοητευτήκαμε όταν ακούσαμε πως οι τρεις επιλογές μας ήταν lemon pie, μους σοκολάτας και panacotta. Σε ένα τέτοιο χώρο περιμέναμε κάτι πιο πρωτότυπο, παρόλο που από την περιγραφή των επιδορπίων φαινόταν ότι υπήρχαν κάποιοι πειραματισμοί πάνω στις κλασικές αυτές συνταγές. Διστακτικά διαλέξαμε το lemon pie, το οποίο, όμως, μας αποζημίωσε και με το παραπάνω. Ήταν απολαυστικό: η μαρέγκα γλυκιά και η κρέμα λεμονιού ξυνούτσικη, να ισορροπούν, η μία πάνω στην άλλη, σε ανοιχτή μορφή, πάνω σε ένα λεπτό στρογγυλό μπισκότο. Ιδανικό κλείσιμο σε ένα ωραιότατο γεύμα υπό τη συνοδεία εξαιρετικού κρασιού. Και όλα αυτά, σε πάρα πολύ λογικές τιμές: 26 ευρώ το άτομο.

Κουζίνα: wine restaurant, διεθνής κουζίνα
Τιμές: 25-35 (κυρίως ανάλογα με το τι κρασί θα επιλέξετε)
Μουσική: Billie Holiday, Leonard Cohen και Cucurrucucu Paloma. Θα ήθελα λίιιγο πιο δυνατά την ένταση. Ήταν τόσο χαμηλά, που αν είχε ελάχιστα περισσότερο κόσμο, θα ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις τι ακούς.
Σέρβις: 'Οπως είπαμε, ευγενικό, διακριτικό και απροσποίητο. Είχαμε, όμως, δυστυχώς, τεράστια αργοπορία (35 λεπτά για να μας πάρουν παραγγελία και τα κυρίως σερβιρίστηκαν μιάμιση ώρα μετά την άφιξή μας), παρόλο που το κατάστημα δεν ήταν καν γεμάτο. 'Ισως το εστιατόριο να είναι κάπως understaffed.
Διεύθυνση: Ζαΐμη 6 & Δήμητρος, Παλαιό Φάληρο
Τηλ: 210 9842344

P.S. Το Petit Sommelier διοργανώνει και θεματικές βραδιές κρασιού. Η επόμενη είναι στις 28 Απριλίου, ημέρα Τετάρτη και η περιγραφή έχει ως εξής:
Οι κυριότεροι συνοδοί του Cabernet Sauvignon διασταυρώνουν τα ξίφη τους - Syrah vs Merlot - και ο χαλίφης διπλασιάζει τη φρουρά του σιγά-σιγά. Τα κρασιάσυνδυάζονται με πιάτα που ετοιμάζει ειδικά για τα κρασιά της κάθε βραδιάς ο chef Ηλίας Καριώτογλου.

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Εστιατόριο Χρύσα στον Κεραμεικό

Θα ξεκινήσω διευκρινίζοντας ότι η Χρύσα είναι ίσως το καλύτερο εστιατόριο που δοκίμασα φέτος και το μόνο που, όσον αφορά το γαστρονομικό κομμάτι, με άφησε ικανοποιημένη σε τέτοιο βαθμό που δεν έχω ούτε το παραμικρό παράπονο.
Ο χώρος είναι πολύ κομψός και ιντελεκτουέλ: μια παλιά μονοκατοικία χωρισμένη σε δωμάτια, με διακριτική, σοφιστικέ διακόσμηση σε αποχρώσεις του γκρι και του μπεζ, τεράστια βάζα με λευκά lilium oriental και ατμοσφαιρικό χαμηλό φωτισμό -όχι, όμως, τόσο που να μη βλέπεις τι τρως! Η μουσική ήταν ότι ακριβώς θα ήθελα να ακούσω σε ένα εστιατόριο αυτής της κατηγορίας: λίγη Edith Piaf (Padam padam), λίγος Ray Charles (Hit the Road, Jack), λίγος Perry Como (Papa Loves Mambo), Elvis, Henry Mancini, Barry White και κάμποσο 50s do-woop, όλα στη σωστή ένταση, τέτοια που να σε αφήνει να συζητήσεις.
Η κουζίνα είναι σύγχρονη, φινετσάτη και με δημιουργική διάθεση. Ξεκινήσαμε με μια ανάμεικτη σαλάτα με πορτοκάλι, φασόλια μαυρομάτικα, άνηθο, φρέσκο κρεμμυδάκι και σος μπαλσάμικου (9 ευρώ). Ήταν δροσιστική -στη σος είχε προστεθεί και χυμός πορτοκαλιού έχω την εντύπωση- και τα μαυρομάτικα φασόλια ήταν ένα ευχάριστο touch που στο αυτί μου ακούστηκαν παράταιρα, αλλά στη γεύση ήταν απολύτως ταιριαστά.
Το κυρίως πιάτο που παρήγγειλα ήταν ένα ωραιότατο ψητό λαυράκι με σταμναγκάθι και σάλτσα από σελινόριζα αρωματισμένη με τρούφα (20 ευρώ). Το ψάρι ήταν πολύ ωραία ψημένο, με την πέτσα, και ο αραιός πουρές σελινόριζας αντιστάθμιζε ιδανικά την πικρίλα του χόρτου. Όμως, ο νικητής της βραδιάς ήταν το πιάτο που παρήγγειλαν οι υπόλοιποι της παρέας, από το οποίο έκλεψα κάμποσες πηρουνιές: φιλέτο χοιρινό γεμιστό με ρικότα και μανούρι και σάλτσα από μέλι και σύκα (20 ευρώ). Το πιάτο αυτό, εκτός από εντυπωσιακά κομψό food styling, είχε και υπέροχη γεύση. Το φιλέτο ήταν μοιρασμένο σε μικρά κομμάτακια, τυλιγμένα έτσι ώστε να περικλείουν το λιωμένο τυρί, και αναπαυόταν πάνω σε με μια σάλτσα από μέλι και σύκο, ενώ μια δεύτερη, πιο ουδέτερη σος απαλής κρέμας δίπλα του βρισκόταν σε ετοιμότητα για να ξεκουράζει κάθε τόσο τον ουρανίσκο από τη γλύκα.
Και ενώ έχουμε απολαύσει ένα τόσο ωραίο γεύμα και επιθυμούμε ένα επιδόρπιο, τίποτα δεν μας προετοίμασε για την απίστευτη απόλαυση που θα επακολουθούσε. Ζητήσαμε τον σιμιγδαλένιο χαλβά με μασκαρπόνε και καραμέλα, ο οποίος ήταν αληθινή αποκάλυψη. 'Ηταν πραγματικά εντυπωσιακό το πώς ο σεφ πήρε μια απλώς συμπαθητική παραδοσιακή συνταγή (αντικειμενικά δε νομίζω ότι είναι και το εθνικό μας γλύκισμα) και το ανέβασε σε αυτό το επίπεδο. Ο χαλβάς, στον οποίο απ' ό,τι πληροφορηθήκαμε ο σεφ προσθέτει γάλα, είχε μια πολύ ωραία, απαλή αλλά συμπαγή υφή και μπόλικη κανέλα, και δίπλα του ήταν τοποθετημένο ένα μικρό ποτηράκι με μασκαρπόνε και σος καραμέλας -και πραγματικά ήταν μπουκιά και συχώριο. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το κατάστημα μας κέρασε και ένα τσιζκέικ με μέλι (για το οποίο απ' ό,τι έχω ακούσει φημίζεται το μαγαζί) . Ήταν εξαιρετικό, αλλά όχι κάτι που να με κάνει να μείνω με το στόμα ανοιχτό (literally, χαχα) όπως ο χαλβάς, διότι ο πήχυς είχε ανέβει ήδη αρκετά ψηλότερα. Ελπίζω αυτόν τον χαλβά να μη σταματήσουν να τον σερβίρουν ποτέ, παρεμπιπτόντως.
Εν ολίγοις, τη Χρύσα τη συστήνω με ενθουσιασμό και σίγουρα θα ξαναπάω. Για το άψογο ambience, για το διακριτικό της σέρβις και πάνω απ' όλα, φυσικά, για την απόλαυση που πρόσφερε στον ουρανίσκο μου.

Ετυμηγορία: οπωσδήποτε θα ξαναπάω
Τιμές: 30-45 ευρώ
Κουζίνα: ελληνική, αλλά και κάποια διεθνή πιάτα

Μουσική: classy oldies
Σέρβις: Ευγενικό και διακριτικό.
Διεύθυνση: Αρτεμισίου 4 & Κεραμεικού, Γκάζι
Τηλ: 210 3412515

P.S. Η φωτογραφία είναι από το greekeat.gr

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Εστιατόριο Maltagliati στους Αμπελόκηπους

Tο Maltagliati στους Αμπελόκηπους είναι η πιο αυθεντική τρατορία της Αθήνας (ναι, έχω δοκιμάσει πολλές) και σε γεύσεις, αλλά και σε τιμές. Τελεία και παύλα.
Καταρχάς, έχει τα ωραιότερα φρέσκα ζυμαρικά της πόλης, τα οποία ζυμώνονται καθημερινά στο εστιατόριο. Διότι φρέσκα ζυμαρικά μπορεί να βρείτε σε πολλά εστιατόρια, συνήθως, όμως, δεν τα παρασκευάζουν στο χώρο τους. Διαλέξτε και πάρτε: φετουτσίνι, λινγκουίνι, στριφτά καζαρέτσε και τετράγωνα μαλταλιάτι, είναι όλα πεντανόστιμα.
Δεύτερον, το Maltagliati είναι ένα από τα λίγα ιταλικά εστιατόρια που σερβίρουν αυθεντική carbonara στην Αθήνα -και όχι από αυτή με την κρέμα γάλακτος που είναι για φλώρους- και είναι και η πιο νόστιμη που έχω δοκιμάσει γενικώς στην πόλη: σερβίρεται με φετουτσίνι, ζουμερή, με μπόλικο αυγό και παρμεζάνα και χοντροκομμένα κομμάτια τηγανισμένης πανσέτας, και κοστίζει μόλις 10 ευρώ.
Από τα ζυμαρικά του, νόστιμο είναι και το κλασικό pesto genovese, αλλά και τα καζαρέτσε με ντομάτα και χωριάτικο λουκάνικο. Ένα μικρό πρόβλημα είναι ίσως πως κάποια από τα ζυμαρικά δε είναι πολύ καλά "δεμένα" με τη σάλτσα τους. Γενικώς, τα πιάτα με ζυμαρικά κοστολογούνται από 10 ως 13 ευρώ και είναι όλα αξιοπρεπέστατα, αλλά κανένα δε φτάνει την καρμπονάρα, για την οποία απλώς πάω και ξαναπάω και ξαναπάω. Το τονίζω, όμως: εάν δε συμπαθείτε την καρμπονάρα με αβγό, καλύτερα ξεχάστε το.
Εκτός από τα ζυμαρικά, ο κατάλογος διαθέτει αρκετές σαλάτες και μερικά antipasti. Από τις σαλάτες, εγώ έχω κολλήσει με τη ρόκα με μπρεζάολα και παρμεζάνα, που στοιχίζει 11 ευρώ και πραγματικά, οι άνθρωποι δεν τσιγκουνεύονται τα υλικά. Ενδιαφέρουσα είναι και η σαλάτα με λεπτοκομμένη μαύρη τρούφα. Ωστόσο, όσον αφορά τις υπόλοιπες σαλάτες, νομίζω πως 10 και 11 ευρώ για σαλάτα με μαρούλι και άνηθο με λαδόξιδο είναι κάπως πολλά για μια συνοικιακή τρατορία. (Για οπουδήποτε, μάλλον, τώρα που το ξανασκέφτομαι). Από τα ορεκτικά, τελευταία δοκίμασα το μαρινάτο γαύρο με μοτσαρέλα και μελιτζάνα (10 ευρώ), ο οποίος ήταν ολόσωστα προετοιμασμένος. Το πιατάκι αυτό είναι ωραίο για οποιαδήποτε εποχή, αλλά νομίζω ότι για τους καλοκαιρινούς μήνες είναι ο ιδανικός μεζές.
Αν επισκεφτείτε το Maltagliati, σίγουρα μη φύγετε χωρίς να δοκιμάσετε το tiramisu τους, το οποίο επίσης αναδύει σπιτίσιο feeling. Συναρμολογείται επιτόπου, πράγμα πολύ καλό γιατί δεν -εχμ- παπαριάζει το μπισκότο, και η κρέμα του είναι απαλή και χύνεται σε όλο το πιάτο.
Συν τοις άλλοις, η ατμόσφαιρα είναι πάντα ευχάριστη σε αυτό το μικρό, cozy χώρο, που είναι μονίμως γεμάτος. Πραγματικά, ακόμα και οποιαδήποτε καθημερινή, χρειάζεστε κράτηση για να σιγουρευτείτε ότι θα βρείτε τραπέζι. Το καλοκαίρι, βγάζει και τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο και δεν είναι καθόλου κακά. Αν και ακούω πως το αδερφάκι του στο Παλαιό Φάληρο έχει και κήπο, οπότε ίσως το προτιμήσω τώρα που ανοίγει ο καιρός σιγά-σιγά.

Ετυμηγορία: Καλέ πάτε, κάθε μέρα!
Κουζίνα: trattoria
Τιμές: 18-28
Crowd: Χαλαρό και ποικίλης ύλης
Σέρβις: Ο ιδιοκτήτης είναι πολύ φιλικός, πάντα με διάθεση να αστειευτεί και είναι σαφέστατα γνώστης της ιταλικής κουζίνας. Κατά τα άλλα, το σέρβις είναι ερασιτεχνικό, αλλά από την άλλη, μιλάμε για συνοικιακή τρατορία.
Διεύθυνση: Βαρνακιώτη 6, Αμπελόκηποι
Τηλ: 210 69 16 676

P.S. Δίπλα ακριβώς στο εστιατόριο, ο ιδιοκτήτης του πρόσφατα άνοιξε και μαγαζάκι delicatessen. Σε περίπτωση που επιχειρήσετε να φτιάξετε carbonara μόνοι σας, έχει καταπληκτική πανσέτα.

Εστιατόριο Sardelles στο Γκάζι

Επισκέφθηκα, λοιπόν, κι εγώ επιτέλους τις Sardelles. Ναι, μου πήρε μερικά χρονάκια να το πάρω απόφαση. Δεν ξέρω γιατί, μου είχαν κάτσει στραβά. Κάτι το ότι δεν εμπνέομαι να φάω ψάρι αν δεν υπάρχει θάλασσα το πολύ στα 100 μέτρα, κάτι το ότι είχα ήδη δοκιμάσει το εστιατόριο-αδερφάκι τους, το Butcher Shop και με είχε αφήσει παγερά αδιάφορη, εν ολίγοις, χρόνια τώρα περνούσα συχνά-πυκνά απ' έξω (καθότι είναι και απέναντι ακριβώς από την Τεχνόπολη) και μέσα δεν έλεγα να μπω. Τέλος πάντων, πήγα, λοιπόν, και οφείλω να ομολογήσω ότι με εξέπληξαν ευχάριστα! Με λίγα λόγια, οι Sardelles είναι μια ευχάριστη μικρή νεο-ταβέρνα, αυτό το είδος που ανθεί τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα, συνήθως, όμως, όχι με ευχάριστα αποτελέσματα.
Ο χώρος είναι το κλασικό περιβάλλον μοντέρνας ταβέρνας, με τα συνήθη τραπεζοκαθίσματα στις αποχρώσεις της γαλανόλευκης, βιτρίνα με μπαρμπούνια και παστό μπακαλιάρο και με το συμπαθητικό touch της κόλλας που τυλίγουμε τα ψάρια να στρώνεται πάνω στο τραπέζι μόλις έρθουν να σας πάρουν την παραγγελία.
Το φαγητό είναι επίσης συμπαθέστατο και ο κατάλογος είναι χωρισμένος σε αλιπαστα, φούρνου και ψητά-τηγανητά ψάρια και μαλάκια. Εμείς παραγγείλαμε γόνο θραψαλάκι τηγανητό (9.60 ευρώ), ο οποίος ήταν φρέσκος (στον κατάλογο αναγράφεται ποια είδη είναι κατεψυγμένα και ποια φρέσκα, φυσικά) και πασπαλισμένος με χοντρό αλάτι (αρχίστε να το εφαρμόζετε αυτό παντού, επιτέλους!) και μια ωραιότατη σούπα σφυρίδας (5.50 ευρώ), ένα πρωτότυπο πιάτο που δε βρίσκεις σε παραδοσιακές ταβέρνες, ομολογουμένως. Η σφυρίδα ήταν πολτοποιημένη και η σούπα πηχτή και λεμονάτη και σερβιρισμένη χαριτωμένα μέσα σε κούπα του καφέ. Μετανιώσαμε που δεν πήραμε και το τηγανητό γαυράκι, γιατί το είδαμε να προσγειώνεται στο διπλανό τραπέζι και φαινόταν yummy. Είναι που το μόνιμο άγχος μου σε τέτοια μαγαζιά είναι μην παραγγείλω γαύρο (ή αθερίνα, ακόμα περισσότερο) και μου έρθει σε μέγεθος τσιπούρας. Αλλά φαίνεται πως οι Sardelles, όταν λένε "γαυρ-άκι" το εννοούν. Άλλωστε, υποτίθεται πως το κατάστημα φημίζεται για τα μικρά ψαράκια του. Δεν πειράζει, θα το πάρουμε την επόμενη φορά (ναι, σίγουρα θα υπάρξει).
Ακόμα, ο κατάλογος διαθέτει άφθονα σαλατικά - κάτι που επίσης έχει εκλείψει, αφού πλέον στις ταβέρνες βρίσκεις μόνο την κλασική χωριάτικη με μόνη option να την πάρεις με ή χωρίς φέτα -όπου αποκαλείται απλώς αγγουροντομάτα. Λες και ξαφνικά, θα δεις το ίδιο ακριβώς πιάτο -χωρίς τη φέτα- και θα ξεγελαστείς και θα νομίσεις ότι πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό έδεσμα. Οι Sardelles, όμως, και χόρτα διαθέτουν, και λαχανικά βραστά (κολοκύθι-πατάτα-καρότο) και παντζάρια κι ένα σωρό άλλα. Εμείς πήραμε μπρόκολο (5.70 ευρώ), που ήταν βρασμένο όσο πρέπει (όχι, δεν είναι πάντα δεδομένο αυτό, δυστυχώς) και το θετικό είναι ότι σερβίρεται σκέτο και στο τραπέζι διατίθενται λάδι, ξύδι και αλατοπίπερο, οπότε, πυρ κατά βούλησιν).
Ακόμα, θα βρείτε όλους τους κλασικούς μεζέδες, τουτέστιν ταραμάς, κοπανιστή και λοιπά. Εμείς πήραμε τη φάβα με μαϊντανό, ντομάτα και ξερό κρεμμύδι (4.50 ευρώ), που ήταν αξιοπρεπέστατη και επίσης σερβίρεται αλάδωτη για να την απολαύσετε όπως εσείς θέλετε. Όλα αυτά, υπο τη συνοδεία -τι άλλο;- ουζακίου. Το Πλωμάρι των 200 ml κοστίζει 6.50 ευρώ, και σερβίρεται μαζί με μια αλουμινένια παγωνιέρα τίγκα στα παγάκια (όχι τίποτα άλλο, αλλά έχω βαρεθεί να παρακαλάω για παγάκια στις ταβέρνες και να έρχονται μισολιωμένα και με το σταγονόμετρο, λες κι είναι από χρυσάφι). Ο κατάλογος περιλαμβάνει και άφθονα κρασιά, χύμα και εμφιαλωμένα, σε αρκετά λογικές τιμές.
Επιδόρπιο δεν παραγγείλαμε, αλλά τα γλυκά είναι τα ίδια δύο που διατίθενται και στο Butcher Shop, τουτέστιν λεμονόπιτα (4.60 ευρώ) και προφιτερόλ (5.20 ευρώ). Τα είχα δοκιμάσει και τα δύο το περασμένο καλοκαίρι και, απ' ό,τι θυμάμαι, το προφιτερόλ ήταν πολύ καλό, με bitter σοκολάτα, ενώ η λεμονόπιτα απλώς αδιάφορη (για μένα, άλλωστε, λεμονόπιτα χωρίς μαρέγκα δεν είναι λεμονόπιτα!!!). Η απορία μου, βέβαια, (φαντάζομαι και δική σας) είναι τι δουλειά έχει η λεμονόπιτα και πολύ περισσότερο το προφιτερόλ σε μια ψαροταβέρνα. Έλα μου ντε! Καμία μάλλον. Πραγματικά, σε αυτό το εστιατόριο θα ήθελα να δω χαλβάδες και σιροπιαστά γλυκά, γιατί τα σηκώνει ο ουρανίσκος ρε αδερφέ! Πώς να το κάνουμε; Έπειτα από την τηγανίλα, θες λίγο σιροπάκι λιγωτικό, να δέσει η κατάσταση. Αν μάλιστα δω να σερβίρουν και σουφλέ σοκολάτας την επόμενη φορά, νομίζω θα ξενερώσω. Προς το παρόν, έμεινα πολύ ευχαριστημένη και χόρτασα θάλασσα χωρίς να ξεπαραδιαστώ.

Τιμές: 15-25 ευρώ (εμείς πληρώσαμε 17 το άτομο)
Κουζίνα: νεο-ψαροταβέρνα
Crowd: Λίγο απ' όλα. Το μεσημέρι θα βρείτε οικογένειες με παιδάκια και Γερμανούς τουρίστες που μόλις επισκέφθηκαν το Μουσείο Μπενάκη. Αργά το βράδυ, άφθονη νεολαία, αλλά και ματσωμένοι 50άρηδες- ενίοτε και ημι-celebrities.
Μουσική: Από classic jazz μέχρι lounge -σίγουρα όχι οι κλασικές επιλογές ταβέρνας, αλλά ούτε και μοντέρνας ταβέρνας (όπου Χάρις, Γαλάνη και Άλκηστη, για κάποιο περίεργο λόγο, συνήθως πάνε σύννεφο)
Σέρβις: Ταχύτατο, ευγενικό κι εξυπηρετικό, παρόλο που το μαγαζί ήταν φίσκα (εντάξει, δεν ήμασταν και σαν σαρδέλλες -μουαχαχαχά)
Διεύθυνση: Περσεφόνης 15, Γκάζι
Τηλ: 210 34 78 050

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Το φαστφουντάδικο της Πομπηίας ανοίγει ξανά

Πρέπει να είναι η μακροβιότερη περίοδος ανακαίνισης καταστήματος στην ιστορία όλων των εποχών: το snack bar της Πομπηίας, που κάποτε ανήκε στον Vetutius Placidus, ανοίγει ξανά τις πόρτες του για το κοινό έπειτα από 1.921 χρόνια. Οι τελευταίοι του πελάτες αποχώρησαν κομματάκι βιαστικά, όταν το 79 μ.Χ. ξύπνησε απρόσμενα ο Βεζούβιος.

Τα εγκαίνια του snack bar (thermopolium στα Λατινικά) έγιναν στις 21 Μαρτίου, με 300 καλεσμένους που επιλέχθηκαν τυχαία, ενώ σε λίγες εβδομάδες το κατάστημα θα ανοίξει και για το ευρύτερο κοινό. Τα περισσότερα γεύματα που πρόσφερε ήταν πολύ υγιεινά, χαρακτηριστικά της γνήσιας μεσογειακής διατροφής, αν και από το μενού δεν έλειπαν και τα παχυντικά επιδόρπια, στα οποία δύσκολα αντιστέκονταν οι τρυφηλοί πολίτες της Πομπηίας. Άλλωστε, σπεσιαλιτέ του τότε (αλλά και τώρα που λειτουργεί ξανά) ήταν το ζεστό κατσικίσιο τυρί, περιχυμένο με μέλι.

Το κατάστημα αυτό ήταν ένα από τα πάμπολλα thermopolia της πόλης, τα οποια ήταν τόσο δημοφιλή που πολλά σπίτια δεν περιλάμβαναν καν στη διάταξή τους ένα δωμάτιο που εμείς θεωρούμε δεδομένο: την κουζίνα. Το φαγητό στα thermopolia ήταν φθηνό και, άλλωστε, η έξοδος για φαγητό ήταν μία από τις βασικές κοινωνικές δραστηριότητες στην αρχαία Πομπηία.

Τα thermopolia ήταν μικρά κτήρια με πάγκους σε σχήμα Γ, οι οποίοι είχαν κυλινδρικά ανοίγματα (τα λεγόμενα dolia) όπου φυλάγονταν τα παρασκευασμένα τρόφιμα. Οι πελάτες έπαιρναν από εκεί το φαγητό τους, πλήρωναν και στη συνέχεια πήγαιναν να το απολαύσουν στο triclinium, την τραπεζαρία, ή το viridarium, έναν εσωτερικό κήπο με κληματαριές και λουλούδια. Οι τοίχοι ήταν φυσικά διακοσμημένοι με τοιχογραφίες.

Στο χώρο του συγκεκριμένου thermopolium βρέθηκε κι ένα δοχείο με τις εισπράξεις της ημέρας. Προφανώς ο Vetutius Placidus εγκατέλειψε βιαστικά το μαγαζί του και δε φαντάστηκε ότι δύο χιλιετίες μετά οι τελευταίες του εισπράξεις θα αποτελούσαν σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψη...

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Φωτογραφίζοντας το φαγητό σας

Καλά, αυτό δεν το περίμενα με τίποτα. Σε άρθρο των New York Times με τίτλο "First Camera, Then Fork", διαβάζω σήμερα ότι η νέα τάση, από ό,τι φαίνεται, είναι blog ανθρώπων που τη βρίσκουν να φωτογραφίζουν καθημερινά ό,τι μπαίνει στο στομάχι τους και να το σχολιάζουν. Όχι ό,τι μαγειρεύουν: ό,τι τρώνε! Μερικοί από αυτούς, μάλιστα, καταγράφουν τα πάντα, σε βαθμό ψυχαναγκασμού, ακόμα και το παραμικρό τσιμπολόγημα τύπου πέρασα-από-το-ψυγείο-και-ήπια-μια-γουλιά-χυμό-από-το-κουτί.
Για παράδειγμα, ο 28χρονος Javier Garcia από την Καλιφόρνια πήγε μια φορά ταξίδι και ξέχασε το iPhone του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να απαθανατίσει τα γεύματά του, και κόντεψε να του στρίψει. Δείτε εδώ παράνοια, για του λόγου το αληθές.
Στο Flickr, ένα photo sharing site, ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ενεργά γκρουπ λέγεται I Ate This. Αριθμεί 19.000 μέλη και περιλαμβάνει περίπου 300.000 φωτογραφίες. Υπάρχει επίσης το site Foodspotting, όπου τα μέλη ανεβάζουν φωτογραφίες από φαγητά που παρήγγειλαν σε εστιατόρια σε όλο τον κόσμο, μαζί με πληροφορίες για το ποια είναι τα εστιατόρια αυτά.
Μια άλλη blogισσα, η Norah Sherman, βρήκε μέχρι και γκόμενο μέσω του blog της, έναν τύπο ο οποίος της έκανε σχόλια για τις φωτογραφίες των φαγητών που ανέβαζε, και προφανώς ταυτίστηκε και θεώρησε ότι βρήκε τον άνθρωπό του επειδή άρεσαν και στους δύο τα γιουβαρλάκια or something.
Μάλιστα, μιλάμε για τέτοια τάση που ως κι η Nikon και η Olympus έχουν, λέει, βγάλει μηχανές με ειδικά food ή cuisine modes, τα οποία διευκολύνουν τις κοντινές φωτογραφίες και έχουν βελτιωμένο κορεσμό χρωμάτων και οξύτητα ούτως ώστε να τονίζονται τα χρώματα και η υφή των τροφίμων. (Γαμώτο, τώρα άρχισα κι εγώ να θέλω μια τέτοια μηχανή. Σκατά.)
Τι να πω; Κι εμένα μ' αρέσει να φωτογραφίζω τα φαγητά που τρώω στο εξωτερικό, αν είναι κάτι ιδιαίτερο, αλλά νομίζω ότι αυτό το πράγμα είναι οριακά obsessive-compulsive disorder.

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Εστιατόριο Αθήρι στον Κεραμεικό

Δοκίμασα κι εγώ, λοιπόν, το Αθήρι, διότι εκτός του ότι μου είχαν φάει τα αυτιά διάφοροι φίλοι, έχει πάρει κι ένα σωρό βραβεία (χρυσούς σκούφους, gourmet, κουτουλού). Όχι, όχι, δεν απογοητεύτηκα καθόλου. Ούτε και ενθουσιάστηκα, όμως. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.
Το Αθήρι βρίσκεται στον Κεραμεικό, σε ένα πολύ κομψό ανακαινισμένο νεοκλασικό, το οποίο διαθέτει και κήπο. Το εστιατόριο φημίζεται, μάλιστα, για τον καταπράσινο κήπο του, αλλά βέβαια έχει πολύ κρύο ακόμα για να τον απολαύσει κανείς. Το εσωτερικό, όμως, αν και περιποιημένο, το βρήκα un peu παππουδέ. Κάτι το σιμπιζάκ' στον τοίχο, κάτι οι χιλιοφορεμένες καφέ δερμάτινες καρέκλες, τέλος πάντων, ο χώρος δεν σε κεντρίζει. Δεν τον σώζει ούτε ο κόκκινος δερμάτινος καναπές κατά μήκος ενός από τους τοίχους, διότι περισσότερο σε diner παραπέμπει, παρά σε αστικό ρεστοράν. Για του λόγου του αληθές, ρίξτε μια ματιά στο site του εστιατορίου. Έχει άφθονες φωτό.
Anyway, δεν άφησα το χώρο να μου χαλάσει την όρεξη, καθώς από γαστρονομικής άποψης ήμουν προετοιμασμένη για τα καλύτερα. Για αρχή, το εστιατόριο σερβίρει μια σουπίτσα-καλωσόρισμα, πράγμα φυσικά πολύ ευχάριστο. Η δική μας ήταν μια σούπα μανιταριών, με ωραία, απαλή βελουτέ υφή, με μπόλικο ελαιόλαδο, λιγάκι όμως άνευρη. Με την παραγγελία μας ρωτηθήκαμε αν θέλουμε ψωμί, κάτι πολύ θετικό, που δεν καταλαβαίνω γιατί δεν εφαρμόζεται σε όλα τα εστιατόρια.
Παραγγείλαμε, λοιπόν, τη σαλάτα λαχανικών, μαγειρεμένων με διάφορους τρόπους με γαλάκτωμα λεμονιού (10 ευρώ). Στο μενού υπήρχε και επεξήγηση: το μπρόκολο είναι στον ατμό, το κουνουπίδι και το σέλινο βραστό, τα σπαράγγια και οι πατάτες ψητά, το κολοκύθι σωτέ, ενώ το καρότο και το σπανάκι ωμό. Ήταν μια ενδιαφέρουσα ποικιλία, και μια ευχάριστη, πληθωρική παραλλαγή των κλασικών συνδυασμών ψητών με βραστά λαχανικά. Η σως λεμονιού, φυσικά, δε θα μπορούσε παρά να ταιριάζει.
Από τα ορεκτικά, επιλέξαμε τον τραχανά με καβούρι, σχοινόπρασο και λάδι μαϊντανού (10 ευρώ), που ήρθε σερβιρισμένος σε ποτήρι του κοκτέιλ. Εντάξει, εγώ αυτό το βρίσκω λίγο πασέ πλέον, οι υπόλοιποι όταν τους το είπα λένε ότι είμαι κακιά και υπερβολική. Γουατέβερ. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ γευστικό, όμως, όπως πολύ σοφά το έθεσε ο φίλτατος Γ., "δεν ανήκε στην κατηγορία των καθαρών γεύσεων". Συμφώνησα, γιατί πράγματι αν κι ήταν ευχάριστο, δεν μπορούσες να γευτείς ούτε τον τραχανά, ούτε και το σχοινόπρασο, παρά ένα συνονθύλευμα συστατικών.
Το κυρίως που προτίμησα ήταν το μαριναρισμένο μπούτι πάπιας με κρούστα σύκου και σαλάτα μήλο, με λάδι δυόσμου, γκρέιπφρουτ, πορτοκάλι, μαραθόριζα, κρεμμύδι ξερό, σέλερι και εσκαρόλ (16 ευρώ) - μόνο τη συνταγή δεν περιλάμβανε η περιγραφή, γιατί τα συστατικά τα μάθαμε όλα. Το κρέας ήταν πολύ μαλακό και η σάλτσα σύκου, φυσικά, ιδανική επικάλυψη (κλασικός άλλωστε συνδυασμός), όμως τα συνοδευτικά του πιάτου τα βρήκα, δυστυχώς, εντελώς αταίριαστα. Το μήλο, το φινόκιο και το σέλερι είναι αρκετά στεγνά ούτως ή άλλως και το λάδι δεν ήταν αρκετό για να υγράνει, με αποτέλεσμα να μην... γλιστράνε ρε παιδί μου (το έθεσα απλά).
Οι υπόλοιποι της παρέας παρήγγειλαν όλοι το μοσχαρίσιο μάγουλο γάλακτος με πουρέ πατάτας, το οποίο δοκίμασα κι εγώ και το βρήκα νόστιμο, μεν, αλλά λίγο σκέτο και αυτό. Ο δε Γ. επέμενε ότι ο πουρές του θύμιζε Knorr. Επίσης, οι φίλοι μου μού ζήτησαν να επισημάνω πως δυσαρεστήθηκαν όταν ζήτησαν πιπέρι και τους έφεραν μια μικρή πιπεριέρα αντί για μύλο. Συμφωνώ και επαυξάνω: πιστεύω πως σε ένα εστιατόριο αυτής της κλάσης, θα έπρεπε ο ίδιος ο σερβιτόρος να προσφέρει πιπέρι φρεσκοτριμμένο και να έρχεται με τον μύλο πάνω από το πιάτο σου ώσπου να πεις "στοπ"!
Όλα αυτά τα συνοδεύσαμε με μια Ναουσσαία του κτήματος Φουντή (ΟΠΑΠ Νάουσα ξινόμαυρο) που στοίχισε 18 ευρώ, τιμή εξαιρετικά χαμηλή για τέτοιας κατηγορίας ρεστοράν. Υπ' όψιν ότι στη wine list, που επίσης έχει βραβευθεί, θα βρείτε αρκετές οικονομικές επιλογές.
Τελικά, το επιδόρπιο ήταν αυτό που μας ικανοποίησε περισσότερο απ' όλα. Αν και αρχικά απογοτευτήκαμε όταν ρωτήσαμε ποια είναι τα επιδόρπια και ο σερβιτόρος μας μάς ανακοίνωσε ότι λόγων αλλαγών στο μενού τη στιγμή αυτή είχαν να μας προσφέρουν μόνο δύο επιλογές, η crème brûlée (7 ευρώ) που διαλέξαμε μας αποζημίωσε και με το παραπάνω. Μάλιστα, ουσιαστικά πρόκειται όχι για ένα, αλλά για τρία επιδόρπια, καθώς σερβίρουν τρεις κρέμες σε διαφορετικά μπολάκια: η πρώτη είναι κλασική, η δεύτερη έχει γεύση καφέ και η τρίτη περιέχει κάρδαμ
ο και πορτοκάλι. Ήταν και οι τρεις νοστιμότατες, ολόσωστες και με την επιφάνειά τους ακριβώς όσο καμμένη πρέπει. Τελικά, είναι μοιραίο: κάθε φορά που τρώω crème brûlée, θυμάμαι την Amélie Poulain και πόσο διασκέδαζε να σπάει την κρούστα της κρέμας με το κουταλάκι της. Κι εγώ το απολαμβάνω εξίσου, Amélie.

Ετυμηγορία: Θα ξαναπάω το καλοκαίρι για να απολαύσω τον κήπο. Κρατώντας μικρότερο καλάθι, όμως.
Κουζίνα: ελληνική δημιουργική
Τιμές: 30-45. Εμείς πληρώσαμε 32 το άτομο, μαζί με μπουκάλι κρασί.
Crowd: Πολύυυ ανεβασμένος ο μέσος όρος ηλικίας. Κάτω από 50άρη δύσκολα βλέπεις. Εκτός αν ήταν τυχαίο και απλώς μας κάθισαν εμάς στην πτέρυγα της γερουσίας για να σπάσουμε τη μονοτονία.
Μουσική: Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ανύπαρκτη. Τελικά την έπνιγε η βαβούρα από τις ομιλίες, αλλά ακόμα και όταν ο κόσμος άρχισε να φεύγει και αυτή μειώθηκε, πάλι δεν κατάλαβα να προσδιορίσω τι ακούγαμε.
Διεύθυνση: Πλαταιών 15, Κεραμικός
Τηλ: 210 34 62 983

P.S.1 Το εστιατόριο διαθέτει και πάρκινγκ.
P.S.2 Για τα Σάββατα, κάντε κράτηση από την προηγούμενη.