Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Ζωντανό χταποδάκι; Φχαριστώ, δε θα πάρω.

Ενδεχομένως θα έχετε ακούσει για την τάση του food machismo ή αλλιώς adventure eating. Η διασημότερη λέσχη adventure eaters λέγεται The Gastronauts και έχει έδρα στη Νέα Υόρκη. Τα μέλη της συγκεντρώνονται με στόχο να καταναλώσουν φαγητά που οι περισσότεροι άνθρωποι δε θα έβαζαν στο στόμα τους ούτε επί πληρωμή.
Για τι τρόφιμα πρόκειται; Ο κατάλογος είναι μακρύς. Οι adventure eaters έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στα... σωθικά διαφόρων ζώων, όπως χοιρινές καρδιές κι εντόσθια, αρνίσια μυαλά και νεφρά και μοσχαρίσιες γλώσσες. Δε σας κάνει εντύπωση, ε; Λογικό το βρίσκω, αφού πρέπει να είμαστε ένας από τους λίγους λαούς στον κόσμο που τρώει τόσο αλλόκοτα πράγματα, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι ανάμεσα στα αγαπημένα μας παραδοσιακά εθνικά πιάτα είναι το κοκορέτσι, η μαγειρίτσα και ο πατσάς.
Αλλά το μενού έχει και συνέχεια. Έχουμε και λέμε: ζωντανό χταπόδι. Θεωρείται μεγάλη νοστιμιά στην Κορέα και οι αδίστακτοι adventure eaters δε διστάζουν να το ξαπλώνουν στο πιάτο, να κόβουν μικρά κομματάκια από τα πλοκάμια του και στη συνέχεια να τα βάζουν στο στόμα τους, ενώ το υπόλοιπο ζώο σπαρταράει απεγνωσμένα (βλ. φωτό
).
Η PETA (People for the Ethical Treatment of Animals), βέβαια, έχει τις αντιρρήσεις της. Στα πλαίσια της καμπάνιας της για την προστασία των ζώων και την ηθική τους αντιμετώπιση, ο δικηγόρος της PETA Jeffrey Kerr κινήθηκε νομικά ενατίον δύο εστιατορίων στη Νέα Υόρκη προκειμένου να σταματήσουν να σερβίρουν ζωντανά χταπόδια, αλλά και αστακούς. Ο Kerr δήλωσε ότι, "εφόσον τα χταπόδια μπορούν να αισθανθούν πόνο", προσφέροντας στους πελάτες τους την κατανάλωσή τους κατά αυτό τον τρόπο, τα εστιατόρια παραβιάζουν το σχετικό νόμο της πολιτείας, ο οποίος "απαγορεύει τον βασανισμό, τραυματισμό ή ακρωτηριασμό οποιουδήποτε ζώου". Αντίστοιχα, στην Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, η πολιτεία υπέβαλε μήνυση εναντίον ενός εστιατορίου που σέρβιρε κρέας λευκής φάλαινας, η οποία ως γνωστόν είναι προστατευόμενο είδος. Στο πλαίσιο της εξάπλωσης της τάσης του adventure eating, και η Ευρωπαϊκή Ένωση σκέφτεται να προσθέσει και τα χταπόδια στους νόμους περί προστασίας των ζώων. (Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό θα συμπεριλαμβάνει και κυρώσεις για τους ψαράδες που κοπανάνε στα βράχια τα χταπόδια για να μαλακώσουν;)
Ούτε το ζωντανό χταπόδι σας φαίνεται αρκετά ακραίο; Έχουμε και συνέχεια. Οι Gastronauts της Νέας Υόρκης, λοιπόν, μπορεί να είναι το μεγαλύτερο adventure eating club -αριθμεί περί τα 300 μέλη- αλλά δεν είναι και το μόνο. Αντίστοιχα υπάρχουν και οι Gastronauts της Βοστώνης ή η Organ Meet Society της Νέας Υόρκης. Ο Jon Emanuel, ιδρυτής του Denver Adventurous Eating Club και σεφ του εστιατορίου Opus, στην τελευταία συνάντηση της λέσχης στο εστιατόριό του, σέρβιρε χοιρινά μυαλά τυλιχτά σε μαρούλι, βατράχια με κάρι, αλλά κι ένα άλλο πιάτο, που έκλεψε την παράσταση. Τι θα λέγατε για γονιμοποιημένα αυγά πάπιας ποσέ; Πρόκειται για μια σπεσιαλιτέ της νοτιοανατολικής Ασίας, ένα πιάτο του οποίου το κλου είναι πως περιέχει ένα μερικώς σχηματισμένο έμβρυο πτηνού.
Παράλληλα, το San Fransisco Food Adventure Club πρόσφατα διοργάνωσε ένα δείπνο όπου το κύριο πιάτο θα ήταν ανθρώπινος πλακούντας. Το δείπνο τελικά ακυρώθηκε, όχι επειδή έκανε κανένας πίσω για λόγους ηθικής, ούτε γιατί πέρασε από κανενός adventure eater το μυαλό ότι αυτό το πράγμα ήταν στα όρια του κανιβαλισμού, αλλά απλώς επειδή εκτιμήθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος έκθεσης σε φορμαλδεϋδη.
Στο μεταξύ, η μεγαλύτερη τάση εντός της τάσης του adventure eating είναι μάλλον η κατανάλωση εντόμων, που πολλοί φαν της πιστεύουν πως είναι το next big thing και επιμένουν ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία, η κατανάλωση εντόμων θα γίνει τόσο διαδεδομένη όσο είναι και το sushi σήμερα. Φυσικά υπάρχουν και λέσχες adventure eating που είναι αφιερωμένα αποκλειστικά στα έντομα, όπως οι Brooklyn Bug Eaters. Ο ιδρυτής τους, ο Marc Dennis, έχει αρκετά επιχειρήματα. 'Οπως χαρακτηριστικά λέει, "Τα έντομα είναι παντού, υπάρχουν άφθονα. Γιατί να μην τα τρώμε;" και συνεχίζει παραθέτοντας και το σπουδαιότερο επιχείρημα: τα έντομα έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, αλλά χαμηλά λιπαρά. Σωστός.
Τελικά, ποιο είναι το κίνητρο πίσω από όλα αυτά; Όσο κι αν τους κατηγορούν για νοσηρή περιέργεια κι επιδειξιομανία, τα διάφορα μέλη σχετικών λέσχεων ισχυρίζονται πως θέλουν απλώς να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό, χωρίς να χρειάζεται να κάνουν πολυέξοδα ταξίδια σε εξωτικές χώρες. Εντάξει, δεν ξέρω. Όσο κι αν μ' αρέσουν οι γευστικοί πειραματισμοί, νομίζω ότι τραβάω τη διαχωριστική γραμμή στα μυαλά, τα εντόσθια και τα γλυκάδια. Κι αυτά, οπωσδήποτε μαγειρεμένα. Και νομίζω πως θα συμφωνήσω με τον γνωστό Βρετανό σεφ Jeremy Lee, που λέει ότι το να αναγάγεις τις εθνικές κουζίνες διαφόρων λαών σε απλή πρόκληση είναι τουλάχιστον προσβλητικό για τους λαούς αυτούς και την κουλτούρα τους.


Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Από το "Πώς να τρώτε σαν παιδιά", Part II

Από το βιβλίο "Πώς να τρώτε σαν παιδιά και άλλα μαθήματα για το πως να μην είστε μεγάλοι" της Delia Ephron ("How to Eat Like a Child and Other Lessons in Not Being a Grown-up"), 1978).


Τηγανητές πατάτες: Κραδαίνετε μία πατάτα στον αέρα για έμφαση, ενώ μιλάτε. Προσποιηθείτε ότι διευθύνετε ορχήστρα. Μετά, βάλτε τέσσερις πατάτες ταυτόχρονα στο στόμα σας και μασήστε. Γυρίστε στην αδερφή σας, ανοίξτε το στόμα σας και βγάλτε έξω τη γλώσσα σας, που είναι καλυμμένη από πατάτες. Κλείστε το στόμα και καταπιείτε. Χαμογελάστε.

Πουρές: Πατήστε τον πουρέ ώσπου να γίνει επίπεδος. Σκάψτε πολλά μικρά λακκάκια. Φανταστείτε πως είναι λιμνούλες. Γεμίστε τα λακκάκια με σάλτσα. Με το πηρούνι σας, σκάψτε μικρά ποταμάκια που να ενώνουν τις λιμνούλες και παρακολουθήστε τη σάλτσα να κυλάει, γεμίζοντάς τα. Διακοσμήστε με μπιζέλια. Μη φάτε τίποτα. Εναλλακτική μέθοδος: Κάντε ένα μεγάλο λάκκο στο κέντρο του πουρέ. Γεμίστε τον με κέτσαπ. Ανακατέψτε ώσπου να γίνει ροζ.

Τσίχλα: Βγάλτε την από το στόμα και τεντώστε την να γίνει σαν ένα μακρύ μακαρόνι. Γυρίστε την γύρω-γύρω σαν να ήταν λάσο. Ξαναβάλτε την στο στόμα. Κρατώντας τη μία άκρη με τα δόντια, τραβήξτε την άλλη άκρη ώσπου να συναντήσει την αντίστοιχη τσίχλα του φίλου σας και κολλήστε τις μεταξύ τους. Σκεφτείτε ότι μόλις κάνατε κάτι πολύ αηδιαστικό.

Παγωτό χωνάκι: Ζητείστε δύο μπάλες. Καθώς βγαίνετε από το παγωτατζίδικο, ρίξτε κατά λάθος κάτω την μπάλα που ήταν από πάνω. Κλάψτε. Γλείψτε την μπάλα που απέμεινε αργά, έτσι ώστε το παγωτό, λιώνοντας, να κυλάει έξω από το χωνάκι και πάνω στο χέρι σας. Σταματήστε να γλείφετε όταν το παγωτό έχει φτάσει στα χείλη του χωνακιού. Σιγουρευτείτε ότι είναι απόλυτα ίσιο. Φάτε τη γωνίτσα του χωνακιού και ρουφήξτε το υπόλοιπο παγωτό μέσα από την τρύπα. Όταν απομείνει μόνο το χωνάκι με παγωτό πασαλειμμένο απέξω, παρατήστε το επάνω στο ταμπλό του αυτοκινήτου.

P.S.1 Σε περίπτωση που χάσατε το Part I του "Πώς να τρώτε σαν παιδιά", πηγαίνετε κατευθείαν εδώ.

P.S.2 H Delia Ephron είναι σεναριογράφος και είναι αδερφή της γνωστής σκηνοθέτιδας Nora Ephron. Μεταξύ άλλων, έχει γράψει (μαζί με την αδερφή της) και τα σενάρια των ταινιών You've got Mail (Έχετε μήνυμα στον υπολογιστή σας) και Bewitched.



Εστιατόριο "Ο Μεξικανός" στο Γουδή

Για σήμερα, το μενού έχει Λατινική Αμερική, για να ανάψουν λίγο τα αίματα. Το εστιατόριο που επισκέφθηκα λέγεται "O Μεξικάνος" -έτσι, ρητά και κατηγορηματικά- και είναι ένα συνοικιακό διασκεδαστικό μαγαζάκι στο Γουδή.
Γιατί διασκεδαστικό; Πρώτα-πρώτα, είναι μικρούλι και πολύχρωμο, με πορτοκαλί τοίχους, οινοπνευματί τραπεζοκαθίσματα, μια τεράστια αφίσα της Frida Kahlo, κρεμασμένα σημαιάκια, κι ένα σωρό άλλα φοκλόρ σουβενίρ να κρέμονται στους τοίχους, βεντάλιες, μάσκες, σομπρέρος, υφαντά, σαύρες και σκελετούς της Dias de los Muertos. Αν όλα αυτά δεν έχουν κάνει ήδη κλίμα, τότε διαβάζοντας τον κατάλογο σίγουρα θα σας έρθει η όρεξη.
Καταρχάς, παραγγείλετε οπωσδήποτε ένα κοκτεϊλάκι για αρχή. Υπάρχει αρκετή ποικιλία και είναι και πολύ φθηνά. Εγώ πλήρωσα μόλις 6 ευρώ για μια μαργαρίτα φράουλα -που στην ουσία ήταν δύο μαργαρίτες φράουλα, και μου 'φτιαξε το κέφι. Και ενώ απολαμβάνετε τη μαργαρίτα σας, την πίνα κολάδα σας ή ό,τι άλλο έχετε επιλέξει, μπορείτε να χαζέψετε τον κατάλογο, ο οποίος -συν τοις άλλοις- είναι εγγυημένη διασκέδαση λόγω των άφθονων ανορθογραφιών που βγάζουν μάτι. Και λέω, εντάξει, οι ιδιοκτήτες είναι ξένοι οι άνθρωποι, δεν ξέρουν. Αυτοί που πλήρωσαν για να τους τυπώσουν το μενού, τι στο καλό σκέφτονταν όταν, ας πούμε, περιέγραφαν την crepe de cajeta ως "γλυκαμένο (sic) καραμελοποιημένο (sic) γάλα, παγοτο (sic), σατιγή (sic)";;;;; Αυτό ήταν από τα καλύτερα που εντόπισα, αλλά σας εγγυώμαι ότι το μενού διαθέτει πολλά ακόμα τέτοια διαμαντάκια, όπως η περίφημη "σάχαρη" ή οι "ξηραμένες τομάτες". Δε σας λέω άλλα, για να μη σας το χαλάσω.
Aaaanyhoo, ας περάσουμε στο ψητό. Στον Μεξικάνο, λοιπόν, εκτός από ωραία cocteles (κάνω λίγο κλίμα) και άφθονες ανορθογραφίες, θα βρείτε πολλές γνωστές μεξικανικές σπεσιαλιτέ: enchiladas, tacos, quesadillas, buritos, fajitas, tostadas και chimichangas, αλλά και κάμποσα πιο σπάνια πραγματάκια. Ωστόσο, θα ήθελα να δω και empanadas και tamales στο μενού, που ακόμα σε ελληνικό μεξικάνικο εστιατόριο δεν έχω πετύχει. Ο κράχτης, πάντως, του καταλόγου είναι μάλλον οι chapulines, ή αλλιώς ακρίδες (ναι, καλά διαβάσατε). Δηλαδή, ακρίδες λέει το μενού, αλλά εγώ στο λεξικό διαβάζω ότι chapulin είναι ο γρύλος. Δε θα επιμείνω, όμως, γιατί νομίζω πως άπαξ και αποφασίσει κανείς να καταναλώσει ορθόπτερα, το υποείδος δεν έχει πλέον και μεγάλη σημασία, n' est-ce pas; Η συνομοταξία νομίζω κάνει τη διαφορά. Τηγανητές ακρίδες με μέλη (sic) και λεμόνι, λοιπόν, προτείνει το μενού, τις οποίες ρώτησα και έμαθα ότι προμηθεύονται από το Μεξικό, συσκευασμένες και προτηγανισμένες . Σαν τα Ruffles Barbecue ένα πράγμα. Εντάξει, πέρα από την πλάκα, θα μου πείτε, κι εμείς (καλά, όχι όλοι, εγώ πάντως ναι) τρώμε χοχλιούς μπουρμπουριστούς (κοινώς σαλιγκάρια). Αλλά νομίζω πως αυτά τα πράγματα, αν δεν τα δοκιμάσεις μικρός, δεν είναι για να τα βάλεις ποτέ στο στόμα σου. Μικρός, άλλωστε, δεν έχεις και συναίσθηση του τι ακριβώς κάνεις -τη μία είσαι στην παιδική χαρά και τρως αμέριμνος άμμο ενώ φτιάχνεις λασποπιτάκια με τα κουβαδάκια σου και την άλλη η μαμά σου σού λέει, "Φάε σαλιγκαράκια, μωρό μου, είναι ωραία, φάε". Και είναι, όντως. Αλλά για ακρίδες δε με βλέπω, σε αυτή τη ζωή τουλάχιστον.
Πού είχα μείνει; Α, ναι! Εμείς, λοιπόν, παρακάμψαμε τις ακρίδες και όλα τα ορεκτικά -αν και ψηνόμουν για nachos, ο φίλος μου ο Η. μου μού το ξέκοψε: "Γιατί, στα Village έχω έρθει;". Δεν έχει κι άδικο. Τελικά, διαλέξαμε μία από τις σαλάτες για αρχή. Σαλάτα μιξτέκα, με τομάτα, κρεμμύδι, καυτερό πιπέρι, λαδόξυδο και nopalitos. Τα nopalitos, παρεμπιπτόντως, είναι ένα -ζαρζαβατικό να το πω;- που το παίρνουμε από το κακτοειδές opuntia, αφού του αφαιρέσουμε τα αγκάθια, και χρησιμοποιούνται ευρέως στη μεξικανική κουζίνα. Μάλιστα, οι Μεξικανοί συνηθίζουν να τα τρώνε μαζί με αυγά για πρωινό. Well, πλάκα είχαν, είναι τραγανά και θυμίζουν λίγο αγγουράκι τουρσί.
Στο μεταξύ, για να μη γδάρουμε και το λαρύγγι (κάκτο τρώγαμε άλλωστε), παραγγείλαμε και λίγο κρασί. Δοκίμασα το Iguado (4 ευρώ το ποτήρι, 8,5 το μισόλιτρο), που είναι cabernet sauvignon από τη Valle de Parras, μια κοιλάδα στην οροσειρά Sierra Madre, που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.500 μέτρα. Παράγεται σε έναν αμπελώνα που είναι ο παλιότερος στην αμερικανική ήπειρο -κι όταν λέμε παλιός, μιλάμε για τον 16o αιώνα, διότι τις πρώτες κληματαριές τις έφεραν εκεί οι Ισπανοί άποικοι. Νοστιμούτσικο το Iguado, και πάλι μου έφεραν δύο ποτήρια στην τιμή του ενός (όπως και με τη μαργαρίτα), αν και νομίζω ότι είχε καιρό που είχε ανοιχτεί το μπουκάλι. Αλλά εντάξει, δεν ήρθα και σε wine restaurant, οπότε δεν το κάνω και θέμα. Στον Μεξικάνο, πάντως, θα βρείτε ακόμα sangria (προφανώς), αλλά και οι πιο τολμηροί δε θα μείνετε παραπονεμένοι, καθώς υπάρχουν στο μενού μεξικάνικα αναψυκτικά, όπως horchata (ρυζόνερο) και tamaica (νερό κόκκινων λουλουδιών). Δεν τα τίμησα, αλλά την επόμενη φορά μία horchata την έχω άνετα νομίζω (αφού για chapulines δε με βλέπω...).
Από τα κυρίως πιάτα, τίμησα τα chimichangas (τα είχα λαχταρήσει από την προηγούμενη φορά που είχα έρθει, για να είμαι ειλικρινής). Διάλεξα τα Chimichangas Azteca, με κοτόπουλο, μανιτάρια, καλαμπόκι, μπέικον και τυρί (9,50 ευρώ). Συνοδεύονταν με ρύζι και (holy) guacamole και ήταν νόσιμα και τραγανά.
Το δεύτερο πιάτο που δοκίμασα ήταν τα quesadillas, τα οποία, για όποιον δεν ξέρει, είναι πίτες tortillas (συνήθως από καλαμποκάλευρο) γεμιστές, με κύριο συστατικό το τυρί (quesa = τυρί στα Ισπανικά). Στον Μεξικάνο, οι que
sadillas προσφέρονται με γέμιση κρέατος ή λαχανικών, αλλά έχει και δύο πιο πρωτότυπα υλικά, το flor de calabaza, που είναι λουλούδι κολοκύθας, και το huitlacoche που είναι "μανιτάρι" καλαμποκιού, το οποίο και επέλεξα και βρήκα νοστιμότατο. Τώρα, στην προσπάθεια να μάθω περισσότερα γι' αυτό, βρήκα ότι το huitlacoche είναι στην ουσία μια ασθένεια του καλαμποκιού που προκαλείται από τον μύκητα Ustilago Maydis, αλλά φαίνεται ότι οι Μεξικανοί δεν κολλάνε πουθενά. Βέβαια, κι εμείς οι Ευρωπαίοι με το roquefort ή τη gorgonzola, δε δικαιούμαστε να μιλάμε.
Συνολικά, εντάξει, το φαγητό δεν είναι συγκλονιστικό, αλλά είναι οπωσδήποτε αξιοπρεπές και μάλλον καλύτερο από άλλα μεξικάνικα εστιατόριο που έχω δοκιμάσει στην Αθήνα. Δυστυχώς, στην Ελλάδα (αλλά λίγο-πολύ και παντού), όποια εθνική κουζίνα σερβίρεται εκτός της χώρας προέλευσής της, μόνο αμυδρά θυμίζει την αυθεντική γεύση που θα έπρεπε. Συνήθως, άλλωστε, οι ιδιοκτήτες τέτοιων εστιατορίων είναι απλοί άνθρωποι, συχνά οικονομικοί μετανάστες, και όχι γνώστες της γαστρονομίας, με αποτέλεσμα τα πιάτα που προσφέρουν να είναι πρόχειρες εκτελέσεις των πιο γνωστών συνταγών της εκάστοτε κουζίνας, όσο καλές προθέσεις και αν έχουν. Στα μεξικάνικα εστιατόρια, αυτό τις περισσότερες φορές μεταφράζεται ως "τόνοι λιωμένου τυριού ανακατεμένοι με ψιλοκομμένο κατεψυγμένο κοτόπουλο και τυλιγμένοι σε προκάτ πίτες".
Ως αποτέλεσμα, ο κόσμος δημιουργεί για τις εθνικές αυτές κουζίνες μια γενική, συγκεχυμένη εντύπωση που είναι προϊόν ενός μίγματος ομογενοποιημένων γεύσεων. Περίπου όπως οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι κινέζικο είναι μόνο το γλυκόξινο χοιρινό από βαζάκι Barilla. Επιφυλάσσομαι, διότι δεν έχω πάει ακόμα στο Meson el Mirador, για το οποίο ακούω και διαβάζω διαρκώς εγκωμιαστικά σχόλια. Αλλά πού θα μου πάει;
Για να καταλήξω, επιδόρπιο δεν πήραμε, διότι δε μας ενέπνεαν. Και έμεινα παραπονεμένη, διότι πώς είναι δυνατόν να μην σερβίρουν churros; Ντροπή. Μου φαίνεται πρέπει να κάνω μια επίσκεψη στο Barcelonetta για να τα απολαύσω, γιατί έτσι και μου μπει κάτι στο μυαλό, δύσκολα ξαναβγαίνει (damn you, churros!) Παρεμπιπτόντως, το Barcelonetta είναι ένα χαριτωμένο ισπανικό ρεστοράν με tapas στην Κηφισιά, αλλά αυτό θα το αφήσω για άλλη φορά -μη σας κακομαθαίνω. Στο μεταξύ, πάτε για ένα chimichanga στον Μεξικανό, που είναι και μια χαρά εστιατοριάκι και για καθημερινές.

Ετυμηγορία: Ναι καλέ, πάτε! Το φαγητό, χωρίς να είναι συγκλονιστικό, είναι αξιοπρεπές και οπωσδήποτε value for mοney.
Κουζίνα: Μεξικάνικη
Τιμές: 15-22 ευρώ το άτομο. Pas mal!
Σέρβις: Αν πλακώσει πολύς κόσμος, τα χάνουν λίγο, αλλά κατά τα άλλα είναι γλυκύτατοι κι εξυπηρετικοί.
Crowd: Casual νεολαία.
Καλοκαίρι: Τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο.
Διεύθυνση:Ευδήλου 15, Γουδή
Τηλ: 210 77 16 900

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Εστιατόριο Scala Vinoteca στο Κολωνάκι

Αυτή τη βδομάδα, κατάφερα επιτέλους να πάω στο Scala Vinoteca, έπειτα από απεγνωσμένες επανειλημμένες προσπάθειες κατά τις οποίες έπαιρνα τηλέφωνο, αλλά ποτέ δεν υπήρχε τραπέζι. Εν ολίγοις, άξιζε τον κόπο η αναμονή.
Με το που θα πλησιάσεις το εστιατόριο, από τα 100 μέτρα ακόμη καταλαβαίνεις γιατί έχει γίνει στέκι. Στο λόφο του Λυκαβηττού, επί της Σίνα -λίγο πάνω από το Γαλλικό Ινστιτούτο- ανεβαίνεις (ή κατεβαίνεις, αναλόγως κι από που έρχεσαι, λολ) μια σκάλα (εξ' ου και τ' όνομα) και ήδη βλέπεις τον κόσμο όρθιο να απολαμβάνει το κρασί του με ψιλοκουβεντούλα. Πλησιάζεις και διαπιστώνεις ότι χτύπησες διάνα, διότι πρόκειται για μία απ' τις πιο όμορφες κρυφές γωνιές της Αθήνας. Πλησιάζεις κι άλλο και βλέπεις τα λιγοστά τραπεζάκια της βεράντας του καταστήματος, κρυμμένα μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων, όλα τους γεμάτα, και ήδη νιώθεις την ωραία ατμόσφαιρα του μαγαζιού να σου φτιάχνει τη διάθεση. Κι όταν τελικά μπαίνεις, αντιλαμβάνεσαι πως το Scala Vinoteca μπορεί να είναι μικρό, αλλά είναι σίγουρα ένας από τους ωραιότερους χώρους της Αθήνας.
Το πάτωμα και το ταβάνι είναι ντυμένα με ανοιχτόχρωμο ξύλο, ενώ τον ένα τοίχο σκεπάζει η εντυπωσιακή μαύρη κάβα, με τα μπουκάλια να αναπαύονται στις προθήκες στη σειρά σε οριζόντια θέση και να φωτίζονται απο πίσω, φτιάχνοντας υποβλητική ατμόσφαιρα. Συν τοις άλλοις, έχει κι
αυτές τις iconic μαύρες πλαστικές καρέκλες του Eames με τα ξύλινα πόδια, που αν κι έχουν σχεδιαστεί στα 50s συνεχίζουν να είναι διαχρονικές και τρομερά αναπαυτικές. Στο χώρο υπάρχουν δύο μπαρ, ένα μπαίνοντας και ένα στο βάθος, πάνω από το οποίο κρέμονται λαχταριστά προσούτα και αρμαθιές με κόκκινες πιπεριές. Στο κέντρο της αίθουσας υπάρχει κι ένα μεγάλο μακρόστενο τραπέζι, για όσους τολμηρούς θέλουν να συσφίξουν τις σχέσεις με τους λοιπούς συνδαιτημόνες -εγώ ποτέ δεν τρελαινόμουν για κάτι τέτοια, αλλά όσο να 'ναι οφείλω να ομολογήσω πως το συγκεκριμένο τραπέζι για κάποιο λόγο απέπνεε φιλικότητα.
Το Scala Vinoteca, λοιπόν, είναι ένα καθαρόαιμο wine bar. Έχει μια συμπαθέστατη λίστα 100 περίπου κρασιών σε καλές τιμές και τα περισσότερα από αυτά σερβίρονται και σε ποτήρι. Το θετικό είναι ότι τα ξένα κρασιά (αν και θα ήθελα να δω περισσότερες διεθνούς ρεπερτορίου) δεν απέχουν πολ
ύ σε κόστος από τα ελληνικά, όπως συμβαίνει συνήθως. Όσον αφορά το φαγητό, εδώ θα βρείτε ενδιαφέρουσες γεύσεις εμπνευσμένες από παραδοσιακά πιάτα ελληνικά, ιταλικά, ισπανικά, αλλά και ασιατικά ακόμη, σε εκσυγχρονισμένες version.
Το μενού το έχει επιμεληθεί ο Χριστόφορος Πέσκιας, κι αυτό από μόνο του, όσο να 'ναι, είναι εγγύηση. Το πρωτότυπο στοιχείο του καταλόγου είναι η κατηγοριοποίηση σε πιάτα των 7, 10, 12 και 17 ευρώ αντί για ορεκτικά, σαλάτες και κυρίως, πράγμα που σε παροτρύνει για καταστάσεις mix 'n' match αντί για την κλασική τριπλέτα πρώτου-δεύτερου-επιδόρπιου. Και για όποιον έρχεται
με την προσοχή του στραμμένη περισσότερο στο κρασί, υπάρχει και η επιλογή του πλατό αλλαντικών ή/και τυριών (με 12 και 18 ευρώ), όπου θα βρείτε prosciutto, chorizo, λούτζα, jamon και salami di barollo από αλλαντικά και λαδοτύρι, γραβιέρα, αρσενικό Νάξου και παρμεζάνα από τυριά.
Διαβάζοντας τη μικρή κάρτα, αμέσως καταλαβαίνεις ότι όλα τα πιάτα έχουν σχεδιαστεί με βάση μια κεντρική πρώτη ύλη, η οποία σε παραπέμπει και στον τόπο προέλευσης του πιάτου, χωρίς ωστόσο να λείπουν και οι απροσ
δόκητοι, πρωτότυποι συνδυασμοί. Ένα πολύ θετικό πράγμα που δε μου συμβαίνει πολύ συχνά σε εστιατόρια είναι ότι διαβάζοντας την κάρτα, τα περισσότερα πιάτα με έκαναν να θέλω να τα δοκιμάσω. Αλλά επειδή δεν μπορεί να τα έχει κανείς όλα στη ζωή, έπρεπε να κάνω τις επιλογές μου. Στην πρώτη μου επίσκεψη, λοιπόν, (δεν το συζητάμε ότι θα υπάρξουν πολλές ακόμα), δοκίμασα τη σαλάτα ρόκα με σπανάκι, λούτζα Μυκόνου, σύκα και ξινομυζήθρα Κρήτης (10 ευρώ), που είχε τρυφερότατη ρόκα και σπανάκι -το επισημαίνω διότι έχει σιχαθεί η ψυχή μου να τρώω σπανάκι στρατσόχαρτο- και νοστιμότατο γλυκό dressing. Ακόμα, παραγγείλαμε τα ραβιόλι με γαρίδες και καβούρι (17 ευρώ), που ήταν περιχυμένα με μια παχύρρευστη σάλτσα τύπου bisque θαλασσινών και συνοδεύονταν με λεπτοκομμένα μπαστουνάκια κολοκυθιού στον ατμό, από τα οποία έμεινα πραγματικά πάρα πολύ ευχαριστημένη. Τέλος, είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω και την καρμπονάρα με πανσέτα και κομματάκια λουκάνικου Τρικάλων, από τα πιάτα ημέρας. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ, διότι λόγω καταγωγής, έχω μεγάλη εξοικείωση με το συγκεκριμένο λουκάνικο -το οποίο παρεμπιπτόντως περιέχει πράσο- και στο άκουσμα του απρόσμενου αυτού συνδυασμού, ήμουν περίεργη να δω αν θα ταιριάξει. Και όντως, ήταν πετυχημένο το συνταίριασμα, καθώς το λουκάνικο αυτό είναι ιδιαίτερα πικάντικο, ό,τι πρέπει για να "απορροφήσει" τη λιπαρότητα της καρμπονάρας. By the way, η καρμπονάρα είναι αυθεντική (και ευτυχώς όχι η γνωστή μούφα με την κρέμα γάλακτος στην οποία έχω κηρύξει πόλεμο), αλλά -ιδανικά- θα ήθελα τα σπαγγέτι να είναι φρέσκα αντί για Barilla και τότε το πιάτο αυτό θα ήταν πραγματικά τέλειο.
Και επειδή μάλλον τόση ώρα θα αναρωτιέστε για το κρασί, τα πιάτα αυτά τα συνοδεύσαμε με ένα Pinot Blanc Elena Walch του 2008 από την Αλσατία (32 ευρώ), το οποίο ήταν απολύτως του γούστου μου, αλλά -και εδώ έχουμε ένα φάουλ- δεν ήταν αρκετά κρύο. Οι παραγωγοί του προτείνουν θερμοκρασία 12-14 βαθμών για το κρασί αυτό, αλλά ήταν σίγουρα πολύ πιο ζεστό. Πράγμα ιδιαίτερα ανητικό, φυσικά, για ένα wine bar, πόσο μάλλον όταν πλέον κοντεύουμε να μπούμε στον Ιούνιο. Η φιάλη τοποθετήθηκε, βέβαια, μέσα σε παγωνιέρα δίπλα στο τραπέζι μας και η κατάσταση βελτιώθηκε σε λίγη ώρα, αλλά και πάλι, μ
ια άσχημη εντύπωση όσο να 'ναι μας την έκανε.
Το δεύτερο φάουλ -και αυτό ήταν πιο χοντρό- ήταν πως τα κυρίως πιάτα ήρθαν με διαφορά είκοσι λεπτών το ένα από το άλλο, με αποτέλεσμα να κοιτάμε την καρμπονάρα να κρυώνει με τα σάλια μας να τρέχουν ενώ περιμέναμε με αγωνία τα πιάτα της υπόλοιπης παρέας. Το χειρότερο δε, είναι, ότι όταν παραπονεθήκαμε στο σερβιτόρο, αντί να απολογηθεί, μας είπε (ευγενικά βέβαια, δε λέω) ότι εμείς είμαστε που πρέπει να δείξουμε κατανόηση και να είμαστε πιο υπομονετικοί, διότι η κουζίνα εί
ναι μικρή. Το σωστό, όμως, θα ήταν, αν δεν είναι έτοιμα όλα τα πιάτα που πάνε σε ένα τραπέζι, αυτά που είναι έτοιμα να τοποθετηθούν σε θερμοθάλαμο ώσπου να ετοιμαστούν και τα υπόλοιπα και να σερβιριστούν όλα μαζί.
Παρά το δυσάρεστο της καθυστέρησης και του ζεστού κρασιού, όμως, οι ωραίες γεύσεις και η καταπληκτική ατμόσφαιρα, δεν άφησαν να μας χαλάσει η διάθεση. Όντας όλοι ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από τα πι
άτα μας, προχωρήσαμε και στο επιδόρπιο, διαλέγοντας τον κορμό σοκολάτας με creme anglaise (8 ευρώ), που ήταν πολύ καλός, αλλά όχι τόσο ώστε να με κάνει να θέλω να τον ξαναπαραγγείλω. Και ενώ όλα πήγαιναν πολύ καλά, να σου και το τρίτο φάουλ στο σέρβις, διότι μετά το επιδόρπιο ζητήσαμε έναν εσπρέσο, ο οποίος δεν ήρθε ποτέ. Τελικά, 40 λεπτά μετά τον ακυρώσαμε και ζητήσαμε το λογαριασμό.
Αυτά τα προβλήματα στο σέρβις είναι αρκετά ενοχλητικά, αλλά όχι τόσο ώστε να σε αποτρέψουν να ξαναπάς, διότι κατά τα άλλα, όλοι οι σερβιτόροι είναι ευγενικοί και φιλικοί. Αν διορθωθούν με τον καιρό, ακόμα καλύτερα. Η τόσο ευχάριστη ατμόσφαιρα του Scala Vinoteca, με τον ωραίο, μοδάτο, αλλά ανεπιτήδευτο
κόσμο, την ευχάριστη μουσική, την συμπαθέστατη wine list και κυρίως τις τόσο ελκυστικές γεύσεις, σε κερδίζουν ούτως ή άλλως. Και για να κάνουμε όρεξη κι εγώ για την επόμενή μου επίσκεψη, αλλά κι εσείς ακόμα περισσότερο, ιδού τι ψήνομαι να δοκιμάσω όταν ξαναπάω: λαδοτύρι Μυτιλήνης σαγανάκι με μαρμελάδα λεμόνι με 7 ευρώ (παρεμπιπτόντως, η άλλη μισή σκούφια μου βαστάει από εκεί και το λαδοτύρι σαγανάκι, για όποιον δεν το ξέρει, είναι κόλαση - να, δείτε και τη φωτό για να διαφημίσω λίγο και τα πάτρια εδάφη), βελουτέ τραχανά με κρουτόν φέτας (7 ευρώ), τορτίγια espanola με chorizo (10 ευρώ), αλλά και καρπάτσιο χταπόδι (για το τελευταίο δε, είμαι τρομερά περίεργη). Όπως καταλαβαίνετε, έπεται συνέχεια.

Τιμές: 24-32 ευρώ (αναλόγως και το κρασί)
Κουζίνα: εκσυγχρονισμένς παραδοσιακές συνταγές από διάφορες χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Ασία)
Crowd: ηλικίες 25-40, μοδάτος κόσμος, χαλαρή διάθεση.
Σέρβις: ευγένεια και φιλικότητα, αλλά σημαντικά προβλήματα στο ρυθμό και την ταχύτητα.
Διεύθυνση: Σίνα 50 & Αναγνωστοπούλου, Κολωνάκι
Τηλ: 210 36 100 41
Κράτηση: Οπωσδήποτε. Για Παρασκευή/Σάββατο, κλείστε ως και δύο μέρες πριν.


Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Food Quote #6

Food Quote #6


Κάποτε έκανα stand-up comedy σε ένα εστιατόριο και είχαν ένα μαυροπίνακα στο δρόμο, μπροστά στο εστιατόριο, όπου ήταν γραμμένο με κιμωλία: "Πιάτο ημέρας: Σπαράγγια αλα κρεμ. 'Ελεν Ντε Τζένερις".


Έλεν Ντε Τζένερις (1958 -), κωμικός.

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Εστιατόριο Βαρούλκο στον Κεραμεικό

Τρίτο και τελευταίο (σνιφ) εστιατόριο που επέλεξα από τη λίστα των Χρυσών Σκούφων της σχετικής προσφοράς του Αθηνοράματος είναι το Βαρούλκο. Και ενώ περίμενα επί μία βδομάδα πώς και τι να έρθει η μεγάλη στιγμή, οφείλω να σας πω πως απογοητεύτηκα κάπως. Και πριν με πάρετε με τις πέτρες, εξηγώ.
Το Βαρούλκο έχει τη φήμη του δεύτερου καλύτερου εστιατορίου της χώρας, αμέσως μετά τη Σπονδή. Κι ενώ η Σπονδή είναι σε μια κατηγορία από μόνη της, εκεί ψηλάαααα με τα δύο της αστραφτερά Michelin και την haute cuisine της που βασίζεται στη μοριακή γαστρονομία, υπάρχουν κι άλλα εστιατόρια που διαθέτουν ένα αστέρι στην Ελλάδα. Το Βαρούλκο είναι ένα από αυτά, αλλά παράλληλα χαίρει ξεχωριστής φήμης, χάρη στο γεγονός ότι ο πασίγνωστος σεφ του, ο Λευτέρης Λαζάρου, επικεντρώνει τη μαγειρική του στην ελληνική δημιουργική κουζίνα και ακόμα πιο συγκεκριμένα στα ψάρια και τα θαλασσινά.
Με λίγα λόγια, περίμενα ότι θα εκστασιαστώ, αλλά δεν. Διευκρινίζω, όμως, για ακόμα μία φορά, ότι επειδή πρόκειται για τέτοιας κατηγορίας εστιατόριο, είμαι κι εγώ ανάλογα αυστηρή. (Ίσως κάποιοι με βρουν περισσότερο αυστηρή από ό,τι θα ήθελαν, αλλά δεν μπορούμε να συμφωνούμε όλοι.)
Θα ξεκινήσω λέγοντας πως το μεγαλύτερο μειονέκτημα του Βαρούλκου , κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι που από μόνο του μπορεί να σου χαλάσει τη διάθεση, όσο καλό και αν είναι το φαγητό: το σέρβις είναι από απλώς διεκπεραιωτικό ως αγενές. Παρόλο που η κοπέλα και ο κύριος που μας υποδέχτηκαν και μας οδήγησαν στο τραπέζι μας ήταν ευγενέστατοι και χαμογελαστοί, οι σερβιτόροι βαριούνταν, ήταν αγενείς και μας έκαναν να αισθανόμαστε ανεπιθύμητοι. Αυτό είναι γενικότερα απαράδεκτο, αλλά σε ένα εστιατόριο αυτής της κλάσης, ακόμα περισσότερο. Από την ώρα που μας έφεραν το πρώτο πιάτο ως τη στιγμή που πληρώσαμε, απλώς ακουμπούσαν τα πιάτα μας επάνω στο τραπέζι ανακοινώνοντας βαριεστημένα τι ήταν το καθένα, και όταν ρωτούσαμε περισσότερες λεπτομέρειες έδειχναν να ενοχλούνται. Συν τοις άλλοις, έκαναν και αρκετά λάθη στην περιγραφή των πιάτων.
Προτού έρθει το πρώτο πιάτο και ενώ μελετούσαμε τη wine list, έκανε την εμφάνισή του και ο sommelier, του οποίου τη συμπεριφορά βρήκαμε συνολικά αρκετά πιεστική και κάπως υπεροπτική. Αρχικά, μας ρώτησε αν θέλουμε να μας προτείνει κάτι και όταν τον ρωτήσαμε τι, μας υπέδειξε μόνο ένα κρασί, την Παλαιοκάστρα από το κτήμα Καραδήμου (μαλαγουζιά και ασύρτικο του 2010, 24 ευρώ). Σε ερώτησή μου γιατί, υποστήριξε πως αυτό ταιριάζει απόλυτα με τα πρώτα πιάτα. Όχι ότι είχα κάποια αντίρρηση, αλλά η μία πρόταση δεν είναι πρόταση , αλλά μάλλον υπόδειξη. Τελικά το πήραμε.
Στο μενού υπήρχαν αρκετές αλλαγές σε σχέση με αυτό που διαβάσαμε στο Αθηνόραμα. Το πρώτο ορεκτικό υποτίθεται πως θα ήταν σούπα με αγκινάρα Ιεροσολύμων και καπνιστό σολομό, αλλά αντ' αυτού (και χωρίς να ενημερωθούμε), μας σερβιρίστηκε ψαρόσουπα με σφυρίδα, λαχανικά και σαφράν, που συνοδευόταν από ένα μικρό πουράκι με σφυρίδα και χορταρικά της θάλασσας τυλιγμένα σε φύλλο κρούστας (σας τα λέω όπως μας τα ανακοίνωνε η σερβιτόρα έπειτα από χίλια παρακάλια). Η σούπα ήταν, ομολογώ, εξαιρετικά νόστιμη! Μόλις γευτήκαμε την πρώτη κουταλιά, όλοι κοιταχτήκαμε, ενθουσιασμένοι για το τι θα επακολουθούσε. Δυστυχώς, όμως, αυτό ήταν και το πιο αξιόλογο πιάτο, όπως συμφώνησε όλη η παρέα. Παρεμπιπτόντως, το κρασί ήταν πολύ καλό, αλλά το βρήκα λίγο αδύναμο για τη σούπα αυτή, η οποία ήταν αρκετά πικάντικη. Με το επόμενο πιάτο ταίριαζε περισσότερο.
Λίγο μετά, λοιπόν, ακολούθησε το δεύτερο ορεκτικό, το ταρτάρ φρέσκου μπακαλιάρου με μους καπνιστής μελιτζάνας αρωματισμένης με μελάνι σουπιάς και γεμιστής με κρέμα πιπεριάς Φλωρίνης. Από αισθητική πήγαινε πολύ καλά (όπως και τα περισσότερα από τα πιάτα που το ακολούθησαν). Η μους μελιτζάνας -ζελέ περισσότερο στην ουσία- σχημάτιζε έναν λείο θόλο, κι όταν την έκοβες εγκάρσια έβρισκες την κόκκινη πιπεριά στο κέντρο της. Δίπλα της βρισκόταν το ταρτάρ, φορμαρισμένο σε κύλινδρο. Από γεύση, συμπαθητικό, αλλά σίγουρα δεν σε απογείωνε. Βρίσκω πως το μελάνι σουπιάς εξουδετέρωνε τη γεύση της μελιτζάνας. Αν γευόσουν τη μους μαζί με το ταρτάρ, η κατάσταση βελτιωνόταν αισθητά, αλλά ως εκεί.
Στη συνέχεια, μας ανακοίνωσαν ότι "ο σεφ δε βρήκε λυθρινάκια σήμερα", κι έτσι αντί για τα τραγανά λυθρινάκια σε μαξιλάρι καπνιστής μελιτζάνας που θα ήταν το τρίτο ορεκτικό μας, θα μας σέρβιραν καλαμάρι al pesto με τραγανή πατάτα. Το καλαμαράκι ήταν ψιλοκομμένο και φορμαρισμένο σε κυλινδρικό σχήμα πάνω σε τριμμένη σχεδόν, ξεροτηγανισμένη πατάτα. Πολύ νόστιμο, πράγματι, αλλά δεν ήταν κάποιος πρωτότυπος συνδυασμός γεύσεων.
Γενικά, μέχρι και το τρίτο πιάτο, η αίσθηση ήταν, "Καλά πάμε, αλλά για να δούμε και το επόμενο", ενώ θα έπρεπε να είναι "Δε θέλω να τελειώσει αυτό, πώς γίνεται να το φτιάξω κι εγώ;".

Στη φάση αυτή ήρθε ξανά ο sommelier να μας προτείνει -στα πεταχτά- ένα δεύτερο μπουκάλι κρασιού για τα κυρίως πιάτα μας. Δύο επιλογές αυτή τη φορά (λες να άκουσε τη συζήτησή μας;): Montes Chardonnay, από την Curicó Valley της Χιλής (18 ευρώ) ή Δάκρυ Αμπέλου (chardonnay και πάλι) από το κτήμα Συμεωνίδη. Διαλέξαμε το πρώτο.
Το πρώτο κυρίως πιάτο ήταν δύο μικρά μπιφτεκάκια ψαριού από ξεκοκαλισμένη σφυρίδα, με σος μπάρμπεκιου. Νόστιμα. Αλλά και πάλι, όχι κάτι το εξαιρετικό. 'Ασε που τη σος μπάρμπεκιου δεν τη θεωρώ και καμία σπουδαία έμπνευση.
Το δεύτερο πιάτο ήταν κριθαράκι με γαρίδες, μαγειρεμένο με Μοσχάτο Λήμνου. Τείνω να επαναλαμβάνομαι, αλλά έλα που αυτή ήταν η γενική αίσθηση που σου έδιναν όλα τα πιάτα! Πολύ νόστιμο. Αλλά δεν έπεσα και από την καρέκλα. Ενδιαφέρουσα η προσθήκη του Μοσχάτου. Οι γαρίδες, για κάποιο λόγο, ως πρώτη ύλη, δεν είχαν έντονη γεύση "θαλασσίλας".
Το τρίτο και τελευταίο πιάτο, ήταν παμψηφεί το πιο αδιάφορο γευστικά: φιλέτο πεσκανδρίτσας με ντοματίνια Σαντορίνης, πουρέ καπνιστής πατάτας και ξινόμηλο. Η πεσκανδρίτσα δεν κόλλαγε με την καπνιστή πατάτα, τα δε κομματάκια ξινόμηλου, σφήνα διάσπαρτα μέσα στον πουρέ συμφωνήσαμε όλοι πως ήταν ο πιο ατυχής συνδυασμός όλου του μενού. Αλλά και η αισθητική ήταν απογοητευτική. Η πεσκανδρίτσα στη μέση, κι ο πουρές αραδιασμένος γύρω-γύρω, χωρίς καμία έμπνευση. Αυτό το πιάτο με άφησε να αναρωτιέμαι, "Μα πώς είναι δυνατόν να επιλέχθηκε αυτό από τον Λαζάρου για την κορύφωση του μενού;". Ειδικά δε, από τη στιγμή που υποτίθεται πως ο Λαζάρου έχει στην πεσκανδρίτσα ιδιαίτερη αδυναμία και πως είναι αυτός που την επανέφερε στο γαστρονομικό προσκήνιο από εκεί που ήταν ένα ψάρι περιφρονημένο και λαϊκό.
Το επιδόρπιο με παρηγόρησε αρκετά: καραμελωμένα αχλάδια με φρέσκια βανίλια και απόσταγμα από αχλάδι, συνοδευμένα από παγωτό βανίλια και σορμπέ αχλάδι πάνω σε τραγανό φύλλο μπακλαβά. Είναι, βέβαια, που έχω και αδυναμία στα γλυκά με αχλάδι (Εντωμεταξύ, επιτρέψτε μου την άσχετη παρένθεση, γιατί δεν μπορώ να πω "αχλάδι" χωρίς να μου έρθει στο μυαλό η σκηνή με τον Μπάρκουλη και την Καρέζη, "Θες ένα αχλάδι, αγάπη μου;"), αλλά το βρήκα ενδιαφέρον επιδόρπιο ούτως ή άλλως. Είχε κι έναν απόηχο ελληνικότητας -μέσω των φύλλων του μπακλαβά, ήταν και καλαίσθητο -τα ορθογώνια φύλλα σχημάτιζαν μια ωραία γεωμετρία με τις μπάλες του παγωτού.
Συνολικά, τα 55 ευρώ που πληρώσαμε για 7 πιάτα ήταν, φυσικά, καλά. Τα διπλάσια, όμως, μάλλον όχι (ειδικά σε τέτοιους καιρούς -αν δεν το 'λεγα, θα 'σκαγα). Γενικά, υπολόγισα ότι για ορεκτικό, κυρίως, επιδόρπιο και κρασί, χρειάζεται κανείς 75-100 ευρώ, πράγμα που καθιστά το Βαρούλκο το δεύτερο ακριβότερο εστιατόριο της Ελλάδας μετά τη Σπονδή. Για το αν είναι, όμως, τελικά και το δεύτερο καλύτερο, επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Η αγάπη του Λαζάρου για τη θάλασσα και τα προϊόντα της είναι αισθητή και είμαι βέβαιη πως είναι γνήσια και ειλικρινής (όντας άλλωστε γιος καραβομάγειρα και Πειραιώτης). Σεβαστή και η μακροχρόνια πορεία του στην ελληνική εστίαση, αλλά και το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό ανανέωσε την ελληνική γαστρονομία, τουλάχιστον όσο αφορά τα ψάρια, ωστόσο -και το λέω μετά λύπης μου- δεν ένιωσα τις γεύσεις να με απογειώνουν όπως περίμενα και ήλπιζα.
Το δε σέρβις, που σας το περιέγραψα, για μένα λειτουργεί αρκετά αποτρεπτικά, όσο καλή κουζίνα κι αν έχει ένα εστιατόριο. Πόσο μάλιστα όταν στο site του Βαρούλκου διάβαζει κανείς ότι "χαρακτηρίζεται από καλή ισορροπία ανάμεσα στο φιλικό και το επαγγελματικό, με κύριο γνώμονα τη χαλάρωση του πελάτη"! Λίγο απογοητευτική βρήκα επίσης τη selection που έγινε από τον κατάλογο, διότι εφόσον επρόκειτο και για το "μενού των Χρυσών Σκούφων", περίμενα να δοκιμάσω τα πιο χαρακτηριστικά πιάτα που έχει δημιουργήσει ο Λαζάρου και που τον έχουν κάνει τόσο αγαπητό στη χώρα μας, όπως ας πούμε την περιβόητη σούπα με μελάνι σουπιάς. Συνοψίζοντας, δε λέω φυσικά ότι δε θα ξαναπήγαινα στο Βαρούλκο, γιατί υπάρχουν πολλά ακόμα πιάτα στον κατάλογό του που μου κινούν την περιέργεια. 'Ασε που έχει κι αυτή την ταράτσα με την καταπληκτική θέα στην Ακρόπολη...

Κουζίνα: ελληνική δημιουργική με έμφαση στη θάλασσα.
Τιμές: 75-100 ευρώ
Διεύθυνση: Πειραιώς 80, Κεραμεικός
Τηλ: 210 52 28 400

P.S. Ε, συγγνώμη, δεν κρατήθηκα.
Μπάρκουλης: "Θες ένα αχλάδι, αγάπη μου;"
Καρέζη: "Όχι, λατρεία μου."




P.S. 2 Η φωτό είναι από το in2life.

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Από το "Πώς να τρώτε σαν παιδιά" της Delia Ephron

Από το "Πώς να τρώτε σαν παιδιά και άλλα μαθήματα για το πως να μην είστε μεγάλοι" ("How to Eat Like a Child and Other Lessons in Not Being a Grown-up") της Delia Ephron (1978).

Τοστ: Αφήστε τις άκρες. Αν η μαμά σας σάς λέει ότι πρέπει να τις τρώτε γιατί είναι το καλύτερο κομμάτι, χώστε τις στις τσέπες του παντελονιού σας ή κάτω από τα μαξιλάρια του καναπέ.

Σπαγγέτι: Τυλίξτε υπερβολικά πολλά μακαρόνια στο πηρούνι σας και βεβαιωθείτε ότι τουλάχιστον δύο κομμάτια κρέμονται προς τα κάτω. Ανοίξτε διάπλατα το στόμα σας και χώστε τα μέσα. Ρουφήξτε ηχηρά τα δύο κομμάτια που κρέμονται απέξω. Αδειάστε το πιάτο, ζητήστε κι άλλα, φάτε μόνο τα μισά. Ενώ πηγαίνετε το πιάτο σας στο νεροχύτη, φροντίστε να γέρνει, έτσι ώστε τα υπόλοιπα μακαρόνια να γλιστρήσουν και να πέσουν στο πάτωμα.

Σπανάκι: Χωρίστε το σε μικρά λοφάκια. Κάντε ανακατανομή του σπανακιού σε καινούργια λοφάκια. Αφού επαναλάβετε 6-7 φορές, χυθείτε στην καρέκλα και ανακοινώστε ότι χορτάσατε.

Κρακεράκια-ζωάκια: Φάτε τα με την εξής σειρά το καθένα - πόδια, κεφάλι, υπόλοιπο σώμα.

Μπιζέλια: Λιώστε τα έτσι ώστε να σχηματίσουν ένα λεπτό φύλλο που να εκτείνεται σε όλη την επιφάνεια του πιάτου. Με την πίσω άκρη του πηρουνιού σας, πιέστε τα. Κρατήστε το πηρούνι κατακόρυφα, με τα δόντια προς τα πάνω και γλείψτε τα πατημένα μπιζέλια.

Βραστά καρότα: Ενώ τα κατευθύνετε προς το στόμα, αφήστε τα να πέσουν στην ποδιά σας. Μεταφέρετέ τα στον σκουπιδοτενεκέ στα μουλωχτά.

P.S. H Delia Ephron είναι σεναριογράφος και είναι αδερφή της γνωστής σκηνοθέτιδας Nora Ephron. Μεταξύ άλλων, έχει γράψει (μαζί με την αδερφή της) και τα σενάρια των ταινιών You've got Mail (Έχετε μήνυμα στον υπολογιστή σας) και Bewitched.

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Εστιατόριο Vardis στην Κηφισιά

Μια προσφορά σαν κι αυτή του Αθηνοράματος, με 50% στα μενού των βραβευμένων με Χρυσούς Σκούφους εστιατορίων της Αθήνας, πρέπει κανείς να την εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Έτσι κι εγώ, δεν αρκέστηκα στη Σπονδή -που ήταν αναμφίβολα καταπληκτική εμπειρία- και έκανα και δεύτερη κράτηση, αυτή τη φορά στο Vardis, το εστιατόριο του ξενοδοχείου Πεντελικόν στην Κηφισιά.
Το εστιατόριο αυτό, που επί σειρά ετών βραβεύεται σταθερά με
ένα αστέρι Michelin, σέρβιρε για χρόνια γαλλική κουζίνα, αλλά εδώ και δύο χρόνια έχει κάνει στροφή στην ελληνική δημιουργική κουζίνα με τον σεφ Αστέριο Κουστούδη στο τιμόνι.
Πρώτα από όλα πρέπει να πω για τον
υπέροχο χώρο του εστιατορίου. Tουλάχιστον για τον θερινό, γιατί πλέον ο καιρός άνοιξε κι έτσι καθίσαμε στον κήπο -οποίος είναι καταπράσινος- δίπλα σε έναν τεράστιο ευκάλυπτο. Τα τραπέζια βρίσκονται πάνω σε ξύλινη εξέδρα-βεράντα, που στεγάζεται με πέργκολες καλυμμένες με λευκές τέντες και μακριές κουρτίνες. Οι καρέκλες είναι μαύρες μαντεμένιες κήπου και τα τραπέζια καλύπτονται με λευκά λινά τραπεζομάντηλα. Ο φωτισμός είναι χαμηλός και προέρχεται από καλαίσθητα μεταλλικά φωτιστικά σαν φανάρια, ενώ πάνω σε κάθε τραπέζι είναι τοποθετημένο ένα κηροπήγιο που μοιάζει με λάμπα θυέλλης και ένα μικρό βάζο με λουλούδια.
Ξεκινήσαμε με το καλωσόρισμα του σεφ, μια
κρύα σούπα τομάτας με μους φέτας και ρίγανη -κάτι σαν την ελληνική εκδοχή του gazpacho- που σερβιρίστηκε χαριτωμένα σε φλυτζάνι του καφέ με διπλό χερούλι. Τη βρήκα κάπως αδιάφορη -από την άλλη, πάλι, ποτέ δεν ήμουν fan του gazpacho, αλλά ούτε και της κρύας σούπας εν γένει, οπότε πείτε πως η άποψή μου ήταν biased.
Όσον αφορά τη
wine list, αν και ιδιαίτερα ενημερωμένη -δε θα μπορούσε να μην είναι φυσικά, σε ένα τέτοιο εστιατόριο- βρήκα τις τιμές της αρκετά ψηλές, ακόμα και για το χώρο αυτό. Θα μου πείτε, λογικό αν λάβει κανείς υπόψη του την κατηγορία του εστιατορίου. Ας πούμε, τότε, πως δεν υπήρχαν αρκετές πιο οικονομικές επιλογές. Ακόμα και στη Σπονδή, το φθηνότερο μπουκάλι ξεκινούσε από τα 20 ευρώ, ενώ εδώ, ακόμα και στα ελληνικά κρασιά, δεν έβρισκες φιάλη κάτω από 25 ευρώ. Τελικά επιλέξαμε το Φανταξομέτοχο του Μπουτάρη, ένα κρασί που δεν είχαμε ξαναδοκιμάσει κι αποδείχτηκε εξαιρετική επιλογή (στοίχιζε 27 ευρώ). Πρόκειται για ένα γευστικότατο λευκό με υψηλή οξύτητα, που αποτελείται από Chardonnay, Malvasia Aromatica και Βηλάνα και προέρχεται από το ονοποιείο του Μπουτάρη στο Σκαλάνι της Κρήτης, ένα χωριό κοντά στο Ηράκλειο.
Το πρώτο πιάτο ήταν
χτένια με σπανακόρυζο, εσπεριδοειδή και ούζο με μαστίχα. Ήταν ένα πολύ καλό πιάτο, μια ωραία ελληνική βερσιόν ριζότου, που είχε μαεστρία και στην εκτέλεση και στην αισθητική. Ωραία και η ιδέα της ανανέωσης του παραδοσιακού σπανακόρυζου που συνήθως τρώμε με μπόλικο λεμόνι και η αντικατάσταση του τελευταίου με το πορτοκάλι. Τα χτένια, σε μορφή ζελέ, κομμένα σε ροδέλες, είχαν φινέτσα στη γεύση και την όψη, ενώ το πιο γουστόζικο στοιχείο του πιάτου ήταν δύο εξαιρετικά λεπτοκομμένες φέτες αποξηραμένου πορτοκαλιού με τη φλούδα. Θα ήθελα, όμως, πιο έντονη τη γεύση της μαστίχας, που νιώθω ότι χανόταν μέσα στα εσπεριδοειδή.
Συνεχίσαμε με το κυρίως, που ήταν
καλκάνι ψητό με μαραθόριζα, καλαμάρι «αλά Σπετσιώτα» και αβγοτάραχο Μεσολογγίου. Ενδιαφέρον πιάτο και αυτό, αλλά κάπου ένιωθα πως τα στοιχεία του δεν έδεναν μεταξύ τους. Ας ξεκινήσω από το καλκάνι: μόνο του, ως πρώτη ύλη δεν είχε κάποια ιδιαίτερη νοστιμιά, αλλά με τις φέτες του φινόκιο ως συνοδευτικό, βελτιωνόταν φυσικά πολύ. Το καλαμάρι "αλά Σπετσιώτα", εξαιρετικά τρυφερό και ψιλοκομμένο, ήταν μάλλον το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του πιάτου, ενώ το μικρό φετάκι αυγοτάραχου ήταν ένα όνειρο (αυτό βέβαια ήταν αναμενόμενο).
Πριν προλάβουν καλά-καλά να μας σηκώσουν τα πιάτα, ήρθε το πρώτο επιδόρπιο (εκτός μενού), μια αφράτη γλυκιά
κρέμα ανθότυρου με γλυκό κουταλιού σταφύλι μέσα σε σφηνοπότηρο. Στην προσπάθειά μας να πάρουμε μια ανάσα ανάμεσα στο κυρίως και το επιδόρπιο, περιμέναμε λιγάκι χωρίς να την τρώμε -και ξαφνικά έρχεται και το δεύτερο επιδόρπιο: ψητό μήλο με σάλτσα Μακεδονικού Χαλβά και παγωτό δεντρολίβανο. Αγχωμένοι διότι το παγωτό έλιωνε, φάγαμε την κρέμα ανθότυρου με συνοπτικές διαδικασίες. Ήταν νοστιμότατη. Περάσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη στο δεύτερο επιδόρπιο. Εδώ, όμως, συναντήσαμε ξανά το πρόβλημα της συνοχής ή αδυναμίας σύνδεσης των διαφορετικών στοιχείων μεταξύ τους, πράγμα που με κάνει να δυσκολεύομαι να το κρίνω ως σύνολο. Μεμονωμένα, το ψητό μήλο με σάλτσα χαλβά ήταν πεντανόστιμο, αλλά το σοκολατένιο κυλινδρικό κεκάκι τύπου brownie που βρισκόταν δίπλα του το βρήκα λίγο άσχετο. Η αποκάλυψη του πιάτου -για να μην πω και ολόκληρου του μενού- ήταν το παγωτό δεντρολίβανο, που πέραν του ότι πρόκειται για μια αρκετά πρωτότυπη ιδέα, είχε αφενός εξαιρετική υφή και αφετέρου απερίγραπτο άρωμα.
Στο τέλος μας έφεραν και
πιατέλα με petit-fours, από τα οποία δοκίμασα το brownie, το τρουφάκι με κακάο και το μπακλαβαδάκι. Πολύ cute κατάληξη.
Συνολικά, μείναμε
αρκετά ευχαριστημένοι για τα 34,5 ευρώ που πληρώσαμε ανά άτομο (συν το κρασί φυσικά). Αν, όμως, είχαμε δώσει τα διπλάσια που στοιχίζει το συγκεκριμένο μενού -ή τα 70-90 που κοστίζει κατά μέσο όρο το άτομο στο Vardis, ίσως και να είχα απογοητευτεί λιγάκι. Αυτό, βέβαια, με αρκετά αυστηρή ματιά, η οποία, όμως, αρμόζει και όταν κρίνει κανείς τέτοιας κλάσης εστιατόρια. Προσωπικά, από τη συγκεκριμένη κατηγορία ρεστοράν, προτιμώ το Πιλ Πουλ, από όλες τις απόψεις: γεύση, περιβάλλον και σέρβις.

Τιμές: 70-90 ευρώ.
Κουζίνα: ελληνική δημιουργική
Σέρβις: Ευγενικό κι επαγγελματικό. Ωστόσο, διέκρινα μια χαλάρωση από το επιδόρπιο και μετά. Σίγουρα δε δικαιολογούνται τα 40 λεπτά από τη στιγμή που ζητήσαμε λογαριασμό μέχρι τελικά να πάρουμε στα χέρια μας τα ρέστα.
Crowd: 50 και άνω.
Μουσική: γνωστές ελληνικές μελωδίες σε ορχηστρικές εκτελέσεις. Χαρακτηριστικό κομμάτι: Μια Ελλάδα Φως -Yanni feat. Κωνσταντίνα. Not my cup of tea, αλλά περί ορέξεως...
Διεύθυνση: Δηλιγιάννη 66 (ξενοδοχείο Πεντελικόν), Κηφισιά.
Τηλ: 210 62 30 650-6

P.S.
Double date 60άρηδων στο διπλανό τραπέζι. Κυρία με ξανθιά κοντή κουπ αλά Βίκυ Μοσχολιού και μακρύ diamante σκουλαρίκι, όταν καταφθάνει η τοματόσουπα, έπειτα από την εξήγηση της σερβιτόρας ότι πρόκειται για μια σούπα-καλωσόρισμα: "Ααααα! Είναι βραβευμένη κι αυτή;" (ειπωμένο με -συγκρατημένο- ενθουσιασμό). Στη συνέχεια, η ίδια παρέα ρώτησε έναν άλλο σερβιτόρο αν ο σεφ είναι Έλληνας και έλαβε την απάντηση ότι κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Ο κύριος της προαναφερθείσας κυρίας, γευόμενος το καλκάνι, αναφωνεί: "Αυτός ο Θεσσαλονικιός έχει έμπνευση!". Και το καλύτερο σας το φυλάω για το τέλος. Όταν σερβίρεται στην παρέα το επιδόρπιο με το παγωτό δεντρολίβανο, η δεύτερη κυρία ρωτάει απορημένη: "Τι; Από το Λίβανο το έχετε αυτό;" και ο σύζυγός της τής εξηγεί, "Ναι, το δεντρολίβανο είναι ο κέδρος του Λιβάνου".

Food quote #5

Δε μου αρέσει το μπρόκολο. Δε μου αρέσει επειδή από μικρό παιδί η μαμά μου με έβαζε να το τρώω με το ζόρι. Τώρα είμαι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και δεν πρόκειται να φάω άλλο μπρόκολο. Και αυτή είναι η τελευταία δήλωση που πρόκειται να κάνω ποτέ περί μπρόκολου.

George Bush (1924-). Ειπώθηκε σε συνέντευξη τύπου το Μάρτιο του 1990. Σοβαρές δηλώσεις από έναν σοβαρό πολιτικό.

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Food quote #4


Food quote #4


Ό,τι βλέπετε το οφείλω στα σπαγγέτι.



Sophia Loren (ηθοποιός/σεξοβόμβα, 1934-)




(
Άσε μας ρε Σοφία. Παίζεις με τον πόνο μας;)

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Απόσπασμα από την ταινία Πλαγίως (Sideways)

Από την ταινία "Πλαγίως" ("Sideways" -2003)
Σενάριο: Αλεξάντερ Πέιν & Τζιμ Τέιλορ
Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ρεξ Πίκετ

Μάγια
Να σου κάνω μια πρ
οσωπική ερώτηση;

Μάιλς
Φυσικά.

Μάγια
Γιατί σ' αρεσει τόσο το Pinot; 'Εχεις κόλλημα μαζί του.

Ο Μάιλς γελάει στην αρχή, μετά χαμογελάει ρεμβαστικά. Κοιτάζοντας το ποτήρι του, είναι σαν να ψάχνει την απάντηση εκεί μέσα. Ξεκινάει, μιλώντας αργά.

Μάιλς
Δεν ξέρω. Είναι σταφύλι που καλλιεργείται δύσκολα. Το ξέρεις αυτό. Έχει λεπτή φλούδα, έχει ταμπεραμέντο, ωριμάζει γρήγορα. Δεν επιβιώνει εύκολα, όπως το Cabernet, που μπορεί να αναπτυχθεί οπουδήποτε και να ευδοκιμήσει ακόμα και αν το παραμελήσεις. Το Pinot χρειάζεται διαρκή φροντίδα και προσοχή και, για την ακρίβεια, μπορεί να αναπτυχθεί μόνο σε συγκεκριμένες κρυφές γωνίτσες στον κόσμο τούτο. Και μονάχα οι πιο υπομονετικοί και στοργικοί καλλιεργητές μπορούν να πιάσουν τα εύθραυστα και ντελικάτα χαρακτηριστικά του Pinot. Mόνο αν κάποιος αφιερώσει το χρόνο για να κατανοήσει τις δυνατότητές του μπορεί να καλοπιάσει το Pinot και να το κάνει να εκφραστεί πλήρως. Κι όταν γίνει αυτό, η γεύση του είναι μια από τις πιο αξέχαστες και ιδιοφυείς και διακριτικές και συναρπαστικές και αρχαίες σε όλο τον πλανήτη.

Η Μάγια βρίσκει την απάντηση συγκινητική, πραγματική αποκάλυψη.

Μάιλς
Θέλω να πω, τα Cabernet μπορεί να είναι δυνατά και να σε ανεβάζουν, όμως, εμένα μου φαίνονται ανιαρά για κάποιο λόγο. Αν τα συγκρίνεις. Εσένα;

Μάγια
Εμένα τι;

Μάιλς
Δεν ξέρω. Εσένα γιατί σου αρέσει το κρασί;

Μάγια
Υποθέτω πως άρχισα να ασχολούμαι με το κρασί μέσω του συζύγου μου. Είχε ένα μεγάλο κελάρι, από αυτά που κάνει κανείς επίδειξη. Μετά, όμως, διαπίστωσα πως έχω απαιτητικό ουρανίσκο και όσο πιο πολύ έπινα, τόσο πιο πολύ μου άρεσαν αυτά που με έκανε να σκέφτομαι.

Μάιλς.
Ναι; Όπως;

Μάγια
Όπως πόσο μούφας ήταν.

Ο Μάιλς γελάει.

Μάγια
Όχι, μ' αρέσει να σκέφτομαι τη ζωή του κρασιού, ότι είναι κάτι το ζωντανό. Μου αρέσει να σκέφτομαι τι γινόταν τη χρονιά που αναπτύσσονταν τα σταφύλια, πώς έλαμπε ο ήλιος εκείνο το καλοκαίρι ή αν έβρεχε... Πώς ήταν ο καιρός. Σκέφτομαι όλους αυτούς τους ανθρώπους που φρόντισαν και μάζεψαν τα σταφύλια, και αν πρόκειται για παλιό κρασί, πόσοι απ' αυτούς θα πρέπει να έχουν πεθάνει πια. Μ' αρέσει που το κρασί συνεχίζει να εξελίσσεται, που κάθε φορά που ανοίγω ένα μπουκάλι θα έχει διαφορετική γεύση απ' ό,τι αν το είχα ανοίξει οποιαδήποτε άλλη μέρα. Γιατί ένα μπουκάλι κρασί είναι στην πραγματικότητα ζωντανό -συνεχώς εξελίσσεται και γίνεται όλο και πιο σύνθετο. Ώσπου να φτάσει στο αποκορύφωμά του -όπως το δικό σου του '61- και να αρχίσει η σταθερή, αναπόφευκτή του παρακμή. Και έχει τόσο γαμάτη γεύση!

Τώρα o Μάιλς έχει συναρπαστεί με τη σειρά του. Η έκφραση του Μάιλς μας λέει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή, αλλά ο Μάιλς παραμένει ακίνητος. Χρειάζεται ακόμα ένα σημάδι και η Μάγια τολμάει και του το προσφέρει: τον πλησιάζει και βάζει το χέρι της πάνω στο δικό του.

Μάιλς
(δείχνοντας)
Το μπάνιο είναι από 'κει;

Μάγια
Ναι.

Ο Μάιλς σηκώνεται και βγαίνει.
Η Μάγια αναστενάζει και πιάνει τα τσιγάρα από την τσάντα της.


Food Quote #3

Food quote #3


Όταν έχεις επιτέλους την οικονομική δυνατότητα να αγοράσεις μπριζόλες, έχεις πια χάσει τα δόντια σου.


Pierre Auguste Renoir (ζωγράφος, 1841-1919)

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Food Quote #2

Food Quote #2

Αποκλείεται να φάω όστρακα. Θέλω το φαγητό μου νεκρό. Όχι άρρωστο. Όχι τραυματισμένο. Νεκρό.

Woody Allen (κωμικός, 1935-)

Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Εστιατόριο Bluefield Burgers στο Νέο Ψυχικό

Τα Bluefield Burgers είναι μια δημοφιλής αμερικανική αλυσίδα που πρωτοάνοιξε στη Νέα Υόρκη το 1977. Εδώ και λίγους μήνες, άνοιξε και το πρώτο κατάστημα στην Αθήνα και βρίσκεται στο Νέο Ψυχικό.
Το μαγαζί λειτουργεί κυρίως για take away και delivery, διότι είναι teeny tiny σαν σπιρτόκουτο, αλλά πρόσφατα έβαλαν και μερικά τραπεζάκια στη μπροστινή βεράντα που κλείνει με τζαμαρία, έτσι ώστε να μπορεί να στεγάσει καμιά εικοσαριά άτομα. Ο χώρος είναι χαρωπός, με μικρές ψευδο-ζαρντινιέρες με γρασίδι και τσίγκινες αγελάδες να βόσκουν ανέμελες επάνω τους, ξύλινα τραπέζια και πάγκους και λαμπτήρες πυρακτώσεως να κρέμονται στη σειρά από το ταβάνι.
Το μεγάλο χαρτί του Blufield είναι το μπιφτέκι του, που ζυμώνεται στο χέρι καθημερινά κι αποτελείται από 100% νωπό μοσχαρίσιο κιμά και μόνο, που προέρχεται από στήθος και sirloin. Το πιο σηματικό είναι ότι το μπιφτέκι σας δε θα έρθει τσουρουφλισμένο/τσιτσιρισμένο/απανθρακωμένο, όπως συμβαίνει δυστυχώς σε πολλά καταστήματα του είδους, αλλά όμορφα ψημένο απέξω και με ένα ζουμπουρλούδικο ροδαλό χρωματάκι στο εσωτερικό του, ζουμερό όσο δεν πάει.
Το σουξέ του μαγαζιού είναι αναμφίβολα το Jack Daniels sauce burger (7.95 ευρώ), που περιέχει -εκτός από το προφανές- καπνιστό crispy μπέικον, cheddar, ντοματα, μαρούλι, κρεμμύδι και φυσικά Jack Daniels sauce. Επίσης, σας προτείνω το portobello burger (7.85 ευρώ), που περιέχει μπιφτέκι (duh), μανιτάρια portobello, ψητές κόκκινες πιπεριές, ντομάτα, κρεμμύδι, μαρούλι, πίκλες και την πολύ νόστημη maple dijon sauce.
Όσον αφορά τα burgers, τα περισσότερα είναι πολύ ενδιαφέροντα, αλλά θα σας σύστηνα να αποφύγετε όσα δεν περιέχουν κάποια σος -όπως το 6th Avenue Burger (5.90 ευρώ) που έχει μόνο μπιφτέκι/μαγιονέζα/κέτσαπ, διότι παρόλο που το μπιφτέκι παραμένει κορυφαίο, το burger συνολικά σου δίνει την αίσθηση ότι είναι λίγο στεγνό. Όλα τα burgers συνοδεύονται από τις φρεσκοτηγανισμένες 'old fashioned' χοντροκομμένες πατάτες με τη φλούδα, αλλά και από ένα κυπελάκι με τη Bluefield sauce. Και όποιος θέλει να αποφύγει τις πατάτες -εκτός από το προφανές: ας μην τις φάει- μπορεί να παραγγείλει τα γουστόζικα mini cheeseburgers (8.50 ευρώ). 'Αλλωστε εγώ είμαι γενικότερα υπέρ όλων των μίνι πραγμάτων. Όπως έλεγε κι ο Chandler, "Sometimes I like to hold them between my fingers and pretend I am a giant."
Κατά τα άλλα, το κατάστημα διαθέτει και veggie, fish (μέχρι και με σολομό) και chicken burgers, αλλά και σαλάτες. Τη νεοϋορκέζικη αίσθηση υπαίθριου snacking τη συμπληρώνουν τα hot dogs (Central Park και Harlem, με 4.95 ευρώ έκαστο), που δεν τα έχω δοκιμάσει ακόμα για να σας μεταφέρω άποψη, αλλά πού θα μου πάνε; Σιγά μην τα αφήσω να μου ξεφύγουν. Παρεμπιπτόντως, και το hot dog σερβίρεται σε μίνι έκδοση, με 3.90 ευρώ (άλλωστε σε περίοδο κρίσης, το μίνι είναι μια καλή επιλογή, από τα γεύματα ως τις φούστες -λιγότερο ύφασμα. Πάντως, επί του θέματος, το Αθηνόραμα υπόσχεται πως "αν φας το Central Park hot dog, με την κλασική κόκκινη σάλτσα με κρεμμύδια της Νέας Υόρκης, θα ξεχάσεις ό,τι ανάλογο έχεις φάει στις αθηναϊκές καντίνες."
Κι όσο για επιδόρπιο, πριν φύγετε θα σας δώσουν στο χέρι ένα φακελάκι με 2 choc chip cookies ανά άτομο, τα οποία είναι λέει βραβευμένα ως τα Νο1 choc chip cookies της Νέας Υόρκης από το κανάλι CBS το 1983. Μπορείτε να τα τσιμπολογάτε στο δρόμο του γυρισμού ή, αν έχετε αρκετή υπομονή, να τα απολαύσετε με τον καφέ σας το επόμενο πρωί.
Συνοψίζοντας, ο νούμερο ένα λόγος για να επισκεφθείτε ή να παραγγείλετε από τα Bluefield Burgers είναι το μπιφτέκι τους. Κατά τα άλλα, ως εμπειρία εστίασης απέχει πολύ από το να σας μείνει αξέχαστη. Ο χώρος -αν και είναι ευχάριστος και funky- χρειάζεται αρκετή περιποίηση για να πεις ότι είναι ένα εστιατόριο που σε προσελκύει να καθίσεις πάνω από μισή ώρα. Ακόμα, χρειάζονται οπωσδήποτε και κάποιες βελτιώσεις στο σέρβις. Όταν υπάρχει πελατεία στο κατάστημα, θα πρέπει να δίνεται έμφαση σε αυτήν και όχι προτεραιότητα στα τηλέφωνα για παραγγελίες, αλλιώς ας προσληφθεί κι άλλος υπάλληλος. Επίσης, καλό θα ήταν τα αναψυκτικά να μη σερβίρονται σε πλαστικά ποτηράκια και να υπάρχει πάγος στο κατάστημα -ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι πραγματικά απαραίτητο.

Ετυμηγορία: Yummy burgers, που προσωπικά τα προτιμώ από αυτά που σερβίρονται σε όλα τα άλλα αντίστοιχα καταστήματα της Αθήνας. Μην το επιλέξετε για τη σαββατιάτική σας έξοδο. Αν, όμως, μένετε κοντά, είναι μια ευχάριστη και φθηνή επιλογή για της καθημερινές.
Κουζίνα: duh, μπεργκεράδικο.
Τιμές: 8-15 ευρώ. Οι τιμές είναι ίδιες, είτε παραγγείλετε για το σπίτι είτε καθίσετε εκεί.
Διεύθυνση: Αγγελοπούλου 3, Νέο Ψυχικό
Τηλ: 210 67 777 39

Food Quote #1

Food Quote #1

Ο πρώτος νόμος της διαιτητικής φαίνεται πως έχει ως εξής: Αν είναι νόστιμο, κάνει κακό.

Isaac Asimov (συγγραφέας επιστ.φαντασίας, 1920-1992)


Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Τα 50 καλύτερα εστιατόρια του κόσμου

Κάθε χρόνο, το βρετανικό περιοδικό Restaurant κυκλοφορεί μια λίστα με τα 50 καλύτερα εστιατόρια του κόσμου, με κριτές σεφ, ιδιοκτήτες εστιατορίων, γευσιγνώστες και κριτικούς. Φέτος, νικητής ανακυρήχτηκε το εστιατόριο Noma στην Κοπεγχάγη, που βρισκόταν μέσα στα 50 εστιατόρια για πέντε συνεχείς χρονιές και σκαρφάλωσε στην κορυφή από το νούμερο 3 της περσινής λίστας. Σύμφωνα με τους κριτές, το Noma, που διαθέτει 2 αστέρια Michelin, ενσαρκώνει τόσο τέλεια το πνεύμα της εποχής μας που είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς το ρόλο που έχει παίξει στη διαμόρφωση των παγκόσμιων τάσεων της γαστρονομίας. Το Noma συνδυάζει την επιλογή τοπικών (σκανδιναβικών), εποχιακών υλικών στην κουζίνα του, με ένα πιο απλό κι ανεπιτήδευτο ύφος στην τραπεζαρία του. Τι θα βρείτε στο μενού του; Μύδια, καβούρια και αστακούς από τα νησιά Faeroe, που είναι ζωντανοί ως τη στιγμή που σερβίρονται στους πελάτες. Άγριο σολωμό, μπακαλιάρο και φύκια από την Ισλανδία. Αρνί, μοσχάρι, βατόμουρα και νερό από τη Γροιλανδία. To Noma είναι, σύμφωνα με το περιοδικό Restaurant, ένας "φόρος τιμής στη θάλασσα και το χώμα". Χώμα κυριολεκτικά, αν δούμε για παράδειγμα ένα από ορεκτικά του: baby carrots από την περιοχή Lammefjoerden της Δανίας, που γαρνίρονται με ένα "γαλάκτωμα" χορταρικών κι ένα είδος -κάθεστε;- "φαγώσιμου χώματος" φτιαγμένου από φουντούκια, μπύρα και κριθάρι. Κι από τιμές; Από μία επίσκεψη στο site του Noma διαπίστωσα ότι το μενού με επιλογή τριών πιάτων στοιχίζει γύρω στα 130 ευρώ. Σημειωτέον, τέλος, ότι ο σεφ και συνιδιοκτήτης του Noma, Rene Redzepi, είναι μόλις 32 ετών.
Όσο για τις υπόλοιπες θέσεις, τo El Bulli με τον ξακουστό Ferran Adria στο πηδάλιο, που βρίσκεται στην Costa Brava της Ισπανίας, έπειτα από 4 συνεχείς πρωτιές, βρίσκεται πια στη δεύτερη θέση. Τρίτο ήρθε το Fat Duck, που βρίσκεται στο Bray της Αγγλίας, ενώ πέρυσι βρισκόταν στη δεύτερη θέση. Τη δεκάδα συμπληρώνουν ακόμα τρία ισπανικά εστιατόρια, το El Celler de Can Roca (τέταρτο), το Mugaritz (πέμπτο) και το Arzak (ένατο), ένα ιταλικό, το Osteria Francescana που σκαρφάλωσε από τη 13η θέση πέρυσι στην έκτη για τη φετινή χρονιά, και τρία αμερικανικά, το Αlinea από το Σικάγο στην 7η θέση και τα νεοϋορκέζικα Daniel στην 8η και Per Se στη 10η.

Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να διαβάσει την πλήρη λίστα εδώ.