Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Εστιατόριο Maredo στην Κηφισιά

Δεν είμαι δα και φανατική κρεατοφάγος, αλλά πραγματικά, μια στο τόσο μου έρχεται η όρεξη να φάω ένα καλό μοσχαρίσιο φιλέτο. Και δυστυχώς αυτό είναι ακριβό σπορ. Επίσης, οι επιλογές για κρεατοφαγία στην πόλη μας δεν είναι πολλές. Δύο είναι οι κυρίαρχες αλυσίδες: αφενός το Meat Square, αφετέρου το Oro Toro και δυστυχώς και στις δύο οι τιμές είναι τσιμπημένες. Το Meat Square έκανε μεν κάποιες μειώσεις στις τιμές του της τάξης του 20% τους τελευταίους μήνες, ωστόσο οι μειώσεις αυτές δεν αφορούν τα κρεατικά. Με λίγα λόγια, εν μέσω κρίσης έψαχνα μια τρίτη λύση για να απολαύσω ένα ζουμερό φιλέτο ή μια καλή μπριζόλα βρε αδερφέ, χωρίς να χρειαστεί να ακουμπήσω μισό μισθό.
Το Maredo, λοιπόν, είναι μια γερμανική αλυσίδα, άρτι αφιχθείσα από τη Γερμανία (όπου υπάρχει εδώ και 35 χρόνια), και στεγάζεται στον πρώην χώρο του Block House, στην Κηφισιά. Το μεγάλο του ατού, όπως θα καταλάβατε είναι οι τιμές του. Και εξηγώ.
Περνάω κατευθείαν στο ψητό, γιατί αυτό με καίει κυρίως. 'Οποιο πιάτο επιλέξετε από την κατηγορία "βοδινά φιλέτα" συνοδεύεται με ψητή πατάτα με sour cream και σκορδοβούτυρο (ή τηγανητές πατάτες ή ρύζι εναλλακτικά) ΚΑΙ απεριόριστη ποσότητα από το salad bar, το οποίο είναι πληθωρικότατο: από βραστά λαχανικά (μπρόκολα, κουνουπίδι, πράσινα φασολάκια κλπ) και ψητά λαχανικά σε φέτες (μελιτζάνες, κολοκύθια κ.α.) μέχρι κρύες σαλάτες ζυμαρικών, συν άφθονες σος της επιλογής σας. Ο κατάλογος περιλαμβάνει Rump Steak, Sirloin Steak, Rib Eye και φυσικά φιλέτο, σε διαφορετικές τιμές ανάλογα με το μέγεθος που θα επιλέξετε. Το φιλέτο, λοιπόν, των 180 gr που πήρα εγώ στοίχιζε 20.90 (τιμή ήδη αρκετά χαμηλή) και συνοδευόταν από όλα αυτά τα συμπαρομαρτούντα που προανέφερα και ήρθε ψημένο ακριβώς όπως το ζήτησα, τουτέστιν medium rare (γιαμ!). Κι αυτή ήταν η πιο ακριβή επιλογή, διότι το sirloin, που παρήγγειλαν ο Σ. και η Ρ. και που επίσης ήταν ολόσωστα ψημένο, κόστιζε 15.90, ας πούμε. Δηλαδή, με τα χρήματα αυτά, συν όσο σας κοστίσει ένα αναψυκτικό ή ένα ποτήρι κρασί, και χωρίς να χρειαστεί να παραγγείλετε σαλάτα ή κάτι άλλο γιατί έχετε υπερκαλυφθεί από το salad bar, είστε χορτάτοι, τη στιγμή που σε άλλα κρεατάδικά πρέπει να πληρώσετε 30-35 ευρώ για αντίστοιχη παραγγελία. Pas mal ή μάλλον nicht schlecht, ja??
Αλλά να πούμε και τα αρνητικά τώρα. Σάββατο βράδυ το (τεράστιο, παρεμπιπτόντως) εστιατόριο ήταν ΑΔΕΙΟ με μόνη εξαίρεση εμάς και άλλη μια παρέα. Βέβαια, ήταν μέσα Ιουλίου κλπ, αλλά, ΣΑΒΒΑΤΟ; Και μάλιστα σε ώρα αιχμής; Και εντελώς άδειο; Δεν είναι ακριβώς το μέρος που θα πας για να δεις και να σε δουν, λολ... Δεύτερον, όσον αφορά το γαστρονομικό κομμάτι, αν και το κρέας ήταν ωραία ψημένο και τα λοιπά, η ψητή πατάτα ήταν σαφώς ψημένη πολλές ώρες πριν (θέλω να πιστεύω τουλάχιστον ότι έγινε την ίδια μέρα) και όχι επαρκώς ξαναζεσταμένη (κλασικό λάθος στο χειρισμό του microwave), αφού στο κέντρο ήταν πάγος. Κατανοητό, βέβαια, αν δεν πατάει κανείς στο μαγαζί, αλλά still, σε ξενερώνει κάπως, n' est-ce pas? Επίσης, κρεατάδικο που δεν λέει τι προέλευσης είναι το κρέας του, δεν με πείθει και πολύ (στο site λέει ένα αόριστο "από του καλύτερους βοσκότοπους του κόσμου και κυτίως της Ν.Αμερικής"). Δηλαδή, στο Oro Toro, ας πούμε, ναι μεν το φιλέτο κοστίζει 29.00 ευρώ, αλλά από την άλλη, ξέρεις ότι πρόκειται και για Black Angus. Και, ναι, υπήρχε διαφορά στη γεύση. Γενικά, ο χρυσός κανόνας δε θα μπορούσε και να μην ισχύει και στην περίπτωση των κρεατικών: ό,τι δίνεις, παίρνεις. Είναι όπως το δίλημμα του Zarra υποκαμίσου: φοβερή ευκαιρία τα 14.90 ευρώ, αλλά με το δεύτερο πλύσιμο θα σου έχει σακουλιάσει ανεπιστρεπτί.
Οh, well, θα του ξαναδώσω μια ευκαιρία το φθινόπωρο του Maredo, αλλά αν και τη δεύτερη φορά το βρω άδειο, χμμ, δεν ξέρω. 'Αλλωστε half the fun in eating out είναι να κρυφακούς τι λένε στο διπλανό τραπέζι (ελάτε τώρα που δεν το κάνετε κι εσείς). Κι ένα tip: όταν παίρνετε τηλέφωνο σε εστιατόριο για κράτηση και σας πούνε ok χωρίς να σας ζητήσουν τηλέφωνο επικοινωνίας, να τη μυρίζεστε τη δουλειά. Βαράνε μύγες.

Ετυμηγορία: δώστε του μια ευκαιρία, καταρχάς λόγω τιμών
Κουζίνα: κρεατάδικο
Τιμές: 15-30 ευρώ
Crowd: εδώ γελάμε
Περιβάλλον: booths με μπορντό καναπέδες από δερματίνη, απειλητικοί κάκτοι σε γλάστρες πάνω από το κεφάλι σου, ξύλινοι πάγκοι με ψηλά σκαμπό, salad bar στο κέντρο με γκριζόλευκο γρανίτη (Goodies style) και γενικά μια αίσθηση casual early 90s. Εντάξει, οι Γερμανοί δεν φημίζονται και για την αισθητική τους.
Σέρβις: αξιοπρεπές
Διεύθυνση: Κηφισίας 238-240 (Εμπορικό κέντρο Μελά), Κηφισιά
Τηλ: 210 62 30 600

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Εστιατόριο Tutti a Tavola στο Χαλάνδρι

Ναι, πάλι ιταλικό. Σε λίγο θα το βάλω και κάτω από την επικεφαλίδα του blog, μου φαίνεται. Food for Thought: ειδικευόμαστε στην ιταλική κουζίνα. Ε, τι να πω. Εγώ φταίω που υπάρχουν τόσα πολλά ιταλικά εστιατόρια στην πόλη; Δε νομίζω ότι καμία άλλη εθνική κουζίνα εκπροσωπείται τόσο πολυάριθμα στη χώρα μας, αλλά και πάλι, τα καλά ιταλικά της Αθήνας νομίζω πως μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Σήμερα θα σας μιλήσω για ένα από αυτά. Η κουζίνα του μπορεί να μη σας συγκλονίσει, αλλά σίγουρα κρατάει ένα αρκετά καλό επίπεδο και η σχέση ποιότητας-τιμής είναι κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερό του πλεονέκτημα.
Το Tutti a Tavola βρίσκεται στο Χαλάνδρι, στη λεωφόρο Κηφισίας, αλλά πολλοί ίσως να μην το γνωρίζουν γιατί το μόνο που φαίνεται από το δρόμο είναι η ταμπέλα του και ένας μακρύς χαλικοστρωμένος διάδρομος ανάμεσα σε δύο τεράστια καταστήματα, ο οποίος δε σε προϊδεάζει ακριβώς ότι θα σε οδηγήσει σε εστιατόριο (παρόλο που δεξιά και αριστερά από την πινακίδα έχει ένα τεράστιο μαχαίρι κι ένα πηρούνι, like, DUUUH!). Εμείς, περαστικοί από το σημείο αυτό και περίεργοι από τη φύση μας, αποφασίσαμε μια μέρα, πριν μερικά χρόνια, να τρυπώσουμε εκεί μέσα και να δούμε τι μπορεί να κρύβεται στο τέρμα του διαδρόμου.
Και κάναμε πολύ καλά, όπως αποδείχθηκε, γιατί ο διάδρομος αυτός οδηγεί καταρχάς σε έναν ωραιότατο κήπο, που ούτε που φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να υπάρχει στην άκρη μιας λεωφόρου. Ο κήπος λοιπόν του εστιατορίου, κλειστός με ψηλά δέντρα και θάμνους από όλες τις πλευρές, σε απομονώνει πλήρως από το θόρυβο του δρόμου, κι είναι γεμάτος με περιποιημένα λευκά ξύλινα τραπεζοκαθίσματα. Θα σας πω από την αρχή ότι ο εσωτερικός χώρος του μαγαζιού δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, οπότε αν επιχειρήσετε να το επισκεφθείτε, καλύτερα κάντε το τους καλοκαιρινούς μήνες.
Στην τελευταία μας επίσκεψη παρατηρήσαμε αρκετές αλλαγές στο εστιατόριο, και πρώτα από όλα στον κατάλογο. Μέχρι και πέρυσι οι τιμές ήταν ψιλοτσιμπημένες, αφού χρειαζόσουν περίπου 30-35 ευρώ το άτομο, ενώ τώρα φάγαμε με 27 ευρώ και μάλιστα βασιλικά. Μετά λύπης μου, όμως, διαπίστωσα ότι ο κατάλογος είναι κάπως πιο φτωχός, και ότι το Tutti a Tavola προσανατολίζεται πλέον περισσότερο προς τα ζυμαρικά του ενώ παλιότερα έβρισκες αρκετά κρεατικά και ψαρικά στα κυρίως πιάτα. Πλέον προσομοιάζει περισσότερο σε τρατορία, πράγμα που δεν είναι φυσικά κακό, αλλά μπορώ να πω ότι θα ήθελα και μερικά risotti μαζί με τα ζυμαρικά. Κυρίως μου έλειψε το υπέροχο ριζότο τους με μελάνι σουπιάς που συνήθιζα να παραγγέλνω συχνά, αλλά και μια πολύ ωραία πράσινη σαλάτα με τοματίνια και bocconcini που θυμάμαι πως είχε το μενού. Ωστόσο, ο κατάλογος δεν παύει να έχει πολλές ενδιαφέρουσες επιλογές και μεγάλη ποικιλία στην pasta.
Στην αρχή, θα σας φέρουν ένα πανεράκι με κριτσίνια και ωραία φοκάτσια πασπαλισμένη με κόκκους αλατιού -χάρηκα που αυτό δεν καταργήθηκε- μαζί με ένα συμπαθέστατο ντιπ. Εμείς ξεκινήσαμε με σαλάτα caprese, όπου η δόση της μοτσαρέλας ήταν παραπάνω από γενναία, η ντομάτα αρωματικότατη και στοίχιζε μόνο 8 ευρώ (υπεραρκετή για 4 άτομα). Ακόμα, παραγγείλαμε το καρπάτσιο μοσχαριού (13 ευρώ), πιάτο στο οποίο επίσης ήταν τεράστια η ποσότητα, άσε που συνοδευόταν και από νόστιμες χοντροκομμένες φλοίδες παρμεζάνας και μπόλικη ρόκα.
Από τα ζυμαρικά, ένα πλεονέκτημα είναι ότι το εστιατόριο διαθέτει και φρέσκα (που είπαμε, όπου τα βρίσκω, το διαφημίζω, διότι ιταλικό ρεστοράν χωρίς φρέσκια pasta είναι σαν ψαρόσουπα χωρίς ψάρι). Εμείς διαλέξαμε ζυμαρικά με θαλασσινά (μύδια και κυδώνια), λευκό κρασί και σκόρδο (14 ευρώ), που κανονικά τα προτείνουν με linguini secca, αλλά εγώ τα ζήτησα με φρέσκιες παπαρδέλες κι ήταν πάρα πολύ καλά. Το δεύτερο ζυμαρικό ήταν papardelle alla paesana (12 ευρω), που όμως τελικά τις ζητήσαμε με φρέσκα casarecce αντ' αυτού (τι να κάνουμε, έχουμε κι εμείς τις ιδιοτροπίες μας). Στα φρέσκα ζυμαρικά του μενού συμπεριλαμβάνονται ακόμα ταλιατέλες, caramelle και ravioli.
Αλλά και η λίστα κρασιού είναι πολύ οικονομική, αν και μικρή. Οι τιμές της κυμαίνονται μεταξύ 18 και 26 ευρώ, με ακριβότερη τη Βιβλία Χώρα (που έχω δει να πωλείται ως και 40 ευρώ σε άλλα εστιατόρια). Εμείς πήραμε μισό λίτρο χύμα λευκό κρασί, το οποίο όμως, ήρθε υπερβολικά ζεστό και ζητήσαμε να το βάλουν λίγο στην κατάψυξη.
Αυτή τη φορά γλυκό δεν παραγγείλαμε (ήμασταν παραπάνω από φουλ), αλλά από ό,τι θυμάμαι, το Tutti a Tavola έχει νοστιμότατα επιδόρπια και αξιοπρεπέστατο τιραμισού.

Ετυμηγορία: Να πάτε. Θα φάτε σε ωραίο, δροσερό περιβάλλον τώρα που σφίξαν οι ζέστες.
Κουζίνα: ιταλική
Τιμές: 23-28
Σέρβις: Εξυπηρετικό.
Μουσική: ανάλαφρη ιταλική ποπ και το occasional canzone.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Φοίνιξ Ποσέ σε συνταγή του Νιλ Γκάιμαν

Πριν λίγο καιρό είχα γράψει για την άνθηση των διαφόρων Adventure Eating Clubs στις ΗΠΑ και ο φίλος μου ο Γ. με πληροφόρησε ότι ο Neil Gaiman έχει γράψει ένα διήγημα με το θέμα αυτό, το οποίο και μου έδωσε να διαβάσω. Το διήγημα λέγεται "Sunbird" και συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Fragile Things που πρωτοεκδόθηκε το 2006. Το βρήκα απολαυστικό, γι' αυτό και παραθέτω ένα κομμάτι του, αν και είναι δύσκολο να αποσπάσω ένα -σχετικά- σύντομο τμήμα του που να έχει από μόνο του κάποια συνοχή. Όπως και να 'χει, η φανταστική λέσχη που πρωταγωνιστεί στο "Sunbird" λέγεται The Epicureans και ιστορία ξεκινά με τα πέντε μέλη της να παραπονιούνται ότι έχουν δοκιμάσει κυριολεκτικά τα πάντα.

"Έχουμε φάει οτιδήποτε μπορεί να φαγωθεί", είπε ο Αύγουστος ΜακΚόι, κι η φωνή του έκρυβε μια φευγαλέα θλίψη. "Φάγαμε όρνεα, τυφλοπόντικες και νυχτερίδες.Φάγαμε κάμποσα είδη που έχουν εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό. Φάγαμε κατεψυγμένο μαμούθ και γιγάντιο βραδύπο
δα της Παταγονίας."
"Μακάρι να είχαμε προλάβει λίγο νωρίτερα το μαμούθ", αναστέναξε ο Τζάκι Νιούχαουζ. "Καταλαβαίνω, πάντως, γιατί εξαφανίστηκαν τόσο γρήγορα οι τριχωτοί ελέφαντες, από τη στιγμή που τους δοκίμασαν οι άνθρωποι. Μπορεί να είμαι εραστής των εκλεπτυσμένων απολαύσεων, αλλά έπειτα από μια μπουκιά, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται τη σος μπάρμπεκιου του Κάνσας Σίτι και τι γεύση θα είχαν τα παϊδάκια αυτού του ζώου έτσι και ήταν φρέσκα."

"Δεν κάνει κακό να μένει κάτι στον πάγο για μία-δύο χιλιετίες", είπε ο Ζεμπεντάια Τ. Κρόουκρασλ. Χαμογέλασε πονηρά. "Ακόμα κι έτσι, όμως, αν ήθελες πραγματική γεύση έπρεπε να δοκιμάσεις ένα ζουμερό μαστόδοντο. Οι άνθρωποι
συμβιβάζονταν με τα μαμούθ όταν δεν μπορούσαν να βρουν μαστόδοντα." "Φάγαμε καλαμάρι, και γιγάντιο καλαμάρι και κολοσσιαίο καλαμάρι", είπε ο Αύγουστος ΜακΚόι. "Φάγαμε λέμμους και τίγρεις της Τασμανίας. Φάγαμε πτιλλονόρυγχο και ορτολάνη και παγώνι. Φάγαμε το ψάρι-δελφίνι (που δεν είναι το θηλαστικό δελφίνι) και τη γιγάντια θαλάσσια χελώνα και τον ρινόκερο της Σουμάτρας. Φάγαμε ό,τι είναι δυνατόν να φαγωθεί."
"Ανοησίες. Υπάρχουν εκατοντάδες πράγματα που δεν έχουμε δοκιμάσει ακόμα", είπε ο καθηγητής Μάνταλεϊ. "Χιλιάδες, ίσως. Σκεφτείτε μόνο πόσα είδη σκαθαριών υπάρχουν που δεν έχουν δοκιμαστεί."
"Ω, Μάντι", αναστέναξε η Βιρτζίνι
α Μπουτ. "Αν έχεις δοκιμάσει ένα σκαθάρι, είναι σαν να τα έχεις δοκιμάσει όλα. Κι έχουμε δοκιμάσει μερικές εκατοντάδες είδη."
"Κάποτε υπολόγισα ότι αν κάποιος έτρωγε έξι διαφορετικά είδη σκαθαριού τη μέρα,
θα του έπαιρνε πάνω από είκοσι χρόνια να φάει όλα τα είδη σκαθαριών που έχουν ταυτοποιηθεί. Και μέσα σε αυτά τα είκοσι χρόνια θα είχαν ανακαλυφθεί αρκετά νέα είδη σκαθαριών για μπορεί να τρώει άλλα δυόμισι χρόνια, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Είναι το παράδοξο του ανεξάντλητου. Το αποκαλώ Το Σκαθάρι του Μάνταλεϊ. Θα έπρεπε να απολαμβάνει κανείς να τρώει σκαθάρια, πάντως", πρόσθεσε, "αλλιώς θα ήταν άσχημα τα πράγματα."
"Έχουμε οργώσει τον γαστρονομικό χάρτη απ' άκρη σ' άκρη, έχουμε ταξιδέψει ως τα πέρατα της γευσιγνωσίας. Γίναμε κοσμοναύτες που εξερεύνησαν ανεκδιήγητους κόσμους γευστικών απολαύσεων", είπε ο Τζάκι Νιούχαουζ.
"Πράγματι, πράγματι", είπε ο Αύγουστος ΜακΚόι. "Οι Επικούρειοι συναντιούνται κάθε εβδομάδα εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια, τον καιρό του πατέρα μου, τον καιρό του παππού μου και τον καιρό του προπάππου μου, και τώρα φοβάμαι πως η λέσχη πρέπει να κλείσει γιατί δεν υπάρχει τίποτα πια που να μην έχουμε φάει εμείς ή οι προκάτοχοί μας."
"Κι όμως, υπάρχουν πολλά ακόμα που δεν έχουμε φάει", είπε ο Ζεμπεντάια Τ. Κρόουκρασλ.
"Πες ένα", είπε ο Μάνταλεϊ, με το μολύβι του στημένο όρθιο, ακριβώς πάνω από το σημειωματάριό του.
"Υπάρχει ο Φοίνιξ της Ηλιουπόλεως", είπε ο Ζεμπεντάια Τ. Κρόουκρασλ.

"Δεν τον έχω ξανακούσει", είπε ο Τζάκι Νιούχαουζ. "Τώρα τον επινόησες." "Εγώ τον έχω ακούσει", είπε ο καθηγητής
Μάνταλεϊ, "αλλά σε άλλο πλαίσιο. Και εξάλλου, είναι φανταστικό ον."
"Και οι μονόκεροι είναι φανταστικά όντα", είπε η Βιρτζίνια Μπουτ, αλλά Θεούλη μου, αυτά τα πλευρά μονόκερου ταρτάρ ήταν πεντανόστιμα. Λίγο αλογίσια, λίγο κατσικίσια, και ακόμα καλύτερα με κάπ
παρη και ωμά αυγά ορτυκιού.
H Βιρτζίνια Μπουτ ήταν πρακτικός άνθρωπος. Είπε, "Ας πούμε ότι θέλαμε να φάμε Φοίνικα της Ηλιουπόλεως. Πού θα τον βρίσκαμε;"

Ο Ζεμπεντάια Κρόουκρασλ έξυσε τη σκληρή, επτά ημερών γενειάδα που ξεφύτρωνε στο σαγόνι του. "Στη θέση σας εγώ θα πήγαινα
στην Ηλιούπολη του Καΐρου ένα βραδάκι του μεσοκαλόκαιρου, και θα έβρισκα ένα άνετο μέρος να καθίσω -το καφενείο του Μουσταφά Στρόχαϊμ, για παράδειγμα- και θα περίμενα να περάσει ο Φοίνιξ. Τότε, θα τον έπιανα με τον παραδοσιακό τρόπο και θα τον μαγείρευα, επίσης με τον παραδοσιακό τρόπο." "Και ποιος είναι ο παραδοσιακός τρόπος;", ρώτησε ο Τζάκι Νιούχαουζ. "Μα, ο ίδιος τρόπος που ο διάσημος πρόγονός σου μαγείρευε τα ορτύκια και τις πέρδικες ποσέ, φυσικά", είπε ο Κρόουκρασλ.

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Εστιατόριο Ψάριστον στο Ν.Ηράκλειο

Δε συνηθίζω να γράφω για ταβέρνες, όπως θα έχετε ίσως παρατηρήσει, αλλά είπα να κάνω μια εξαίρεση αυτή τη φορά. Κι αυτό γιατί μου είχαν φάει όλοι τα αυτιά τόσο καιρό με το περιβόητο το Ψάριστον, όπου έχει φρέσκο ψάρι και όπου πάνε όλοι οι δημοσιογράφοι και οι μεγαλοεπιχειρηματίες και οι πολιτικοί και ως και ο πορθυπουργός. Να, αν δε με πιστεύετε, διαβάστε. Εμένα αυτό βέβαια κυρίως που με έπεισε ήταν που διάβασα στο Olive (τεύχος Ιουλίου) ότι το Ψάριστον έχει μεγάλη ποικιλία σε θαλασσινά μεζεδάκια και ψαγμένα όστρακα, που είναι και η μεγάλη μου αδυναμία. Και κάπως έτσι αποφασίσαμε να το επιχειρήσουμε.
Έχουμε και λέμε. Το ντεκόρ αξίζει ειδική μνεία. Την ξανθομαλλούσα γοργόνα δε χρειάζεται να σας την περιγράψω, τη βλέπετε και μόνοι σας. Κολυμπάει γυμνόστηθη κι ανέμελη μέσα σε κάτι καταγάλανα νερά μαζί με δυο πορτοκαλί ψάρια τύπου Nemo. Είναι σκέτο κομψοτέχνημα. Κατά τα άλλα, από παντού κρέμονται διάφορα μαρματζούλια και θαλασσινά παραφερνάλια, όπως δίχτυα, πηδάλια, καραβάκια, ψάρια, κουπιά, ναυτικά καπέλα, παγίδες για ψάρια, κλπ κλπ, για όποιον δεν κατάλαβε δηλαδή ότι βρίσκεται σε ψαροταβέρνα. Παράλληλα, διάφορες επιγραφές εδώ κι εκεί, για όποιον δεν έπιασε το concept λαϊκή ψυχή. Δίπλα μου είχε, ας πούμε, μία που έλεγε "Έξω από άδικο κι από κακιά γυναίκα".
Ο κατάλογος. Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω; Κανονικά, θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να τον επισυνάψω ολόκληρο στην ανάρτηση. Θα σας πω ότι έχει τη μορφή περιοδικού, με μια αιθέρια γοργόνα -εννοείται- στο εξώφυλλο και αμέτρητες τσαχπινιές και πλακίτσες (άρθρα τάχα μου) τύπου: "Αποκλειστικό, βρήκαμε πού έχει το μόριό του ο αστακός", καθώς και "Μπαρμ(π)ούνα, κόκκινη, γλυκιά, σαρκώδης". "Ωχ", ήταν η πρώτη μου σκέψη. "Πάλι σε αστειατόριο ήρθαμε". Διότι η γούνα μου έχει ήδη καεί αρκετές φορές από ανάλογες περιπτώσεις καταστηματαρχών που συμπληρώνουν με χαβαλέ ότι τους λείπει σε γνώσεις γαστρονομίας κι αισθητική.
Οι τσαχπινιές του μενού φυσικά δε θα μπορούσαν να σταματούν στο εξώφυλλο. Κάθε (μα κάθε) πιάτο συμπληρώνεται και από μια ευφυολογία που έχει γραφτεί είτε για να σας πείσει γιατί να παραγγείλετε το συγκεκριμένο πιάτο (π.χ. "Ταραμάς. Γιατί το χαβιάρι κολλάει στα δόντια.") είτε απλώς σχολιάζει περί ανέμων και υδάτων χαριτολογώντας, όπως στις κάτωθεν περιπτώσεις:
"Αυγοτάραχο. Όχι πάντως αυγό που ταράχτηκε."


"Φάβα. Ο λάκος έχει πολλά να πει." και το καλύτερο,

"Από μύδια παίζουν σαγανάκι, αχνιστά, στη λαδόκολλα, γιατί Μήδια (sic) εν Ταύροις κ' εν Αυλίδη (sic) δεν μας αφορούν" (Να το σχολιάσω; άσε καλύτερα γιατί μετά με λέτε κακοπροαίρετη.)

Δε λείπουν βέβαια
και τα 90's ανέκδοτα τύπου "Τι είναι αυτό που έχει οκτώ πόδια και κάνει μούουου; ΤΟ ΧΤΑΒΟΔΙ!" (Αναλόγως, και στο εξώφυλλο διαφημίζεται το "αφιέρωμα Τζιπούρα, το 4x4 του βυθού". Αχαχούουουχα.)

Μελετώντας τον κατάλογο, λοιπόν, αποκλείσαμε την ιδέα των ψαριών που κυμαίνονται από 40 ευρώ το κιλό για λούτσο (ποια είμαι, η Μενεγάκη, να πάρω λούτσο;) ως 100 για ροφό (διότι δεν κέρδισα ακόμα το λαχείο, παρόλο που δεν παίζω ποτέ) . Άλλωστε εμείς, είπαμε, για όστρακα είχαμε έρθει κυρίως. Μόλις είδαμε, λοιπόν, τόσο μεγάλη ποικιλία γυάλισε το μάτι μας: στρείδια, μύδια, κυδώνια, γυαλιστερές, πετροσωλήνες, ανεμώνες, φούσκες, καλογνώμες, γαϊδουροπόδαρα, φεγγαρούσες, στρόμπια, νυχάκια, πεταλίδες, 12 ευρώ η μερίδα, 36 το κιλό. Κόντεψα να κλάψω από τη συγκίνηση. Μετά βέβαια, ήρθαν να μας πάρουν παραγγελία και προσγειώθηκα απότομα.
Έρχεται, λοιπόν, ο σερβιτόρος:
"Ελάτε, σηκωθείτε, πάμε να διαλέξουμε μαζί ψάρι."
Τον κοιτάμε.
"Λέμε να μη φάμε ψάρι."
"Α, δηλαδή δε θέλετε κυρίως; Μόνο μεζεδάκια!" (ξενερωμένος)
"Θα πάρουμε κυρίως, απλώς όχι ψάρι."
"Μα γιατί; Έχω ωραίους σαργούς, πολύ καλή τσιπούρα, ελάτε να δείτε, ελάτε."
"Μια άλλη φορά."
"Σίγουρα;"
"Ναι."
"Καλά. Ούτε μια αστακομακαρονάδα να μη σας φτιάξω, όμορφη;"
"Ούτε".
Ενώ αυτός μα κοιτάει με μισό μάτι κι είμαι σίγουρη ότι από μέσα του σκέφτεται, "φτωχομπινέδες, τζαμπατζήδες", εμείς πάμε να ανοίξουμε το στόμα μας να πούμε το πρώτο πιάτο. Αυτός με κοιτάει καλά-καλά, και μου κάνει κάτι νοήματα.
"Καταρχάς, ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ. Κλείστε τον. Θα σας πω εγώ τι έχω ωραίο."
"Μα έχουμε αποφασίσει."
"Λοιπόν, έχω ωραιότατα φρέσκα στρείδια, να φέρω;"
"Ανεμώνες έχετε;"
"Δεν έχω. Δε θέλετε στρείδια;"
"Όχι, τι άλλο έχετε;" (σόρι κιόλας, αλλά στρείδια παίρνω κι απ' το σουπερμάρκετ)
"Έχω γυαλιστερές, κυδώνια και στρείδια. Α, έχω και πετροσωλήνες."
"Ωραία", λέμε εμείς, "τις πετροσωλήνες". (Το μόνο που δεν βρίσκεις στο σουπερμάρκετ από τα τέσσερα, παρά τα 12 διαφορετικά είδη που τάζει το μενού.)
Να μη σας τα πολυλογώ, ιδρώσαμε να παραγγείλουμε, διότι για κάθε πιάτο που λέγαμε και δεν άρεσε στον εστιάτορα, μας πρότεινε πιεστικά άλλα 17 με ρυθμό πολυβόλου.
Τελικά, ξεκινήσαμε με παντζάρια (4 ευρώ), που ήταν γλυκά και με τριμμένο σκορδάκι από πάνω, αρμυρίκια (7 ευρώ), σωστά βρασμένα και τρυφερά, σκορδαλιά (3 ευρώ), που προσωπικά δε μου άρεσε καθόλου, την ήθελα πιο υδαρή, και γαύρο μαρινάτο (4 ευρώ), που κακό δεν τον λες, αλλά δεν πάθαμε και πλάκα. Πήραμε και φρέσκο αχινό (12 ευρώ), σε μπολάκι με λεμόνι, που ήταν πεντανόστιμος, αλλά δε θέλει δα και καμία φοβερή τέχνη πια αυτό. Στο μεταξύ, περιμέναμε να βρούμε κάποιον να του ζητήσουμε να μας φέρει ψωμί για κανένα μισάωρο, διότι άπαξ και πήραν παραγγελία, μας ξέγραψαν. Τελικά ήρθε κι αυτό, κι ήρθε μαζί του και το ουζάκι μας (ούζο 12, 6 ευρώ τα 200 ml).
Στο μεταξύ, έχει καθίσει δίπλα μας ένα ζεύγος, ο κύριος έχει μόλις "διαλέξει ψάρι" και καταφθάνει με το σερβιτόρο για να παραγγείλουν τα υπόλοιπα μαζί με την κυρία. Διότι οι κυρίες δεν συμμετέχουν στην επιλογή ψαριού, ως γνωστόν, είναι αντρική δουλειά. Οι κυρίες, καλά θα κάνουν να κάτσουν στη σπηλιά, να στρώσουν τα αρκουδοτόμαρα και να περιμένουν τους άντρες να φέρουν τα ψάρια που έπιασαν -συγγνώμη, διάλεξαν- για να τα φάνε όλοι μαζί. Πράγμα που επιβεβαίωσε και ο σερβιτόρος, όταν η καημένη η νεαρά τόλμησε -άκουσον άκουσον- να ρωτήσει τι ψάρι διάλεξε ο σύντροφός της. Απάντηση εστιάτορα με ύφος αφ' υψηλού: "Γιατί, ξέρεις από ψάρια;". Η συζήτηση δεν τελείωσε εκεί, και ο φυσικά ο σερβιτόρος ζήτησε επιτακτικά και από αυτούς να ΚΛΕΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ, αλλά στο μεταξύ σταμάτησα να παρακολουθώ διότι στο τραπέζι μας προσγειώθηκαν οι πετροσωλήνες και εμείς είχαμε μείνει άναυδοι από το σοκ.
Τα όστρακά μας κολυμπούσαν μέσα σε ένα παχύρρευστο κίτρινο υγρό.
Ο Σ. με κοιτάει έντρομος.
"Μη μου πεις ότι είναι μουστάρδα!"
Εγώ βουτάω τη μύτη από το πηρούνι και δοκιμάζω. Ναι, είναι μουστάρδα, μια πηχτή κίτρινη σάλτσα μουστάρδας και κρέμας γάλακτος. Αντιλαμβάνεστε την απογοήτευσή μας; Χέσε την απογοήτευση. Αντιλαμβάνεστε την ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ; Πετροσωλήνες. ΜΕ ΜΟΥΣΤΑΡΔΑ!!!! Who does that? Όπου παραγγέλνεις όστρακα, εννοείται ότι είναι ΣΚΕΤΑ. Και αν
ο μάγειρας θέλει να αυτοσχεδιάσει, καλά θα κάνει να γράφει στον κατάλογο (ή να το λέει ο σερβιτόρος, αφού ο κατάλογος καλά θα κάνει "να κλείνει") ότι σερβίρονται ΜΕ ΣΑΛΤΣΑ.
Και ενώ προσπαθούσαμε απεγνωσμένα να στραγγίξουμε το κάθε όστρακο από το κίτρινο πηχτό ζουμί, μπας και μπορέσουμε να καταλάβουμε γεύση θαλασσινού, διότι φυσικά η μουστάρδα και η κρέμα είχαν πνίξει τα πάντα, έφτασε και το τελευταίο μας πιάτο. Γαρίδες με τραχανά και δεντρολίβανο (15 ευρώ). Κατεψυγμένες, φυσικά, γιατί να μη σας πω καλύτερα πόσο έκαναν οι φρέσκιες το κιλό και μου πάθετε τίποτα, έχει και καύσωνα σήμερις, δε θέλει και πολύ. Άντε, θας σας πω. Εβδομήντα (70). Δε θέλω καν να σκέφτομαι πόσο μπορεί να είχε κοστίσει το πιάτο αυτό με φρέσκιες. Τέλος πάντων, για να μην απορείτε, καλό ήταν, νόστιμο. Είχε πάρει ο τραχανάς ωραία γεύση, θαλασσίλα. Έχω βέβαια μια αίσθηση ότι το πιάτο ήταν μαγειρεμένο από μέρες, αλλά πάλι δεν μπορείς και να το διασταυρώσεις αυτό, οπότε δε μιλάω.

Αυτά. Να σας πω και πόσο ήρθε η λυπητερή; 67 ευρώ. 33,5 στον καθένα δηλαδή. Από τη μία λες, θαλασσινά είναι, ακριβά είναι, τι να γίνει. Από την άλλη, ψάρι δεν πήραμε. Σκέφτομαι εντωμεταξύ ότι πριν ένα μήνα με 40 ευρώ έφαγα στην υπέροχη ταράτσα της Ρεσπέντζας, στο Γκάζι, φρέσκο αχινό, αστακό, ξιφία και μπουκάλι κρασί, και μάλιστα με 5 σερβιτόρους στα πόδια μας, ενώ τα ίδια σχεδόν πλήρωσα για τα άνωθεν περιγεγραμμένα σε μία παράγκα (κυριολεκτικά, δεν υπερβάλλω) στο Νέο Ηράκλειο όπου μόνο ξύλο που δε φάγαμε επειδή δε θέλαμε ψάρι, και πολύ μου κακοφαίνεται. Πολύ σας λέω.

Ετυμηγορία: Μωρέ δεν πα να τρώει κι ο πάπας στο Ψάριστον, εγώ δεν ξανατρώω. Διότι, πρώτον, νιώθω ότι δε με σέβονται ως πελάτη. Δεύτερον, βρίσκω τις τιμές υπερβολικές για αυτό που είναι. Αν θέλουν να χρεώνουν τόσα, οφείλουν να έχουν έναν πιο περιποιημένο χώρο και όχι μια παράγκα για να μπορεί να ξεγελάει τον εαυτό του ο εκάστοτε υπουργάρας και να νιώθει αυθεντικό λαϊκό παιδί ενώ ξεκοκκαλίζει τη σπαρταριστή ροφούκλα του των 100 ευρώ με ό,τι μασέλες δεν πρόλαβε να καταβροχθίσει μίζες το πρωί από τα ταμεία του κράτους. Επίσης, αν θέλουν να χρεώνουν τόσα, οφείλουν να φέρονται λίγο πιο ευγενικά στους πελάτες τους και όχι να τους θυμούνται μόνο όταν είναι να παραγγείλουν και όταν είναι να πλερώσουν. Εμάς, πάντως, ούτε καληνύχτα δε μας είπανε.
Crowd: είπαμε. Πρώτον, κάθε λογής celebrities. Εμείς δεν είδαμε, γιατί τέτοια εποχή έχουνε πάει αλλού για τα μπάνια τους. Δεύτερον, ζεύγη, τύπου "Μωρό μου, απόψε θα σε πάω για φρέσκο ψάρι" και το μπρελόκ της SLK κοτσαρισμένο δίπλα στην ταραμοσαλάτα.
Τιμές: 35 (με "μεζεδάκια", χωρίς κυρίως, λολ) ως... Δεν ξέρω, 70; I'm scared. Τρέχα γύρευε, δεν ξέρω. Ρωτήστε τον πορθυπουργό.
Διεύθυνση: Καλαβρύτων 16, Ν.Ηράκλειο.
Καταρχάς, νε προειδοποιήσω όσους θέλουν να το δοκιμάσουν, να μελετήσουν καλά-καλά το χάρτη πριν ξεκινήσουν, διότι το μαγαζί βρίσκεται μόνο του μέσα σε κάτι σκοτάδια και ερημιές, όπου δεν υπάρχει ψυχή ζώσα για να ρωτήσεις οδηγίες.
Τηλ: 210 28 50 746

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Βιολογικά Αυγά; Αξίζει τον κόπο; Nope!

Όταν τα βιολογικά τρόφιμα έσκασαν μύτη στην αγορά -κάπου στις αρχές της δεκαετίας θαρρώ- και πρωτοάκουσα γι' αυτά, το βρήκα τρομερά ενδιαφέρουσα ιδεά και αναρωτήθηκα γιατί δεν είχε σκεφτεί κανείς πιο πριν να καλλιεργήσει ζαρζαβατικά χωρίς φυτοφάρμακα του διαβόλου που εφευρέθηκαν για να μας ξεκάνουν πριν την ώρα μας. Μετά πήγα στο σουπερμάρκετ αποφασισμένη να εξερευνήσω αυτή τη νέα προοπτική, ώσπου είδα τις τιμές και προσγειώθηκα απότομα. Διότι ακόμα και σ' εκείνα τα προ της κρίσης χρόνια (που τώρα φαντάζουν τόοοοσο μακρινάααα), ποιος ήταν διατεθειμένος να πληρώσει 3 ευρώ για ένα μαρούλι όταν μπορούσε να το πάρει με 30 λεπτά (ναι, κάποτε τα σαλατικά έκαναν 30 λεπτά το τεμάχιο, το θυμάμαι ολοκάθαρα); Και σιγά μη σε έπιανε εσένα ο πόνος, κυρία μου (που λέει κι ο Λαζόπουλος), επειδή δηλαδή οι καλλιεργητές βιολογικών ζαρζαβατικών έχουν μικρότερη παραγωγή, λόγω της μη-χρήσης χημικών παραγόντων, και άρα τα φυτά τους πεθαίνουν πιο εύκολα, κι έχουν απώλειες παραγωγής, και άρα γι' αυτό έχουν αυξημένες τιμές, και σώωωωπα, τι λες; Θα κλάψεις εσύ από τη συγκίνηση που έχουνε απώλειες οι άνθρωποι και θα δώσεις 10πλάσια λεφτά για ένα μαρούλι, με το σκεπτικό ότι ίσως έτσι γλυτώσεις τον καρκίνο στα 70 σου.
Κι έτσι, παρόλο που τα βιολογικά κηπευτικά καταλάμβαναν έναν ολόκληρο τοίχο με ράφια στο μανάβικο του σουπερμάρκετ, η πλευρά εκείνη παρέμενε πάντα θλιβερά άδεια. Την επισκέπτονταν μόνο κάτι περίεργες 60άρες πρώην χίππισες με οικολογική τάχα μου συνείδηση, γκρίζα πλεξούδα ως τον κώλο, ξεθωριασμένο τατού γιν-γιανγκ από τα 60s και gladiator σανδάλι Μοναστηρακίου. (Έχω και visual να πλένουν τα μαρούλια με θαλασσινό νερό όταν πάνε για ελεύθερο κάμπινγκ και μετά να τα τρώνε ενώ ο σύντροφός τους παίζει κρουστά στην παραλία κι αυτές χορεύοντας με βραχιόλια στα πόδια, κάνουν δεήσεις στον Τουτάτη και την Κέριντγουεν.)
Τελικά, όμως, μ' έναν περίεργο τρόπο που δεν έχω συλλάβει ακόμα (παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να παρακολουθήσω πολιτική οικονομία στο πανεπιστήμιο και λέω ευθύς εξαρχής ότι δεν ήμουν ποτέ πολύ καλή με κάτι τέτοια, αλλά έχω μια αμυδρήηηη υποψία ότι μπορεί να έχει να κάνει με την προσφορά και τη ζήτηση), το 2010 οι τιμές των φυτοφαρμακωμένων ζαρζαβατικών κοντεύουν να εξισωθούν με αυτές των βιολογικών. Go figure.

Τόσα χρόνια μετά, κι έχοντας δοκιμάσει τόσο φυτοφαρμακωμένα (that's what we'll call them from now on) όσο και βιολογικά φρούτα και λαχανικά από διάφορα σουπερμάρκετ, μανάβικα, αλλά και από την good old fashioned λαϊκή της γειτονιάς μου (ναι, αυτό το παράξενο μέρος όπου πάνε μόνο γριές με παντοφλέ παπούτσια και όπου όλα τα αχλάδια είναι "για μωρά", τα πεπόνια "μέλι" και τα καρπούζια "με τη βούλα" -αυτή η ορολογία πάντα αναρωτιόμουν πώς προέκυψε, πάντως σίγουρα είναι ενιαία σε όλη τη χώρα), τείνω να καταλήξω ότι η γεύση δεν έχει και τόσο να κάνει με τη χρήση φυτοφαρμάκων ή μη, αλλά με άλλους παράγοντες τους οποίους δεν είμαι σε θέση να υποψιαστώ καν, μην έχοντας καλλιεργήσει ποτέ μου οτιδήποτε. Ίσως έχει να κάνει με το πόσο "αγαπάει" ο γεωργός την ντομάτα του, πόσο δεμένος είναι ο καλλιεργητής με το χώμα που φιλοξενεί το σπόρο του και άλλες τέτοιες χίπικες /tree hugger μπούρδες. Δεν ξέρω, whatever. Έχει τύχει να φάω ντομάτες από το μη βιολογικό section του σουπερμάρκετ που ήταν όνειρο και μύριζαν καλοκαίρι , αλλά και πορτοκάλια βιολογικά που μέσα ήταν μπαμπλιακιασμένα κι είχαν γεύση σαν κοτλέ παντόφλα. Και τούμπαλιν. Go figure.
Αυτά, όμως, όσον αφορά τα ζαρζαβατικά, διότι για το κρέας έχω εντελώς διαφορετική άποψη και όσο περισσότερο τρώω, τόσο επιβεβαιώνεται ότι ζώο που βόσκει ελεύθερο, έχει και νοστιμότερο κρέας. Η γεύση του έχει επίσης να κάνει και με το είδος των ζωοτροφών. Σίγουρα θα έχετε φάει από αυτά τα συσκευασμένα κοτόπουλα του σουπερμάρκετ που έχουν γεύση σαν στυπόχαρτο. Από την άλλη, δεν μπορεί, όλο και κάποιο συγγενή σε χωριό θα έχετε που να σας έδωσε ή να σας μαγείρεψε κότα χωριάτικη. Μη μου πείτε ότι δεν έχει διαφορά;
Αλλά τα αυγά τους;
Ως συνήθως, ξέφυγα από το θέμα για το οποίο σκόπευα να γράψω αρχικά. Διάβασα, λοιπόν, προσφατα ένα άρθρο στο περιοδικό Time, περί βιολογικών αυγών vs. αυγών από κότες κλεισμένες σε κλουβιά. Η διαφορά στην τιμή τους στις ΗΠΑ είναι διπλάσια ή και τριπλάσια πολλές φορές, αναλόγως πόσο αλανιάρες είναι οι κότες που τα γέννησαν. (Παρεμπιπτόντως αυτό τον όρο τον έβρισκα πάντα εξωφρενικά άστείο. Όταν ακούω "κότα αλανιάρα", φαντάζομαι μια κότα με κομπολόι να τραγουδάει το "είμαι εγώ γυναίκα φίνα ντερμπεντέρισσα".) Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ πραγματοποίησε μία έρευνα, πόρισμα της οποίας ήταν ότι τα αυγά από αλανιάρες μάνες σε σχέση με τα άλλα, δεν έχουν διαφορά ως προς το πόσο θρεπτικά είναι. Προσοχή, η έρευνα δεν είχε να κάνει με το ποιανής κότας το κρέας είναι νοστιμότερο -γιατί εδώ δε χωράει καμία αμφιβολία, αλλά με το πόσο θρεπτικά είναι τα αυγά της καθεμίας. Για τη διεξαγωγή της μελέτης χρησιμοποιήθηκε ένα σύστημα που λέγεται μονάδα Haugh κι επινοήθηκε από τον τεχνολόγο τροφίμων Raymond Haugh το 1937. Το ασπράδι του αυγού περιέχει όλες τις πρωτεΐνες. Αποτελείται από αλβουμίνη, αυτό το νερουλό υγρό που απομακρύνεται από τον κρόκο όταν σπάσει το αυγό και το ρίξεις στο τηγάνι. Η αλβουμίνη είναι πιο παχύρρευστη όσο είναι κοντά στον κρόκο και πιο διαφανής όσο απομακρυνόμαστε από αυτόν. Όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα της παχύρρευστης αλβουμίνης, λοιπόν, τόσο πιο θρεπτικό είναι το αυγό. Η μόναδα Haugh λαμβάνει υπόψη της και το μέγεθος του αυγού και το πάχος της αλβουμίνης και η μελέτη αποφάνθηκε ότι τα νούμερα δεν αυξάνονται ανάλογα με το βαθμό ελευθερίας της κότας. So, there. Βάλτε το έξτρα ευρώ στην τσέπη σας καλύτερα (χαλεποί καιροί, κτλ.)

P.S.
Α, το άρθρο διευκρινίζει και κάτι άλλο, άσχετο με την έρευνα. Πολλοί νομίζουν ότι όσο πιο σκουρόχρωμο είναι το τσόφλι ενός αυγού, τόσο καλύτερης ποιότητας είναι, αλλά το χρώμα του έχει να κάνει αποκλειστικά με τη ράτσα της κότας. Και αν τα καφέ αυγά κοστίζουν περισσότερο είναι επειδή οι κότες που γεννούν καφέ αυγά δεν γεννούν τόσο μεγάλη ποσότητα σε σχέση με αυτές που κάνουν άσπρα.


Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Εστιατόριο Π-Box στην Κηφισιά

Ααααα, επιτέλους, Π-Box. Το λιμπιζόμουν από την πρώτη μέρα που άνοιξε. Θα ξεκινήσω λέγοντάς σας ότι εδώ απόλαυσα ένα από τα καλύτερα γεύματα της χρονιάς. Ο Χριστόφορος Πέσκιας είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους εγχώριους σεφ κι αυτό φαίνεται στην κάθε μπουκιά.
Το Π-Βox είναι ένα teeny tiny εστιατόριο στο στυλ των νεοϋορκέζικων deli-restaurants, που δεν χωράει πάνω από 35 άτομα, άντε και λίγα παραπάνω το καλοκαίρι που βγάζει και 5-6 τραπεζάκια στην αυλή. Η κουζίνα του είναι ανοιχτή, στο κέντρο του εστιατορίου, και τα λίγα άτομα που δειπνούν στην μπάρα μπορούν να παρακολουθούν τον σεφ εν δράσει. Ο χώρος είναι ζεστός, με ανοιχτόχρωμες ξύλινες ραφιέρες που φτάνουν ως το ταβάνι και φιλοξενούν yummy τερψιλαρύγγιες λιχουδιές προς πώληση, ενώ πάνω από την κουζίνα κρέμονται λαχταριστά από το ταβάνι διάφορα ζουμπουρλούδικα αλλαντικά. Εμείς καθίσαμε στην αυλή, αλλά σίγουρα στην επόμενη επίσκεψή μου, όταν αρχίσει να κρυώνει ο καιρός, θα επιχειρήσω να καπαρώσω ένα σκαμπό στην μπάρα, για να παρακολουθήσω από κοντά τον τζερτζελέ.
Ανοίγοντας την κάρτα, πραγματικά δεν ήξερα τι να πρωτοπαραγγείλω, αφού όλα φαίνονταν τρομερά δελεαστικά. Αρχικά λιμπιστήκαμε τις μοσχαρίσιες καρδιές, αλλά μας αποθάρρυνε η πληροφορία της σερβιτόρας ότι ήταν πολύ πικάντικες. Έτσι παραγγείλαμε τη σούπα με πεπόνι, φέτα και κριτσίνια με προσούτο για αρχή (12 ευρώ), η οποία ήταν η καλύτερη δυνατή επιλογή για καλοκαίρι: δροσερή, γλυκιά (είχε και λίγο μέλι), με το προσουτάκι τυλιγμένο στα κριτσίνια για αλμυρή εναλλαγή. Συνεχίσαμε με λαδοτύρι σαγανάκι με μαρμελάδα λεμόνι ΓΙΑΜ (11 ευρώ), που το βρήκα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ορεκτικά που έχω φάει ποτέ. Καθώς κατάγομαι από τη Μυτιλήνη και γνωρίζω εξ απαλών ονύχων ότι το λαδοτύρι κάνει το καλύτερο σαγανάκι ΕVER, βρήκα την ιδέα της γαρνιτούρας με μαρμελάδα κα-τα-πλη-κτι-κή. Γλυκόξινη η μαρμελάδα, αλμυρό το λαδοτύρι, μαζί με μικρές μπουκίτσες από φρέσκο ψωμάκι, η απόλαυση στο μάξιμουμ.
Από τα κυρίως, διάλεξα το κοτόπουλο με κρούστα από λεμόνι, βασιλικό, poppy seeds και dressing με γιαούρτι και μαριναρισμένο αγγούρι (16 ευρώ). Επίσης ό,τι πρέπει για καλοκαίρι. Το κοτόπουλο άψογα ψημένο -και όχι στεγνωμένο, η κρούστα του αρωματική όσο δεν παίρνει και το ντρέσινγκ δροσιστικότατο. Μου έκανε εξαιρετική εντύπωση το γεγονός ότι η πληθωρική γαρνιτούρα αυτού του πιάτου δεν έπνιγε καθόλου τη γεύση του κοτόπουλου, πράγμα που δηλώνει πολύ καλή πρώτη ύλη. Αλλά και το δεύτερο κυρίως πιάτο που δοκίμασα ήταν πάρα πολύ καλό: μπριζόλα χοιρινή με σάλτσα βερίκοκου, ginger και κολοκυθάκια στον ατμό (18 ευρώ). Η μπριζόλα ροδαλή και τρυφερή, η σάλτσα απαλή και γλυκιά, τα κολοκυθάκια η ουδέτερη εξισορρόπηση στον ουρανίσκο. Και τα τέσσερα πιάτα που δοκιμάσαμε χαρακτηρίζονταν από δημιουργικότητα, πρωτοτυπία , καθαρότητα γεύσεων και φινέτσα στην εκτέλεση, αλλά και στην όψη.
Η λίστα κρασιού του Π-Box είναι εξίσου ενδιαφέρουσα με το μενού. Μικρή και περιεκτική, τα ελληνικά κρασιά δεν κυριαρχούν αριθμητικά, παρά ισορροπούν μαζί με άλλες χώρες στην κάρτα και όλες οι επιλογές είναι ξεκάθαρο πως έχουν γίνει με μεγάλη προσοχή. Μόνο μου παράπονο είναι πως σε ένα τέτοιο εστιατόριο δεν μπορεί να διατίθεται μόνο ένα λευκό κι ένα κόκκινο κρασί σε ποτήρι. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν πρόκειται φυσικά για wine restaurant, αλλά έστω δύο-τρεις επιλογές από το καθένα θα τις ήθελα. Ωστόσο, το Bodegas Fescenino (Tempranillo) του 2008 που σερβίρεται σε ποτήρι ήταν ωραίο (6 ευρώ το ποτήρι, τιμή φιάλης 25).
Πάντως, οι λάτρεις του κρασιού μπορούν να έρθουν και να απολαύσουν ένα ωραίο μπουκάλι παρέα με τυριά και αλλαντικά από μια πολύ ενδιαφέρουσα λίστα. Στα τυριά, που συνολικά είναι 26, θα βρείτε, για παράδειγμα, από μελίχλωρο Λήμνου (6 ευρώ) και ξινοτύρι Κιμώλου (5 ευρώ) ως Manchego affinage (7.5) και ελβετικό
Tête de Moine (8), ενώ στα αλλαντικά (31 στο σύνολο), λούτζα Τήνου (4.5), βοδινό παστράμι με πιπέρι Μιράν (αυτό μου γυάλισε τρελά) ή σαλάμι καυτερό Ουγγαρίας (5 ευρώ). Τώρα βέβαια, κάποιοι μπορεί και να μην ενθουσιάζονται στην ιδέα, όπως ας πούμε το ζευγάρι που ήρθε και στρογγυλοκάθισε στο διπλανό τραπέζι (χωρίς να ρωτήσει κανέναν και χωρίς να έχει κάνει κράτηση), και ο κύριος μελετώντας το μενού, δήλωσε απαξιωτικά: "Τι έχει τώρα εδώ να φάμε; Σκατά! Αλλαντικά, τυριά... Την πατήσαμε πάλι!". Περί ορέξεως, κολοκυθόπιτα.
Το γεύμα μας έκλεισε με τάρτα σοκολάτας gianduja και παγωτό βανίλια (8 ευρώ) για επιδόρπιο. Σίγουρα το dessert δεν ήταν στο ύψος του φαγητού. Εκτίμησα την καθαρότητα των υλικών του, το αρωματικό παγωτό και την ωραία στρωμένη σοκολάτα, αλλά συνολικά ήταν κάπως βαρύ. Θα ήθελα επίσης και λίγο μεγαλύτερη ποικιλία, αφού τα επιδόρπια ήταν μόνο τρία.
Στην επόμενή μου επίσκεψη, σίγουρα θα κάνω από νωρίς κράτηση για την μπάρα, και ενδεχομένως να κινηθώ περισσότερο με επιλογές από τα πρώτα πιάτα. Δελεαστικό ακούγεται το βρώμικο των Βορείων Προαστίων (12 ευρώ), ενώ μου φαίνεται πως για τις μοσχαρίσιες καρδιές δε θα ξαναδιστάσω.

Ετυμηγορία: Άψογο. Αχ, κύριε Πέσκια. Μας κακομαθαίνετε.
Κουζίνα: deli-restaurant
Τιμές: 35-55 ευρώ το άτομο. Εμείς πληρώσαμε 40 και, believe me, δεν τα λυπήθηκα καθόλου.
Σέρβις: Υποδειγματικό. Η κοπέλα που μας σέρβιρε ήταν εξαιρετικά ευγενική, χωρίς ίχνος προσποίησης και πολύ ενημερωμένη για το περιεχόμενο της κάρτας.
Κράτηση: Οπωσδήποτε και μάλιστα μέρες πριν, γιατί το εστιατόριο είναι πολύ μικρό.
Καλοκαίρι: Λίγα τραπεζάκια στην αυλή.
Crowd: Το καλύτερο σας το φυλάω, όπως πάντα, για το τέλος.
Δεξιά μας, επιτηδευμένοι/τάχα μου ατημέλητοι γκριζομάλληδες ματσωμένοι 50άρηδες με παλιό χρήμα, που έχουν έρθει να κάνουν το κομμάτι τους παραγγέλνοντας με άνεση και στόμφο ό,τι έχει και δεν έχει το μενού, ξοδεύοντας like there's no tomorrow: και πλατό τυριών-αλλαντικών, και άλλο μπουκάλι κρασί με κάθε πιάτο, και τα λικέρ τους στο τέλος και τους εσπρέσο τους και ό,τι επιδόρπιο υπάρχει.
Αριστερά μας, double date 30άρηδων νεόπλουτων, με ανίδεη καραξανθιά μοντέλα-τύπου με φλούο πορτοκαλί συνολάκι να εξηγεί με στόμφο στην ακόμα πιο ανίδεη παρέα της το μενού. Αφού κατέληξε ότι "θα πάρει σαλάτα, γιατί πεινάει" (παρντόν;) και εξήγησε στον συνοδό της ότι "foie gras είναι η πάπια", συνέχισε επί της wine list, αφορίζοντας τα γαλλικά κρασιά εν γένει: "Τι γαλλικά κρασιά και ξένα τώρα; Τσάμπα λεφτά. Λες και τι διαφορά έχουν. Μια χαρά είναι τα ελληνικά.", συνεχίζοντας για να μας αναλύσει τις προτιμήσεις της: Μου αρέσει η Βίβλια (sic) Χώρα. Και το Κτήμα Γεροβασιλείου. Γενικά, εγώ θέλω το κρασί μου να έχει θέμα τη βόρεια Ελλάδα." Στη συνέχεια, ο συνοδός της επισήμανε ότι "τα μισά τυριά είναι αγγλικά" και η κυρία αποφάνθηκε ότι "το μάρκετινγκ έχει πρόβλημα". Ρε παιδιά, αλήθεια σας λέω. Δεν τα βγάζω από το μυαλό μου. Έχω και μάρτυρα.

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Εστιατόριο Gourmet Burger Kitchen στο Μαρούσι

Δεν είναι στην πολιτική μου να γράφω για αλυσίδες εστιατορίων, αλλά θα κάνω μία εξαίρεση, για δύο λόγους. Πρώτον, έχω πάρει την αναζήτηση του τέλειου, πραγματικά ζουμερού burger στην Αθήνα πολύ προσωπικά, γιατί θεωρώ την εύρεσή του σχεδόν αδύνατη. Είναι κάτι που έχει λάβει πλέον στο μυαλό μου μυθικές διαστάσεις. Κάτι σαν το ιερό δισκοπότηρο. (Για να μην αναρωτιέστε άδικα, όχι δεν το βρήκα ούτε αυτή τη φορά. Αλλά ας μην ξεφεύγω από το θέμα). Ο δεύτερος λόγος που αποφάσισα να γράψω για το συγκεκριμένο εστιατόριο, είναι ότι το Gourmet Burger Kitchen έχει προς το παρόν μόνο ένα κατάστημα στη χώρα μας. Οπότε, technically δεν είναι αλυσίδα. Ακόμα. (Εντάξει, σαθρό το επιχείρημα, μη βαράτε, αλλά τι να κάνω; Κάπως πρέπει να δικαιολογηθώ κι εγώ!)
Το GBK, λοιπόν, βρίσκεται εντός του γνωστού εμπορικού κέντρου-μεγαθήριου The Mall. Και ενώ τα burgers του απέχουν μακράν από το να χαρακτηριστούν τέλεια, οφείλω να ομολογήσω ότι, από την άλλη, η γεύση τους απέχει αρκετά από άλλες γνωστές διεθνείς, αλλά και εγχώριες αλυσίδες εστιατορίων που μπορούμε να βρούμε στην πόλη μας (ονόματα δε λέμε, οικογένειες δε θίγουμε. Ο νοών νοήτο.) Αλλάς ας τα πάρουμε ένα-ένα.
Οι λάτρεις του burger και purists μπεργκερόφιλοι ίσως θεωρήσουν ιεροσυλία μια αλυσίδα μπεργκεράδικων που ξεκίνησαν στη Μεγάλη Βρετανία τρεις Νεοζηλανδοί, διότι τι δουλειά έχουν όλοι αυτοί με ένα έδεσμα καθαρά αμερικανικής προέλευσης; Αλλά ας μην τους κρίνουμε από την καταγωγή τους, διότι τα burgers είναι δημοκρατικό έδεσμα και όλοι οι καλοί χωράνε (μπεργκερόφιλοι όλου του κόσμου ενωθείτε κλπ.)
Το μεγάλο ατού των burgers των GBK είναι ο κιμάς από 100% Aberdeen Angus Beef. To Angus είναι μια ξακουστή κρεατοπαραγωγική σκοτσέζικη ράτσα βοοειδών, η ο
ποία είναι και η πιο δημοφιλής ράτσα βοοειδών στην Αμερική σήμερα (η ράτσα, μάλιστα, πρωτοέφτασε στην Αμερική το 1873). Ο κιμάς δηλαδή, είναι σίγουρα καλής ποιότητας. Ένα το κρατούμενο.
Αν ήξεραν και πώς να ψήσουν το μπιφτέκι θα είχαμε συνολικά ένα πολύ καλύτερο αποτέλεσμα. Στην Ελλάδα εννοώ -γιατί στα GBK της Αγγλίας είμαι σίγουρη ότι δεν θα έχουν το ίδιο πρόβλημα. Εξηγώ: όταν παραγγείλαμε, λοιπόν, τα burger μας, ζητήσαμε αν γίνεται να είναι medium rare. Kαι λάβαμε την εξής κουλή απάντηση· αφού κοντοστάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα ο σερβιτόρος ξύνοντας το κεφάλι του και ο Σ. -για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση- του διευκρίνησε ότι εννοούσε "να μην είναι πολύ ψημένα", λέει το κορυφαίο: "Μέχρι medium μπορούν να είναι. " Μπορείτε να μου βρείτε εσείς μια πιθανή εξήγηση; Γιατί
medium γίνεται ενώ medium rare δε γίνεται; Εμείς βαρεθήκαμε να δώσουμε συνέχεια και είπαμε απλώς εντάξει. Και τελικά, ενώ είχαμε παραγγείλει το ίδιο ακριβώς burger, το ένα που μας έφεραν ήταν medium rare και το άλλο well done. Πιθανή εξήγηση εδώ; Τέλος πάντων, ίσως πρέπει να αποδεχτώ ότι το θέμα σωστού ψησίματος στο κρέας στην Ελλάδα είναι χαμένη υπόθεση, με εξαίρεση μερικά πολύ καλά εστιατόρια, άλλης κλάσης, όμως, και άλλου budget βεβαίως-βεβαίως.
Δίνω τόπο στην οργή, όμως, και έρχομαι στο προκείμενο. Το Burger Cheese & Bacon (7.60 ευρώ), λοιπόν, που παρήγγειλα και είχα την τύχη -γιατί περί τύχης πρόκειται- να είναι και medium rare, είχε νοστιμότατο κιμά, μπέικον, μαγιονέζα, tomato relish και τυρί ωρίμανσης cheddar και με άφησε αρκετά ικανοποιημένη. Βρήκα ενδιαφέρουσα gourmet προσθήκη το ωριμασμένο τυρί cheddar με την αυξημένη οξύτητα (αντί του πιο γλυκού συνηθισμένου) που έδινε μια πιο πικάντικη αίσθηση στο ό
λο burger. Το μπέικον -ιδανικά- θα το ήθελα λιγάκι πιο crispy. Τέλος, ενδιαφέρουσα βρήκα και τη σάλτσα τομάτας που περίείχε κάτι σαν μαρμελάδα ή γλυκό chutney or something. Αν τέλος, μπορούσαν κάπως να μου εγγυηθούν ότι θα υπάρχει επαναληψιμότητα στο σωστό ψήσιμο και ότι θα έχω πάντα το μπιφτέκι μου όπως το θέλω και όχι όπως τύχει, θα ήμουν πολύ πιο ικανοποιημένη. Πάντως, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, και στο well done μπιφτέκι που δοκίμασα, η διαφορά στη γεύση του κιμά σε σχέση με τα συνήθη μπιφτέκια άλλων μπεργκεράδικων ήταν αισθητή και πάλι.
Τα burgers πάντως των GBK δεν συνοδεύονται από πατάτες, τις οποίες παραγγέλνετε ξεχωριστά. Οι πατάτες στοιχίζουν 2.10 ευρώ και -παραδόξως- υπάρχει μόν
ο ένας τύπος (χοντροκομμένες σε κυβάκια μέσα σε μπολ), που δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Με 0.80 μπορείτε να πάρετε και κάποια σος για να τις συνοδεύσετε. Εγώ διάλεξα την garlic mayo, η οποία ήταν πολύ νόστιμη και την επόμενη φορά μάλλον θα παραγγείλω το Garlic Mayo Burger (7.60), που περιέχει την ίδια σος. Γενικά βρήκα λίγο απογοητευτικό το ότι δεν υπήρχε ποικιλία σε starter ή side dishes. Μόνο πατάτες και onion rings (4 ευρώ).
Όσον αφορά τα ίδια τα burgers, όμως, υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες και μερικές ψαγμένες επιλογές. Πιο ενδιαφέροντα πιάτα για μελλοντική δοκιμή μου φαίνονται το Blue Cheese Burger (7.80) που περιέχει ωριμασμένο Stilton, αλλά και το Pesterella (7.60), με (duuuh) πέστο και μοτσαρέλα. Αν έχετε, όμως, διάθεση να πειραματιστείτε ακόμα περισσότερο, μπορείτε να δοκιμάσετε τα burgers με μπiφτέκι από βουβάλι ή αγριογούρουνο (10.50 ευρώ αμφότερα), με κρέας που προέρχεται από την οργανική φάρμα του Laverstoke Park, ή το Camembert & Cranberry Burger, που περιέχει τυρί camembert, σος cranberry και κοτόπουλο σχάρας ή παναρισμένο (αντί για μπιφτέκι), με 7.90 ευρώ.

Για το τέλος σας φυλάω και το καλύτερο: το Qiwi Burger (7.80 ευρώ). Όχι, δεν το δοκίμασα και πιθανότατα ούτε πρόκειται, αλλά το βρήκα άξιο αναφοράς, για λόγους food trivia και μόνο.
Όχι, δεν περιέχει ακτινίδιο (σίγουρα αυτή θα ήταν η πρώτη σας υπόθεση). Το Kiwiburger περιέχει παντζάρι, αυγό, ανανά, τυρί, μαγιονέζα και tomato relish. (Ναι, κι εγώ αναρωτιέμαι πραγματικά γιατί να θέλει οποιοσδήποτε να το φάει αυτό). H λέξη kiwi, λοιπόν, για όποιον αναρωτιέται που κολλάει το kiwi με τα αυγά και τα... παντζάρια, είναι μια λέξη που χρησιμοποιούν ως πρόθεμα οι Νεοζηλανδοί για να περιγράψουν κάθε τι νεοζηλανδέζικο (μεταξύ άλλων και τους εαυτούς τους). To ακτινίδιο ονομάστηκε επισήμως "kiwi" όχι νωρίτερα από τη δεκαετία του '50. Η ονομασία του δόθηκε από τους Νεοζηλανδούς για να προωθηθεί το φρούτο διεθνώς και να αυξηθούν οι εξαγωγές του.
Το Kiwiburger προήλθε από την kiwisalad, μια παραδοσιακή συνταγή για σαλάτα, που περιέχει τα προαναφερόμενα συστατικά. To πρωτολάνσαραν το 1999 τα
McDonalds της Νέας Ζηλανδίας, στα πλαίσια της απόπειρας των McDonalds κάθε χώρας να σερβίρουν πιάτα εμπνευσμένα από παραδοσιακές συνταγές της χώρας αυτής. Από ό,τι διάβασα -με μια πρόχειρη έρευνα στο Χουχλ- το kiwiburger των Mac πάτωσε και τελικά το απέσυραν (γιατί δεν απορώ;). Τώρα, το GBK προφανώς επέλεξε να το σερβίρει διότι οι ιδιοκτήτες του είναι, όπως είπαμε, Νεοζηλανδοί. Πληροφοριες για το πώς τα πάει το Kiwiburger στα εστιατόρια της Μ.Βρετανίας και αν πρόκειται να καταργηθεί κι από εκεί, δεν έχω. Αν, όμως, το παραγγείλετε, θα κάνετε κι ένα καλό, διότι μέρος των εσόδων του πηγαίνει υπέρ της προστασίας του πουλιού kiwi που είναι προστατευόμενο είδoς και συν τοις άλλοις και το εθνικό σύμβολο της Νέας Ζηλανδίας (το οποίο πουλί, παρεμπιπτόντως, δεν πετάει κιόλας). Τώρα γιατί στην ευχή λέγεται κι αυτό το πουλί kiwi και τι σχέση έχει με τα ακτινίδια, τρέχα γύρευε... Ίσως τελικά το kiwi είναι μια λέξη που τη χρησιμοποιούν όταν δεν ξέρουν πώς να πουν κάτι, πώς λέμε εμείς "φέρε λίγο το αποτέτοιο, μωρέ, ξέρεις, το πώς-το-λένε, το κίουι εννοώ!"...

Ετυμηγορία: Ναι, δοκιμάστε τα. Έχουν πολλά θετικά.
Κουζίνα: Duh, burgers.
Τιμές: 10-15 ευρώ.
Σέρβις: Κοσμάρα.
Διεύθυνση:
Αν. Παπανδρέου 55 (The Mall Athens), Μαρούσι
Τηλ: 210 61 80 161

P.S. 1 Βρείτε τις διαφορές. Αριστερά, ένα κίουι. Δεξιά, ένα κίουι.













P.S.2 Ρε, παιδιά, το καλύτερο δε σας είπα. Τα McDonalds, λοιπόν, στα πλαίσια της προώθησης του Kiwiburger, έβγαλαν κι αυτό το διασκεδαστικό σποτάκι όπου αναφέρονται ονομαστικά 46 διαφορετικά χαρακτηριστικά νεοζηλανδέζικα πράγματα (με τη χαρακτηριστική thick νεοζηλανδέζικη προφορά, φυσικά). Enjoy!


Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Περί Βουργουνδίας, από το "Ο θείος Όσβαλντ" του Ρόαλντ Νταλ

Από το μυθιστόρημα του Ρόαλντ Νταλ με τίτλο "Ο θείος Όσβαλντ" (1979), μια σάτιρα πάνω στις επιστημονικές εξελίξεις της ευγονικής. Ο πρωταγωνιστής του, ο Όσβαλντ, εφευρίσκει το πιο ισχυρό αφροδιασιακό του κόσμου, το οποίο ενσωματώνει σε σοκολατένιες τρούφες και το χρησιμοποιεί -με τη βοήθεια της θηλυκής του συνεργάτιδας- για να αποπλανήσει τους πιο διάσημους και σημαντικούς άντρες στον κόσμο (από τον Πικάσο ως τον Φρόιντ και από τον Αϊνστάιν ως τον Ραχμάνινοφ), με στόχο να πουλήσει το σπέρμα τους σε γυναίκες που θέλουν να μείνουν έγκυοι και να ευνοηθούν από τα προικισμένα γονίδιά τους έτσι ώστε να γεννήσουν μικρές διάνοιες. Ο Νταλ περιγράφει τον ήρωά του ως μεγάλο γυναικοκατακτητή, αλλά και καλοφαγά -έναν σωστό bon viveur. Στη σκηνή αυτή, βλέπουμε πώς ο πατέρας του Όσβαλντ τον μύησε στα μυστικά της οινοποσίας.

Όμως, πέστε μου σας παρακαλώ, τι μπορεί να ήξερε για τα κρασιά ο δεκαεφτάχρονος Όσβαλντ Κορνέλιους; Σωστή ερώτηση. Κι όμως, η απάντηση είναι ότι ήξερε μάλλον πολλά. Διότι αυτό που δεν σας έχω πει ακόμη είναι πως ο πατέρας μου αγαπούσε το κρασί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο· ακόμα και απ' τις γυναίκες. Νομίζω πως ήταν ένας πραγματικός εξπέρ. Το πάθος του ήταν το κρασί της Βουργουνδίας. Λάτρευε και το
Claret επίσης, αλλά θεωρούσε πάντα ότι ακόμα και το καλύτερο Claret ήταν λιγάκι θηλυκού γένους. "Το Claret", συνήθιζε να λέει, "μπορεί να έχει πιο όμορφο πρόσωπο κι ωραιότερο κορμί, αλλά το Βουργουνδίας έχει τους μυς και τη δύναμη."
Όταν έγινα δεκατεσσάρων, άρχισε σιγά σιγά να σταλάζει μέσα μου το πάθος του για το κρασί, και ένα χρόνο μετά πήγαμε οι δυο μας ένα δεκαήμερο ταξίδι και τριγυρίσαμε όλη τη Βουργουνδία τον Σεπτέμβρη, την εποχή του τρύγου. Ξεκινήσαμε από το Chagny και από εκεί σεργιανίσαμε ελεύθερα στα βόρεια, προς την Dijon, έτσι ώστε διασχίσαμε όλο το μήκος της Côte de Nuits. Ήταν μια τρομερή εμπειρία. Δεν περπατούσαμε από τον κύριο δρόμο, αλλά μέσα από τα στενά μονοπάτια που μας οδηγούσαν ακριβώς σε καθέναν από τους υπέροχους αμπελώνες, σ' αυτή τη φημισμένη χρυσή πλαγιά. Montrachet, μετά Meursault, μετά Pommard, και μετά μια νύχτα σε ένα θαυμάσιο μικρό ξενοδοχείο στην Beaune, όπου φάγαμε
écrevisses που κολυμπούσαν σε λευκό κρασί, και χοντρές φέτες foie gras πάνω σε βουτυρωμένο ψητό ψωμί*.
Μας βλέπω σαν τώρα, την επόμενη μέρα, καθισμένους πάνω στον χαμηλό άσπρο τοίχο κατά μήκος της Romanée-Conti, να τρώμε κρύο κοτόπουλο κι ένα σκληρό τυρί πίνοντας και μια μπουκάλα αληθινό Romanée-Conti . Απλώσαμε το φαΐ μας πάνω στον τοίχο και στήσαμε και το μπουκάλι δίπλα, με δυο ωραία ποτήρια. Ο πατέρας μου έβγαλε το φελλό και σέρβιρε το κρασί ενώ εγώ έκανα ό,τι μπορούσα για να κόψω το κοτόπουλο, κι έτσι καθόμασταν στον ζεστό φθινοπωριάτικο ήλιο παρατηρώντας τους τρυγητές που χτένιζαν τις σειρές με τ' αμπέλια, γέμιζαν τα καλάθια τους, τα έφερναν στην άκρη κάθε βραγιάς κι εκεί τ' άδειαζαν σε μεγαλύτερα κοφίνια, που κι εκείνα με τη σειρά τους αδειάζονταν σε κάρα που τα σέρνανε καφετιά ανοιχτόχρωμα άλογα. Θυμάμαι τον πατέρα μου καθισμένο πάνω
στον τοίχο, κουνώντας στον αέρα ένα μισοφαγωμένο μπούτι από κοτόπουλο, προς την κατεύθυνση αυτής της υπέροχης σκηνής και να λέει: "Κάθεσαι τώρα, γιε μου, στην άκρη των πιο φημισμένων χωραφιών ολόκληρου του κόσμου! Κοίτα! Καμιά εικοσαριά στρέμματα μόνο κοκκινόχωμα! Αυτό είναι όλο κι όλο! Αυτές οι ρώγες που τις βλέπεις να τις μαζεύουν τώρα, θα κάνουν το πιο φημισμένο κρασί. Και δεν το βρίσκεις σχεδόν πουθενά, γιατί είναι τόσο λίγο. Αυτό το μπουκάλι που πίνουμε τώρα, είναι κρασί έντεκα ετών. Πάρε μια βαθιά εισπνοή! Μύρισέ το. Γεύσου το. Πιές το! Όμως, μην προσπαθήσεις ποτέ να το περιγράψεις! Είναι αδύνατο να βάλεις σε λέξεις μια τέτοια γεύση! Το να πίνεις ένα Romanée-Conti είναι σαν να έχεις έναν οργασμό ταυτόχρονα στο στόμα και στη μύτη."

*
écrevisses είναι οι ποταμίσιες καραβίδες.

P.S. To απόσπασμα είναι από την ελληνική έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Εστιατόριο Ρεσπέντζα στο Γκάζι

Αναζητούσα καιρό τώρα ένα ρεστοράν για ψαροφαγία που να συνδυάζει καλή κουζίνα με ωραίο περιβάλλον και νομίζω πως το βρήκα. Η Ρεσπέντζα -σημαίνει κουζινάκι καραβιού- βρίσκεται στο Γκάζι ένα χρόνο πια, σε μια γειτονιά που κάθε βδομάδα πέντε μαγαζιά ανοίγουν, πέντε κλείνουν, και φαίνεται να πηγαίνει καλά. Το μεγαλύτερο ατού της Ρεσπέντζας είνα πως πρόκειται για ένα εστιατόριο με σαφή ταυτότητα: σερβίρει θάλασσα και το κάνει με συνέπεια, συνοχή στην κάρτα της κι αισθητική τόσο στα πιάτα όσο και στο περιβάλλον.
Ο χώρος είναι ιδιαίτερα προσεγμένος. Στο ισόγειο γήινοι τόνοι, στον πρώτο όροφο ένα μεγάλο μακρόστενο τραπέζι για μία μόνο παρέα συνδαιτημόνων και γύρω του η κουζίνα, κλεισμένη με τζάμια. Το καλοκαίρι, ανεβαίνεις την όμορφη ξύλινη σκάλα και κάθεσαι στην ταράτσα του μαγαζιού, που μπορεί να μην έχει θέα στην Ακρόπολη, αλλά έχει την εκ των ων ουκ άνευ δροσιά που αναζητάμε απεγνωσμένα τους καλοκαιρινούς μήνες στη χώρα μας. Μια μαύρη μαντεμένια πέργκολα σκεπάζει τα κεντρικά τραπέζια δίνοντας βιομηχανική αίσθηση στο χώρο και συνδέοντάς τον έτσι οπτικά με τις καμινάδες της Τεχνόπολης που φαίνονται στο βάθος. Τα τραπέζια είναι φτιαγμένα από πατιναρισμένο τσιμέντο και οι καρέκλες ψάθινες, σε γκρίζο χρώμα.
Ο κατάλογος έχει πάρα πολλές ενδιαφέρουσες επιλογές. Υπάρχει μάλιστα μενού 2 ατόμων , τεσσάρων πιάτων, με 30 ευρώ το άτομο, το οποίο φαίνεται χορταστικότατο: Από σαλάτες, σαλατικά με καραβιδοουρές και παρμεζάνα ή ντοματοσαλάτα σε χωριάτικη ζύμη και χαλούμι. Από ορεκτικά, ξιφίας μαριναρισμένος σε λευκό ξύδι με πουρέ μελιτζάνας ή φάβα με κρεμμύδι και λάδι τρούφας και ντοματοκεφτέδες. Από κυρίως, ριζότο καραβίδας ή γαριδομακαρονάδα. Και για επιδόρπιο, λουκουμάδες με μέλι και παγωτό κανέλα. Εμείς αμφιταλαντευτήκαμε αρκετή ώρα για το αν θα έπρεπε να πάρουμε το μενού ή να παίξουμε με δικές μας επιλογές. Αυτό που τελικά μας αποθάρρυνε ήταν το κυρίως, διότι εμείς είχαμε έρθει λαχταρώντας φρέσκο ψάρι και όχι για θαλασσινά, που όσο να'ναι τα βρίσκεις και κάπως πιο εύκολα. Επίσης, η τιμή του μενού δεν είχε μεγάλη διαφορά από το να παραγγείλεις μεμονωμένα τα πιάτα, οπότε why bother?
Εντωμεταξύ, ενώ μελετούσαμε τον κατάλογο, μας έφεραν κι ένα κερασματάκι μελιτζανοσαλάτα με καπνιστό τσίρο πάνω σε τραγανό πιτάκι, που ήταν μούρλια και μας άνοιξε την όρεξη.
Τελικά, ξεκινήσαμε, με φρέσκο αχινό (14 ευρώ), που αν και λίγος -ένα teeny tiny μπολάκι στην ουσία- άξιζε την κάθε μπουκιά και με ψητό αστακό με σπαγγέτι λαχανικών και μοσχολέμονο (13 ευρώ), ένα πάρα πολύ καλό πιάτο με ωραιότατη γαρνιτούρα, όπου το μοσχολέμονο αντί του λεμονιού έκανε πραγματικά τη διαφορά. Από τα κυρίως παρήγγειλα τον ξιφία ραγού με μελιτζάνες (19 ευρώ), που ήταν φινετσάτος και εξαιρετικά αρωματικός, με κλαδάκια φρέσκιας ρίγανης μέσα στη νόστιμη σάλτσα του και πάνλεπτες φέτες ελαφρά τηγανισμένης μελιτζάνας για συνοδεία. Τελικά, δοκίμασα και τη γαριδομακαρονάδα, που ήταν πολύ καλή, αλλά σίγουρα όχι το σουξέ της βραδιάς. Το φιλέτο σφυρίδας συνοδεία ψητών λαχανικών, από το οποίο γεύτηκα μια μπουκίτσα, ήταν επίσης πολύ ωραία γαρνιρισμένο - φινετσάτο μοσχολέμονο κι εδώ. Την επόμενη φορά σίγουρα θα πάρω την ψαρόσουπα του μάστορα (9 ευρώ) -το έχω μετανιώσει ήδη που δεν την παρήγγειλα, διότι βλέπω ότι όλοι στις κριτικές την εκθειάζουν.
Ενδιαφέρουσα είναι και η λίστα κρασιού, από την οποία πήραμε το Αηδάνι από το κτήμα Αργυρού της Σαντορίνης(24,50 ευρώ), ένα κτήμα που με έχει αφήσει με τις καλύτερες εντυπώσεις για όλες τις ετικέτες του που έχω δοκιμάσει μέχρι στιγμής, με κορυφαίο το λευκό Ατλαντίς. Το Αηδάνι, πάντως, είναι μέτριας οξύτητας και ό,τι πρέπει για να συνοδεύσει κανείς ψάρια και θαλασσινά.
Και τέλος, πάμε στα επιδόρπια, στα οποία πρέπει να κάνω ειδική μνεία. Πρώτον, δοκιμάσαμε ένα πρωτότυπο γλυκάκι, την τάρτα με κρέμα πορτοκαλιού και πιπεριές jalapeno (7 ευρώ), που ήταν τρομερά αρωματικό και με ωραία, ελαφρά τραγανή ζύμη. Δεύτερον -και κυριότερον- ΤΙ λουκουμάδες ήταν αυτοίοιοιοι; Απαπαπά! Μικρούληδες, ζουμπουρλούδικοι, με μια απαλή σος αραιωμένου μελιού και το παγωτό κανέλα ιδανική συνοδεία. Yum. Πραγματικά, θα πήγαινα μόνο και μόνο γι' αυτούς -αν και δε χρειάζεται, γιατί συνολικά η Ρεσπέντζα με ικανοποίησε απόλυτα.

Ετυμηγορία: Οπωσδήποτε θα ξαναπάω.
Κουζίνα: Ψαρικά και θαλασσινά.
Τιμές: 35-50 ευρώ το άτομο.
Καλοκαίρι: υπέροχη δροσερή ταράτσα
Σέρβις: εξυπηρετικό κι ευγενέστατο
Μουσική: απαλή jazz & bossa nova -ίσα που ακούγεται, Sergio Mendes "Mas Que Nada" και η αισθησιακή Marilyn Monroe σου χαϊδεύει τα αυτιά με το "I wanna be loved by you".
Διεύθυνση:
Ευμολπιδών 24, Γκάζι,
Τηλ: 210 34 14 140

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Food Quote #10


Food Quote #10


H Miss Piggy για τα chopsticks:

"Δεν ράβουμε με πηρούνια.
Δεν βλέπω, λοιπόν, γιατί να τρώμε με τις βελόνες του πλεξίματος.
"


Εστιατόριο Αρισμαρί στο Χαλάνδρι

Αφού το ξέρω ότι όποτε δοκιμάζω ταβέρνα -είτε μοντέρνα είτε παραδοσιακή- στο Χαλάνδρι, απογοητεύομαι. Γιατί συνεχίζω να το παλεύω, δεν ξέρω. Ίσως γιατί μέσα μου σκέφτομαι πως σε μια περιοχή που συγκεντρώνει τόοοοοσα εστιατόρια του ίδιου είδους, όλο και κάποιο θα υπάρχει που να είναι καλό κι εγώ απλώς δεν το έχω ανακαλύψει ακόμα. (Κι έχω δοκιμάσει πολλά.) Δε θα αναφέρω ονόματα, γιατί το θεωρώ λίγο άδικο να λέω απλώς στα πεταχτά ότι ένα μαγαζί είναι κακό χωρίς να δώσω επιχειρήματα. Πάντως, κάπως έτσι επιχείρησα να δοκιμάσω και τη νεοταβέρνα Αρισμαρί και κάπως έτσι την πάτησα βασιλικά για ακόμα μία φορά.
Το Αρισμαρί υποτίθεται, καταρχάς, ότι ειδικεύεται στην κρητική κουζίνα. Ή έστω εμπνέεται από αυτήν. Αυτό τουλάχιστον έλεγε και στο Αθηνόραμα, κι επίσης αρισμαρί στην Κρήτη λέγεται το δεντρολίβανο -οποτε αν αποφασίζεις να δώσεις ένα κρητικό όνομα στο μαγαζί σου, πρέπει και να το υποστηρίξεις. Τελικά το μενού, όμως, ήταν ένα γενικότερα συνονθύλευμα ελληνικών γεύσεων με ελάχιστες πινελιές Κρήτης. Και εξηγώ.
Από τις σαλάτες, το μόνο που θύμιζε Κρήτη ήταν το απάκι που περιείχε η μία, την οποία και παραγγείλαμε: πράσινη σαλάτα με μανιτάρια πλευρώτους και απάκι, μπαλσάμικο, μέλι και θυμάρι. Συμπαθητική, αν και λίγο το παράκαναν με το μέλι και ήταν υπερβολικά γλυκιά. Κατά τα άλλα, οι πέντε από τις έξι σαλάτες είχαν την ίδια ακριβώς σος (μέλι και θυμάρι ή δεντρολίβανο), και η έκτη ήταν χωριάτική, οπότε από πρωτοτυπία θα έλεγα ότι μάλλον πάσχει το Αρισμαρί.
Από τα ορεκτικά, είχα ψηθεί τρελά να παραγγείλω τα καλιτσούνια με χόρτα τσιγαριστά (6.50 ευρώ), για τα οποία έγραφε εγκωμιαστικά σχόλια το Αθηνόραμα, αλλά ο σερβιτόρος μας είπε ότι τους είχαν τελειώσει. Ζητήσαμε, λοιπόν, τους φαβοκεφτέδες, αντ'αυτού, αλλά κι αυτοί τους είχαν τελειώσει. (Εδώ που τα λέμε, όταν έχεις έναν κατάλογο με 5-6 ορεκτικά, δε γίνεται να σου λείπουν τα δύο, no?) M' αυτά και μ' αυτά ο σερβιτόρος μας πρότεινε την κρεμμυδόπιτα, η οποία είπε ότι μόλις είχε βγει απ' τον φούρνο κι ήταν φανταστική. Κακή δεν την λες, γευστική ήταν, αλλά λίγο αρπαγμένη από πάνω κι επίσης θα την προτιμούσα με περισσότερα κρεμμύδια και λιγότερο τυρί.
Συνεχίσαμε με το κρασάτο χταπόδι με κάππαρη και λιαστή ντομάτα (8 ευρώ), το οποίο ήταν τρομερά αλμυρό και με χοιρινή τηγανιά με λεμόνι και κρασί (7.50 ευρώ), η οποία είχε τόσο πολύ λεμόνι που δεν μπορούσαμε καν να την φάμε και ο σερβιτόρος, όταν είδε το πιάτο μισογεμάτο μας είπε ότι "θα μας μαλώσει".
Κατά τα άλλα, τα μόνα πράγματα που θύμιζαν Κρήτη στο μενού ήταν κάτι λουκανικάκια Ρεθύμνου, ένα καλαμάρι γεμιστό με γραβιέρα Κρήτης (γιατί, δεν ξέρω) κι ένας ντάκος. Δεν ξέρω πώς το ακούτε εσείς, εμένα πάντως δεν με έπεισε το μενού. Κι ας έπαιζε ασταμάτητα κρητική παραδοσιακή μουσική το μαγαζί, κι ας είχε μουστακαλή μαυροντυμένο Κρητικό για σερβιτόρο, κι ας σερβίρει κέρασμα τσικουδιά μόλις καθίσεις. Χάθηκαν οι χοχλιοί οι μπουρμπουριστοί (με αρισμαρί κιόλας!); Χάθηκε ένα γαμοπίλαφο; Μια κρεατόπιτα; Ένα σταμναγκάθι; Ένα αρνί οφτό; Ένα ξεροτήγανο; (And the list goes on...) Ακόμα και το κρασί -το χύμα- ήταν Πελοποννησιακός οίνος απ' το κτήμα Παλυβού.
Αλλά και πέρα από το όλο θέμα Κρήτη, αν το φαγητό ήταν καλά μαγειρεμένο, δε θα έμενα δυσαρεστημένη. Και τα τέσσερα, όμως, πράγματα που παραγγείλαμε, είχαν όλα τους κουσούρια. Ανακεφαλαιώνω: η σαλάτα ήταν πετιμέζι, η πίτα αρπαγμένη, το χταπόδι λύσσα, η τηγανιά θεόξινη και το κρασί -λευκό κιόλας- τόσο ζεστό που δεν πινόταν.
Αλλά και το περιβάλλον δεν έχει κάτι το συγκλονιστικό για να σε τραβήξει. Κλασικό ντεκόρ νεοταβέρνας, χιλιοφορεμένο πλέον, τουτέστιν λευκό τουβλάκι στον τοίχο, τα κλασικά τραπεζοκαθίσματα καφενείου βαμμένα λευκά, γλαστράκια στο περβάζι για πιο σπιτίσια αίσθηση και αρμαθιές πιπεριές κρεμασμένες από το ταβάνι. Καλαίσθητο, αλλά τίποτα το καινούργιο. To ντεκόρ συμπληρώνει και η τεράστια αναρτημένη στον τοίχο TV που παίζει ασταμάτητα ποδόσφαιρο (ευτυχώς στο mute). Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ όταν βλέπω χαζοκούτι σε εστιατόριο ξενερώνω με τη μία. Όσο για τον κήπο, δεν καταφέραμε να τον δούμε, διότι όπως μας πληροφόρησε ο σερβιτόρος, "είχε βρέξει πριν κι η αυλή έγινε συμπούρδελο". Ι appreciate the Cretan slang, αλλά νομίζω ότι δεν είναι κι ο καταλληλότερος τρόπος να υποδέχεται ένα μαγαζί τους πελάτες του.

Ετυμηγορία: Προσπεράστε το.
Κουζίνα: μοντέρνα ταβέρνα
Τιμές: 15-25 ευρώ
Σέρβις: Ο μοναδικός σερβιτόρος που δούλευε στο μαγαζί ήταν μεν πρόθυμος και πρόσχαρος, αλλά ξεχνούσε πολύ. Επίσης, εκτός από εμάς "μάλωσε" και τα δύο διπλανά τραπέζια που δεν έφαγαν το φαΐ τους. Ειδικά τις δύο κυρίες δίπλα μας, οι οποίες επέμεναν ότι "δεν είναι ότι δεν τους άρεσαν, αλλά είχαν πήξει". Πάντως, κάτι λέει αυτό, χμμμμ. Εμένα, πάντως, αν ήμουν στη θέση του θα με προβλημάτιζε.
Crowd: Κλασικό ποτ πουρί νεοταβέρνας. Λίγο απ'όλα.
Διεύθυνση: Αριστοτέλους 43, Χαλάνδρι
Τηλ: 210 68 00 808

Υ.Γ. Μόνη εξαίρεση στο όλο θέμα χαλανδριώτικης ταβέρνας αποτελεί ο θρυλικός Κίτσουλας. Τον οποίο βέβαια, μάλλον μαγειρείο τον λες κι όχι ταβέρνα, και είναι ανοιχτός μόνο μεσημέρια. Οπότε τζίφος πάλι.