Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς

31 Οκτωβρίου σήμερα και ενώ στην Αμερική γιορτάζουν το Halloween, εδώ στην Ελλάδα, μην έχοντας άλλη γιορτή να μεσολαβήσει πια για να σπάει τη ρουτίνα, δεν κρατιόμαστε κι αρχίζουμε ήδη τους χριστουγεννιάτικους στολισμούς. Καταλαβαίνω κάθε χρονιά πότε αρχίζει το πατιρντί όταν βλέπω να ανοίγει το κατάστημα με χριστουγεννιάτικα εποχιακά είδη που είναι κοντά στο σπίτι μου, αλλά εγώ αρνούμαι συνήθως πεισματικά να μπω στο κλίμα επίσημα, προτού ακούσω έστω μία φορά από ραδιοφωνικό σταθμό να παίζει το "Last Christmas". Σήμερα, όμως, το πρωί, κουλουριασμένη στον καναπέ πίνοντας ζεστό καφέ και τρώγοντας peanut butter soft cookies, διάβαζα τις Μεγάλες Προσδοκίες και συνάντησα κάποιες σκηνές που δεν μπορούσα να περιμένω ως τα Χριστούγεννα για να μοιραστώ μαζί σας.
Οι Μεγάλες Προσδοκίες (Great Expectations) του Charles Dickens, ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, γράφτηκαν και κυκλοφόρησ
αν σε συνέχειες στο περιοδικό All the Year Round από το 1860 ως το 1861. Η δράση τοποθετείται μεταξύ των Χριστουγέννων του 1812, όταν ο Πιπ, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι 8 ετών, ως το χειμώνα του 1840. To μυθιστόρημα ξεκινά με τον μικρό Πιπ να συναντά έναν κατάδικο που έχει αποδράσει από τη φυλακή, ο οποίος τον εκβιάζει προκειμένου να τον αναγκάσει να του φέρει τρόφιμα. Έτσι, ο τρομοκρατημένος Πιπ, τρυπώνει κρυφά στο κελάρι της οικογένειάς του για να κλέψει φαγητά.

Στο κελάρι, στο οποίο λόγω των ημερών υπήρχε μεγαλύτερη αφθονία τροφίμων απ' ό,τι συνήθως, με κατατρόμαξε ένας λαγός κρεμασμένος απ' τα πόδια, που, καθώς γυρνούσα νομίζοντας πως με πιάσαν, μου φάνηκε πως μου 'κλεινε το μάτι. Δεν είχα καιρό για χάσιμο. 'Εκλεψα λίγο ψωμί, ένα κομμάτι τυρί, σχεδόν μισό βάζο μαγειρεμένο κιμά (τον έβαλα στο μαντήλι μου μαζί με το χτεσινοβραδινό μου ψωμί), λίγο μπράντι (απογέμισα την νταμιτζάνα με νερό από ένα κιούπι στο ντουλάπι της κουζίνας), ένα κόκκαλο με πολύ λίγο κρέας πάνω του και μια ωραία στρογγυλή κρεατόπιτα με χοιρινό. Θα 'φευγα χωρίς την κρεατόπιτα, μπήκα όμως στον πειρασμό να κοιτάξω ψηλά σ' ένα ράφι να δω τι ήταν αυτό που είχαν τοποθετήσει τόσο προσεκτικά εκεί, μέσα σε μια σκεπασμένη πήλινη πιατέλα. Ανακάλυψα πως ήταν η κρεατόπιτα και την πήρα με την ελπίδα πως δεν προοριζόταν για άμεση χρήση και πως δε θα γινόταν αντιληπτή η απουσία της για λίγο καιρό.

Λίγο αργότερα, ο Πιπ το σκάει από το σπίτι αφού κοιμηθούν όλοι και πηγαίνει να βρει τον κατάδικο, που κρύβεται στους βάλτους, έξω από το χωριό του Πιπ.


"Θαρρώ πως έχετε πυρετό" είπα.
"Θα φάω να χορτάσω πριν με σκοτώσουν οι βάλτοι" είπε. "Θα το κάνω ακόμα κι αν είναι να με κρεμάσουν αμέσως μετά σε καμιά αγχόνη. Και θα τον νικήσω τον πυρετό, βάζουμε στοίχημα;"
Καταβρόχθισε τον κιμά, το κρέας που είχε το κόκκαλο, το τυρί και την κρεατόπιτα, όλα μεμιάς. Και καθώς έτρωγε, όλο κοιτούσε ερευνητικά τριγύρω προσπαθώντας να διαπεράσει με το βλέμμα του την ομίχλη και συχνά σταματούσε -σταματούσε ακόμα και τα σαγόνια του- για ν' αφουγκραστεί. [...]
Ένιωσα λύπ
η για τη μοναξιά του. Είχα παρακολουθήσει ένα μεγάλο σκύλο που είχαμε κάποτε να τρώει το φαΐ του. Και τώρα παρατηρούσα τη μεγάλη ομοιότητα που είχε ο τρόπος του σκύλου με τον τρόπο αυτού του ανθρώπου. Ο άνθρωπος έτρωγε με τεράστιες απότομες δαγκωματιές, ακριβώς όπως ο σκύλος. Κατάπινε, ή μάλλον κατέβαζε πολύ γρήγορα, αμάσητη, την κάθε μπουκιά. Και καθώς έτρωγε, έριχνε λοξές ματιές δεξιά κι αριστερά, σαν να σκεφτόταν πως υπήρχε κίνδυνος να 'ρθει κάποιος από οποιαδήποτε μεριά και να του αρπάξει την πίτα. Σκέφτηκα πως ήταν πολύ ανήσυχος για να μπορέσει να φάει άνετα και πως δε θα μπορούσε ποτέ να έχει παρέα στο γεύμα χωρίς να δαγκώνει και τον συνδαιτημόνα του. Σ' όλα αυτά έμοιαζε πάρα πολύ με το σκύλο.

Την επομένη, στο σπίτι του Πιπ, το πλουσιοπάροχο -δεδομένης της περίστασης- χριστουγεννιάτικο δείπνο κοντεύει πια να ολοκληρωθεί.


Άρχισα να σκέφτομαι πως θα τη γλίτωνα για σήμερα, όταν η αδερφή μου είπε στον Τζο:

"Φέρε καθαρ
ά πιάτα!"
Άρπαξα το πόδι του τραπεζιού και το 'σφιξα στην αγκαλιά μου. Προαισθάνθηκα τι θα επακολουθούσε κι ένιωσα πως αυ
τή τη φορά ήμουν οριστικά χαμένος.
"Και τώρα" είπε η αδερφή μου στους καλεσμένους με τον πιο χαριτωμένο της τρόπο, "θα πρέπει να δοκιμάσετε το τελευταίο πιάτο. Το υπέροχο και νοστιμότατο δώρο του θείου Πάμπλετσουκ! Ξέρετε, είναι μια κρεατόπιτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα" είπε η αδερφή μου καθώς σηκωνόταν.
Ακούστηκαν μουρμουρητά επιδοκιμασίας απ' τη συντροφιά. Η αδερφή μου βρήκε να πάει να φέρει την πίτα. Άκουσα τα βήματά της να προχωράνε προς το κελάρι. Είδα τον κύριο Πάμπλετσουκ να δοκιμάζει το μαχαίρι του. Είδα την όρεξη να ξαναξυπνά στα ρωμαϊκά ρουθούνια του κύριου Γουόπσλ. Άκουσα τον κύριο Χαμπλ να παρατηρεί πως "ένα μικρό κομματάκι από πίτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα θα μπορούσε να φαγωθεί μετά από όλα αυτά χωρίς να βλάψει καθόλου". Κι άκουσα τον Τζο να λέει "Θα φας κι εσύ, Πιπ". Ποτέ δεν ήμουν τελείως σίγουρος τι συνέβη απ' τα δύο, ούρλιαξα από μέσα μου ή ξεφώνισα κανονικά και το άκουσαν όλοι στην παρέα; Ένιωσα πως δεν μπορούσα ν' αντέξω άλλο και πως έπρεπε να το βάλω στα πόδια. Άφησα το πόδι του τραπεζιού κι έτρεξα να σώσω τη ζωή μου.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να σας φτιάξω χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα με τα αποσπάσματα αυτά, ούτε αν οι σκηνές αυτές σας κάνουν να θέλετε να διαβάσετε κι εσείς το μυθιστόρημα του Ντίκενς. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως, καθώς μεσημέριασε πια, εμένα μου προκάλεσαν μια διαολεμένη όρεξη να φάω μια κρεατόπιτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα.

Y.Γ. Τα αποσπάσματα που χρησιμοποίησα είναι από τη μετάφραση της Παυλίνας Παμπούδη. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Eστιατόριο Πικ Νικ Bar στη Νέα Ερυθραία

Το Πικ Νικ Bar είναι ένα από τα πιο fun μαγαζιά που έχω βρεθεί τον τελευταίο καιρό και μου κάνει εντύπωση που ένα τέτοιο μέρος δεν βρίσκεται στο κέντρο, αλλά στο προάστιο της Νέας Ερυθραίας.
Ας ξεκινήσουμε από το χώρο, που και καλόγουστος είναι και πρωτότυπη και φρέσκια διακόσμηση έχει (η φωτό είναι από το Αθηνόραμα). Μικροσκοπικό και cozy, βαμμένο με έντονα χρώματα -κυριαρχούν το τιρκουάζ και το πορτοκαλί- ανδαλουσιανά πλακάκια στους τοίχους, καρέκλες του μπαρ ντυμένες με ριγέ άσπρο-κόκκινο ύφασμα, ρετρό ανεμιστήρας στο ταβάνι και τσιγκελωτές σιδεριές στο μπαρ και μπροστά από την κουζίνα, που είναι ανοιχτή: όλα αυτά δίνουν ένα διασκεδαστικό μίγμα ισπανισμού ανακατεμένου με κάμποσες έθνικ πινελιές, που είναι αδύνατο να μη σας φτιάξει τη διάθεση. Βάλτε σ' αυτό και την ψαγμένη μουσική, που κυμαίνεται από jazzy mainstream ("Hey Ho" - Gin Wigmore) ως έθνικ lounge jazz, αλλά και πιο κλασικές επιλογές με απρόσμενο twist, όπως ας πούμε το La Historia de un Amor στα Αραβικά (θαρρώ, δεν παίρνω κι όρκο)! Αν, δε, προσθέσετε και το γεγονός ότι Τρίτη βράδυ το μαγαζί ήταν γεμάτο, όσοι κατοικείτε βόρεια έχετε μια πολύ καλή επιλογή για ποτό για αυτές τις μέρες της εβδομάδας που δεν θέλετε με τίποτα να κάτσετε μέσα (αλλά και για το Σαββατοκύριακο, γιατί όχι;).
Αλλά το Πικ Νικ Bar, αν και δεν είναι ακριβώς καθαρόαιμο εστιατόριο, αλλά ούτε και bar restaurant το λες ακριβώς (με την έννοια που συνηθίζουμε), πάντως έχει φαγητό και μάλιστα συμπαθέστατο! Τα πιάτα είναι φτιαγμένα με τη λογική του τσιμπολογήματος και είναι tapa-δίστικα, αλλά η κουζίνα είναι multiethnic και οι τιμές είναι ανάλογες. Οι συνταγές είναι κυρίως μεσανατολίτικες και ινδικές, αλλά στο μενού θα βρείτε και ολίγη Ταϊλάνδη, έτσι για να σπάει τη μονοτονία.
Εμείς ξεκινήσαμε με ένα κλασικό αραβικό μεζεδάκι, το baba ghanoush, τουτέστιν πολτό ψητής μελιτζάνας με ταχίνι και μπαχαρικά (4.70 ευρώ), που ήταν πολύ πετυχημένο και σωστό, ενώ για σαλατικό πήραμε τα παντζάρια φούρνου με πορτοκάλι, κόλιανδρο και τουρμέρικ (5.50 ευρώ), που ήταν συμπαθητικά, αλλά θα μπορούσε να έχει δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο πορτοκάλι και το τουρμέρικ, τα οποία δεν "ακούγονταν" πολύ. Οι ινδικές πίτες naan, που είναι χειροποίητες και κοστίζουν μόνο 0,60 η μία, έρχονται ζεστές κι αφράτες και είναι ό,τι πρέπει για να συνοδέψετε το baba ghanoush ή το χούμους (το δεύτερο δεν το δοκιμάσαμε, αλλά επιφυλάσσομαι). Να φανταστείτε, οι δύο δε μας έφτασαν και παραγγείλαμε άλλες δύο! Ακόμα, δοκιμάσαμε το κους κους με ψητά λαχανικά robata (5.90 ευρώ). Το κους κους ήταν μεν αφράτο και αρωματικό (είχε και μπόλικο κάρδαμο!), αλλά τα ψητά λαχανικά ήταν απλώς τοποθετημένα από πάνω του, ενώ πιστεύω πως το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ ωραιότερο αν είχαν ανακατευτεί με κάποιο τρόπο κατά το μαγείρεμα, για να δώσουν γεύση στο κους κους. Τέλος, το ινδικό κοτόπουλο tandoori με γιαούρτι (6.90 ευρώ), που υποτίθεται πως συνοδευόταν με ρύζι (το διευκρίνησα κιόλας), ήρθε σκέτο και με μια σως που τη βρήκα κάπως παράταιρη (θύμιζε λίγο σαλάτα του σεφ), αντί για σκέτο γιαούρτι, και το ίδιο το κοτόπουλο, αν και νόστιμο, ήταν κάπως αδύναμο για τα γούστα μου -θα μπορούσε να γίνει και πιο πικάντικο. Πολύ ευχάριστο βρήκα το σερβίρισμα στα κομψά σιελ πιατάκια και μπολάκια με τα ασιατικά σχέδια από άνθη κερασιάς.
Γενικά, αν και
περιθώρια βελτίωσης στην κουζίνα υπάρχουν, όλες οι γεύσεις ήταν αρκετά ευχάριστες. Το μαγαζί αυτό εμένα καλύπτει τις ανάγκες μου συνολικά, αφού συμπληρώνει το τρίπτυχο ευχάριστου περιβάλλοντος, καλής μουσικής και συμπαθητικών γεύσεων για τσιμπολόγημα με χαλαρή παρέα.

Ετυμηγορία: Ναι, να πάτε, για το διασκεδαστικό περιβάλλον και τις ευχάριστες γεύσεις σε καλές τιμές.
Τιμές: 14-20 ευρώ
Διεύθυνση: Πλατεία Πλαστήρα 1, Νέα Ερυθραία
Τηλ: 210 80 77 501


P.S. Νομίζω πως η version του Historia de un Amor που άκουσα, ήταν αυτή. Αν πάλι όχι, δεν πειράζει, κι αυτή μας κάνει μια χαρά.

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Noor στο Μεταξουργείο

Για εσάς που αγαπάτε την ινδική κουζίνα, τo Noor είναι ένα συμπαθέστατο εστιατοριάκι για κάθε μέρα, με νόστιμο φαγητό και το κυριότερο: φυσιολογικές τιμές.
Η περιοχή μπορεί να αποθαρρύνει πολλούς, αλλά αν μπορέσετε να το προσπεράσετε, το φαγητό του Noor θα σας αποζημιώσει.
Στo εσωτερικό του εστιατορίου, η διακόσμηση είναι κάπως... πληθωρική -ας το θέσουμε έτσι- (βλ. φωτό, από το site του Noor), αλλά σίγουρα θα διασκεδάσετε με τα βιντεοκλίπ ινδικής ποπ που παίζουν non-stop στις μεγάλες τηλεοράσεις πάνω απ' τα τραπέζια (B4UMusic, τουτέστιν Bollywood for You, το δημοφιλέστερο ινδικό μουσικό κανάλι btw.) Το προσωπικό μερικές φορές το παρατραβάει λίγο με την ένταση (έρχεται στο τσακίρ κέφι οι άνθρωποι, κατανοητό), αλλά αν τους το πείτε θα τη χαμηλώσουν αμέσως γελώντας.
Ξεκινήστε με τα απαραίτητα papadam με chutneys και δοκιμάστε pakora λαχανικών (3 ευρώ) ή πιτάκια samosas από τα ορεκτικά, αφού και τα δύο είναι εξίσου νόστιμα. Την τελευταία φορά παραγγείλαμε και το sheek kebab (4 ευρώ) που ήταν πολύ ζουμερό και ανεκτά καυτερό, ενώ ενδιαφέρουσα επιλογή είναι και το chana masala (ρεβύθια με ντομάτα, κρεμμύδι και μπαχαρικά), ένα κλασικό πιάτο της βόρειας Ινδίας, αλλά και του Πακιστάν. Το garlic naan του Noor είναι πάντα αφράτο και επίσης πάμφθηνο (2 ευρώ), οπότε δώστε του να καταλάβει. Όπως βλέπετε, οι τιμές των ορεκτικών είναι χαμηλές και οφείλω να τους συγχαρώ γι' αυτό. Πολλά εστιατόρια (και ιδίως αυτά με τις εθνικές κουζίνες) τείνουν συχνά να κοστολογούν τα ορεκτικά με τιμές κυρίως πιάτων, πράγμα που πρέπει επιτέλους να σταματήσει.
Από τα κυρίως, το mandras τους είναι συμπαθέστατο, και το chicken bhuna (8 ευρώ) επίσης. Personal favorite είναι το lamb passanda (9 ευρώ), το οποίο έχει κι ένα διασκεδαστικό φούξια χρώμα. Το πιάτο αυτό έχει επίσης καταγωγή από τη Βόρεια Ινδία και το Πακιστάν. Συγκεκριμένα, "pasande", που είναι μια λέξη ούρντου, σημαίνει "ο αγαπημένος" και αναφέρεται στο εκλεκτής ποιότητας κρέας με το οποίο μαγειρευόταν το πιάτο αυτό, αφού προοριζόταν για την αυλή της μογγολικής αυτοκρατορίας. Παρεμπιπτόντως κάποια στιγμή πρέπει να ξεμοναχιάσω τον πάντα κεφάτο ιδιοκτήτη για να μου πει πως τους βγαίνει αυτή η απόχρωση (ελπίζω όχι με food coloring λολ). Συνήθως είναι ομιλητικότατος και την τελευταία φορά μου εξήγησε βήμα-βήμα πώς φτιάχνουν το lamb korma (8 ευρώ), το οποίο επίσης είναι αρκετά καλό, αν και μερικές φορές τους βγαίνει κάπως πιο λιπαρό από ό,τι θα το ήθελα προσωπικά. Τέλος, μην ξεχάσετε να πάρετε κι ένα pilau rice (3 ευρώ), για να σας απαλύνει το κάψιμο από τις πικάντικες σάλτσες!

Ετυμηγορία: Εννοείται! Με τέτοιες τιμές; Χελόοοοου!
Τιμές: 10-17 το άτομο
Σέρβις: φιλικό
Διεύθυνση: Δεληγιώργη 43, Αθήνα
Τηλ: 210 52 46 644

Y.Γ. Με ένα πρόχειρο googlάρισμα διαβάζω ότι "Noor", που είναι μια λέξη αραβική, σημαίνει "φως" ή και "φωτεινός", αλλά χρησιμοποιείται και ως όνομα, ανδρικό και γυναικείο.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Χρύσα στον Κεραμεικό, Part II

Πέρασαν έξι μήνες από την πρώτη φορά που επισκέφθηκα τη Χρύσα στον Κεραμεικό και ανυπομονούσα να ξαναπάω, γιατί ήταν ένα από τα λίγα εστιατόρια που δοκίμασα την προηγούμενη (ακαδημαϊκή, λολ) χρονιά τα οποία με είχαν αφήσει απόλυτα ικανοποιημένη. Με λίγα λόγια, ήμουν προετοιμασμένη για ένα δείπνο από πολύ καλό (τουλάχιστον) έως εξαιρετικό (με λίγη τύχη).
Το εστιατόριο συνεχίζει να έχει το ίδιο γοητευτικό και κομψό ambience. Όλα λειτουργούν σωστά: από τον χαμηλό φωτισμό και το τεράστιο βάζο με φρέσκα λουλούδια στο χολ ως τα στρωμένα με λευκά τραπεζομάντηλα τραπέζια και την απαλή μουσική (αυτή τη φορά ακούσαμε κυρίως bossa nova διασκευές γνωστών κομματιών, ποικιλία από oldies -Piaf, Un homme et une femme κ.α.- αλλά και το In the Summertime των Mungo Jerry που με εξέπληξε ευχάριστα).
Το ξεκίνημα ήταν πολύ ευχάριστο και το πρώτο εικοσάλεπτο κύλησε με βούτες (ναι, το παραδέχομαι) των μικρών και μυρωδάτων χειροποίητων καρβελακίων (αυτή η γενική πλυθηντικού των υποκοριστικών είναι από μόνη της ανέκδοτο) στο μπολάκι με τον λευκό ταραμά και φιλικούς διαξιφισμούς σχετικά με το από ποιο hit των 70s πήρε η Madonna τον ρυθμό του Hang Up (Τελικά ήταν από τους ΑΒΒΑ. Είχες δίκιο, Σ., και όπως υποσχέθηκα, αποκαθιστώ την τιμή σου δημοσίως.)
Στον κατάλογο δεν διαπίστωσα αλλαγές, αλλά ένα ήταν το σίγουρο. Και οι τρεις μας θέλαμε να γευτούμε ξανά το ίδιο ακριβώς πιάτο που είχαμε παραγγείλει και την τελευταία φορά (ναι, πήγα με την ίδια ακριβώς παρέα): το ψαρονέφρι, γεμιστό με ρικότα και μανούρι σε σάλτσα από μαριναρισμένα σύκα και μέλι (16 ευρώ). Τελικά, ο ένας μας αποφάσισε να θυσιαστεί για να μην ρεζιλευτούμε εντελώς και να διαλέξει κάποιο από τα πιάτα ημέρας. Παρεμπιπτόντως, τον Απρίλιο, το ίδιο πιάτο είχα σημειώσει ότι στοίχιζε 20 ευρώ, πράγμα που -αν δεν έχω κάνει εγώ κάποιο λάθος, φυσικά- είναι οπωσδήποτε ευχάριστο. Δυστυχώς, όμως, το πιάτο δεν είχε την ίδια δυναμικότητα και δεν άφησε την ίδια ευχαρίστηση στον (αρκετά απαιτητικό, το ομολογώ) ουρανίσκο κανενός από τους δύο μας. Καταρχάς, ερωτηθήκαμε πώς επιθυμούμε ψημένο το κρέας και η σερβιτόρα είπε ότι συνήθως το σερβίρουν μέτριο, κι έτσι συμφωνήσαμε. Το κρέας, όμως, έφτασε και στα δύο πιάτα υπερβολικά στεγνωμένο και οπωσδήποτε ψημένο πολλή ώρα πιο πριν. Τα μαριναρισμένα σύκα ήταν άψογα, αλλά από το πιάτο έλειπε η απαλή σάλτσα κρέμας που το συνόδευε την προηγούμενη φορά, η οποία αντιστάθμιζε ιδανικά τη γλύκα του μελιού και του σύκου. Τέλος, το φορμαρισμένο -σκέτο- λευκό ρύζι που συνόδευε το κρέας από αισθητική θύμιζε πυργάκι 5χρονου στην παραλία με το κουβαδάκι και όχι εστιατόριο του επιπέδου της Χρύσας -εν ολίγοις, καμία σχέση με το food styling που είχα θαυμάσει την άλλη φορά. Δεν ξέρω σε τι οφείλεται η αλλαγή αυτή, αλλά με λυπεί. Το δεύτερο κυρίως πιάτο, από το οποίο δοκίμασα λίγο, ήταν αρνί τσιγαριαστό με μπουρέκι χανιώτικο. Όταν ρωτήσαμε τι ακριβώς ήταν το χανιώτικο μπουρέκι και αν ήταν κάτι με ζύμη, η σερβιτόρα αδυνατούσε να μας το περιγράψει και απλώς λάβαμε την απάντηση ότι, "Ναι, είναι" και ότι "Θα μας αρέσει σίγουρα." Δεν το πολυψειρίσαμε και το παραγγείλαμε. Ήταν νόστιμο, αλλά δεν σε απογείωνε. Τελικώς το "μπουρέκι", ήταν ένα κυλινδρικό πυργάκι από κολοκύθι, τομάτα και κάποιο λευκό τυρί και σίγουρα δεν είχε ζύμη.
'Αρχισα ανάποδα αυτή τη φορά και ξέχασα τη σαλάτα και το πρώτο πιάτο. Μοιραστήκαμε, λοιπόν, τη σαλάτα με λόλα, ραντίτσιο, κρουτόν, καρύδια, μελιτζάνα, κατσικίσιο τυρί και μπαλσάμικο (12 ευρώ), η οποία ήταν νόστιμη -αν και χιλιοσερβιρισμένος πια συνδυασμός- και τα χειροποίητα ραβιόλια γεμιστά με σέσκουλα, παρμεζάνα και σάλτσα φασκόμηλου (10 ευρώ). Ήταν πολύ συμπαθητικά, αλλά ήθελαν λίγο λιγότερο βράσιμο και προσωπικά θα ήθελα το φασκόμηλο κάπως πιο έντονο. Όλα αυτά τα συνοδεύσαμε με μία φιάλη Σκούρα Ερυθρό Πελοποννησιακό Οίνο (Αγιωργήτικο-Cabernet), του οποίου η χαμηλή τιμή με ευχαρίστησε πολύ (18 ευρώ δεν είναι καθόλου άσχημα για εστιατόριο αυτής της κατηγορίας).
Τέλος, ο σιμιγδαλένιος χαλβάς με μασκαρπόνε και καραμέλα, τον οποίο διακαώς να ξαναγευτούμε και οι τρεις μας, ήταν πάρα πολύ νόστιμος, αλλά δεν είχε την απαλή υφή που θυμόμασταν επίσης και οι τρεις μας.
Εν ολίγοις, συνεχίζω να θεωρώ τη Χρύσα ένα καλό και ενδιαφέρον εστιατόριο, αλλά στη δεύτερή μου επίσκεψη δεν αισθάνθηκα την ίδια γευστική ικανοποίηση με την πρώτη φορά. Στην τρίτη φορά θα βγει η πραγματική και πάγια ετυμηγορία (πράγμα που -λίγο ως πολύ- το πιστεύω για όλα τα εστιατόρια).

Τιμές: 30-45 ευρώ το άτομο
Κουζίνα: Έμφαση στην ελληνική κουζίνα, αλλά και κάποια διεθνή πιάτα
Σέρβις: Ευγενικό, αλλά κάπως αμήχανο και όχι τόσο ενημερωμένο. Η (συμπαθέστατη κατά τα άλλα) σερβιτόρα ίδρωνε και ξίδρωνε να θυμηθεί και να μας απαγγείλει όλα τα πιάτα ημέρας.
Διεύθυνση: Αρτεμισίου 4 & Κεραμεικού, Γκάζι
Τηλ: 210 3412515

P.S. Η φωτογραφία είναι από το greakeat.gr

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Food Quote #12

Food Quote #12

"Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που είναι σε θέση να παραμείνει φίλος με τη λεία του, ώσπου να τη φάει."



Σάμιουελ Μπάτλερ

(Άγγλος συγγραφέας, 1835 - 1902)

Y.Γ. Και για του λόγου το αληθές, ο κύριος Gordon Ramsey σε αγαπησιάρικο ενσταντανέ με τσαχπίνικο αρνάκι άσπρο και παχύ, το οποίο -αναπόφευκτα- oσονούπω θα έχει την εξής κατάληξη:



Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Nonna Pina στη Δάφνη

To Nonna Pina είναι ένα εστιατόριο που επισκέπτομαι από το ξεκίνημά του (περίπου 3 χρόνια δηλαδή, θαρρώ) και εκτιμώ το γεγονός ότι στο διάστημα αυτό είναι πάντοτε συνεπές ως προς την κουζίνα του. Πρόκειται για μια μικρή ιταλική τρατορία στη Δάφνη, σε μια περιοχή που ούτε άλλους χώρους εστίασης έχει τριγύρω ούτε και ιδιαίτερη αισθητική -τουλάχιστον όχι αν κρίνει κανείς από τον περιβάλλοντα χώρο του εστιατορίου. Οι ιδιοκτήτες έχουν κάνει φιλότιμες προσπάθειες να διαμορφώσουν έναν ζεστό εσωτερικό χώρο με off white τοίχους και τραπεζοκαθίσματα και μπορντώ πινελιές, αλλα η διακόσμηση σίγουρα δεν είναι ακριβώς επαγγελματική (το ψυγείο με τα αναψυκτικά, ας πούμε, μάλλον δεν έχει θέση στον χώρο υποδοχής). Εξαίρεση, όμως, αποτελεί η γουστόζικη επιλογή της ταπετσαρίας με τα Gibson Girls (η προσωποποίηση του γυναικείου ιδεώδους στις αρχές του 20ου αιώνα δια χειρός της εικονογράφου Dana Gibson - βλ. φωτό αριστερά) που καλύπτει τον έναν τοίχο της αίθουσας!
Ωστόσο, το Nonna Pina (που παρεμπιπτόντως πήρε το όνομά του από την Ιταλίδα γιαγιά της σεφ, την κυρία Giuseppina) δεν είναι ένα εστιατόριο που επισκέπτεσαι για το χώρο του, αλλά για τις γεύσεις του, που δεν μπορούν παρά να σε κερδίσουν με την απλότητα, τη σωστή εκτέλεση και την προσεκτική επιλογή των υλικών.
Στα τρία αυτά χρόνια, λοιπόν, έχει τύχει να δοκιμάσω ένα σωρό πιάτα, ωστόσο επειδή το μενού ανανεώνεται συχνά, θα σας πω μόνο για τα τελευταία.
Καταρχάς, θα σας φέρουν ένα γευστικότατο κέρασμα: ένα πιατάκι με κύβους παρμεζάνας, κάποιο αλλαντικό (συνήθως μπρεζάολα) και χειροποίητα τσιπς ψωμιού, τα οποία είναι ό,τι πρέπει για ξεκίνημα, αλλά και ένα πανεράκι με ψωμάκια, κριτσίνια και focaccia. Εμείς παραγγείλαμε την insalata giardiniera, με ψητά λαχανικά, φρέσκα σαλατικά και τυρί scamorza (9 ευρώ), η οποία ήταν όπως πάντα μια χαρά και το scamorza ειδικά, λουκουμάς. Για κυρίως, παραγγείλαμε τα orechiette con melanzane e mozzarella (12 ευρώ), που ήταν πολύ νόστιμα -και παρεμπιπτόντως χειροποίητα- αν και ήθελαν λίγο ακόμα βράσιμο (είπαμε al dente, αλλά έχουμε κι εμείς τα όριά μας, ειδικά στα χειροποίητα ζυμαρικά που η ζύμη τους είναι συνήθως κάπως παχουλή). Επί τη ευκαιρία, μέχρι και την τελευταία φορά που πήγαμε στο Nonna Pina, ένα από τα αγαπημένα μου πιάτα που ήταν σταθερά στο μενού ήταν τα orecchiette με μοσχαρίσια μάγουλα, τα οποίο εισηγούμαι εδώ και τώρα να τα ξαναβάλουν αμέσως στον κατάλογο! Αυτό που απόλαυσα, πάντως, περισσότερο από όλα στην τελευταία μου επίσκεψη ήταν το risotto nero di sepia (κοινώς ριζότο με μελάνι σουπιάς και κομματάκια σουπιάς - 14 ευρώ), που ήταν ΑΨΟΓΟ. Από τα καλύτερα εκτελεσμένα risotti που έχω φάει ποτέ, και χωρίς τσιγκουνιές στις σουπιές σαν μερικούς-μερικούς (ονόματα δεν λέμε-επιχειρήσεις δεν θίγουμε).
Σε γενικές γραμμές, ό,τι έχω δοκιμάσει κατά καιρούς στο Nonna Pina ήταν από πολύ καλό ως εξαιρετικό. Το μόνο που υστερεί κάπως είναι ίσως τα επιδόρπια, που είναι απλώς ικανοποιητικά. Συν τοις άλλοις, το προσωπικό είναι πάντα ευγενέστατο κι η σεφ, η Άντζελα, που είναι ιταλο-ελληνικής καταγωγής και περνάει συχνά από την αίθουσα για να μιλήσει με τους πελάτες, είναι συμπαθέστατη. Κάτι που θα ήθελα να αλλάξει είναι η κοστολόγηση σε κάποια πιάτα, κυρίως όσον αφορά τα antipasti, που είναι αρκετά τσιμπημένα (12 ως 19 ευρώ), αφού οι τιμές τους είναι συχνά υψηλότερες από αυτές των κυρίως πιάτων.
Μακάρι να είχε περισσότερη πελατεία το ευχάριστο αυτό εστιατοριάκι! Στην επίσκεψή μας αυτή, στενοχωρηθήκαμε που μόνοι πελάτες ήμασταν εμείς κι άλλη μία παρέα, και μάλιστα Παρασκευή βράδυ. Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα είναι η επιλογή της περιοχής και πιστεύω πως το Nonna Pina σε έναν άλλο χώρο και σε μια πιο πολυσύχναστη περιοχή πραγματικά θα έσφυζε από κόσμο. Εσείς πάντως, δώστε του μια ευκαιρία, γιατί πραγματικά το αξίζει!

Ετυμηγορία: Αξίζει, για το νόστιμο ιταλικό φαγητό του με τα προσεγμένα και φρέσκα υλικά.
Κουζίνα: ιταλική
Τιμές: 22-30 ευρώ το άτομο
Σέρβις: φιλικότατο
Μουσική: ταιριαστή ιταλική 60s και 70s.
Διεύθυνση: Εθν. Μακαρίου 64, Δάφνη
Τηλ: 210 902 111 8

P.S. Αφασία και πάλι το διπλανό τραπέζι. Double Date τάχα μου-ψαγμένων-με-την-ιταλική-κουζίνα 50άρηδων παραγγέλνει αρχικά mozarella di bufala. Ο ένας κύριος επισημαίνει με ιδιαίτερη έμφαση προσπαθώντας να δείξει σε όλους τους υπόλοιπους ότι γνωρίζει από ιταλικές γεύσεις και πώς αυτές πρέπει να φαγωθούν: "Τη μοτσαρέλα μου μην τη σκορπίσετε, τη θέλω ΑΤΟΦΙΑ!". Η παρέα συνεχίζει με vitello tonnato, που όταν φτάνει στο τραπέζι κάνει τη μία κυρία να φωνάξει αγανακτισμένη: "Μα...Μα τι είναι αυτό εδώ; ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΝΝΑΤΟ! Πού-είναι-ο-τόννος;" (Ειπωμένο κατά το "πού-πήγαν-τα-λεφτά".) Η απορία λύθηκε εντός δευτερολέπτων, διότι η παρέα της της καθησύχασε εξηγώντας της ότι ο τόννος ήταν κάτω από το μοσχάρι. Στο σημείο αυτό, η κυρία απολογήθηκε (νιαουριστά και χαριτωμένα) για το ξέσπασμά της: "Μα από κάτω ήταν; Μα πού να το φανταστώ; Εγώ περίμενα ότι θα ήταν από πάνω!".

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Salero στα Εξάρχεια

Ενώ μου αρέσει να κινούμαι στην περιοχή των Εξαρχείων γενικότερα -αλλά και ειδικότερα λόγω του φαγητού της, διότι έχει πολλές επιλογές σε οικονομικά εστιατόρια για κάθε μέρα- τo Salero (που σημαίνει "αλατιέρα", αλλά και "νόστιμος") ήταν το μόνο που μου είχε ξεφύγει τόσα χρόνια.
Ίσως έφταιγε που δεν μου γέμιζε ιδιαίτερα το μάτι απ' έξω, ίσως που είχα λίγο βαρεθεί και τη μόδα των tapas bar που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια το ένα πίσω απ' το άλλο την πρώτη πενταετία των 00's (και όπως φύτρωσαν, έτσι εξαφανίστηκαν κιόλας, αν και ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί), το θέμα είναι πως ποτέ δεν το τολμούσα. Τελικά, είπα να του δώσω μια ευκαιρία και πήρα μια φίλη και το δοκιμάσαμε, ένα Σάββατο βράδυ.
Το μαγαζί, που κρίνοντας από την πρόσοψη, ποτέ δε θα φανταζόμουν πόσο μεγάλο είναι το εσωτερικό του, ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Το πρώτο που προσέξαμε ήταν φυσικά η funky διακόσμηση και η πανδαισία κεφάτων χρωμάτων (το κόκκινο, το κίτρινο και το πράσινο επικρατούν) στους τοίχους, τα έπιπλα, τα κάδρα και αργότερα, όπως διαπιστώσαμε, και στα πιάτα!
Το μενού έχει αρκετά αυθεντικά, κλασικά tapas, αλλά και μπόλικα μεζεδάκια, πρώτα και δεύτερα πιάτα της ευρύτερης Μεσογείου, από ελληνικά (καγιανάς, ρολά με ανθότυρο κ.α.) και ιταλικά (ζυμαρικά και risotti) ως αραβικής και κυπριακής έμπνευσης, αλλά και mix 'n' match επιλογές.
Εμείς είπαμε να παίξουμε με μεζέδες και δεν παραγγείλαμε κυρίως πιάτο. Ξεκινήσαμε με patatas bravas με πικάντικη σάλτσα (τηγανητές πατάτες κομμένες σε κυβάκια / 4 ευρώ). Νόστιμες, αν και η σάλτσα ντομάτας δεν θα έλεγα ότι ήταν ιδιαίτερα πικάντικη. Ακόμα, πήραμε τα μπαλάκια μοτσαρέλας με τοματίνια, πέστο και jamon -το mix 'n' match που λέγαμε;-(6.50 ευρώ), ένα πιατάκι όμορφο και δροσιστικό, και το jamon ήταν πραγματικά καλό. Το λουκάνικο chorizo σωτέ με sherry (6.50 ευρώ) ήταν συμπαθέστατο, αν και η έντονη γεύση του chorizo κάλυπτε την όποια απόπειρα να "ακούσεις" το sherry (αυτο το τελευταίο το λέει συνέχεια ο Λαζάρου στο Master Chef και μου το έχει κολλήσει -λολ). Η σαλάτα ρόκας με μαριναρισμένο καρότο, φρέσκα μανιτάρια, λαδοτύρι και σάλτσα πορτοκάλι (6 ευρώ η ατομική, 9 η μεγάλη) ήταν επίσης καλοφτιαγμένη, αλλά αυτό που με ενθουσίασε ήταν η paella με θαλασσινά, κοτόπουλο και chorizo, που ήταν άψογα εκτελεσμένη (7.90 ευρώ). Το πιατάκι αυτό, μάλιστα, θεωρώ πως είναι ό,τι πρέπει για ένα γρήγορο μεσημεριανό γεύμα με τη συνοδεία ενός κρασιού, αν και για τα μεσημέρια, από ό,τι είδα στον κατάλογο, προσφέρεται στο Salero μενού τριών πιάτων και ποτό μόλις με 11.90 ευρώ!
Από τα επιδόρπια, δεν μπορούσαμε παρά να προτιμήσουμε την crema catalana (5.5 ευρώ), για να συμπληρώσουμε το ισπανικό μενού μας, και ήταν γευστικότατη. Ωραία υφή, άψογη κρούστα, γλυκιά όσο έπρεπε.
Πάμε τώρα και στα αρνητικά, όμως. Από το σέρβις, μπορώ να πω ότι μείναμε αρκετά δυσαρεστημένες. Οι σερβιτόροι, αν και ήταν όλοι πρόθυμοι, ήταν ολοφάνερο ότι δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες του μαγαζιού και έτρεχαν σαν τρελοί για να προλάβουν όλους τους πελάτες. Αποτέλεσμα; Μεγάλες καθυστερήσεις και λάθη στις παραγγελίες. Ζητήσαμε sangria (7.50 ευρώ το 1/2 lt), που δεν ήρθε ποτέ (αν και το επαναλάβαμε 2-3 φορές), με αποτέλεσμα να τρώμε τα tapas μας ξεροσφύρι. Έγινε λάθος στη σαλάτα που παραγγείλαμε και μας έφεραν τη μεγάλη αντί για την ατομική, αν και μας την αντικατέστησαν με τη σωστή, αλλά μετά χρεώθηκε στο λογαριασμό και αναγκαστήκαμε να το επισημάνουμε για να αφαιρεθεί η διαφορά. Το επιδόρπιο χρειάστηκε να το ζητήσουμε 3-4 φορές ώσπου να μας το φέρουν, και μάλιστα σε 3 διαφορετικά άτομα από το προσωπικό. Από αυτά, το τελευταίο μας λέει και το κορυφαίο: "Α! Δική σας είναι μια crema catalana που βλέπω τόση ώρα στον πάγκο κάτω;". Τέλος, για το λογαριασμό χρειάστηκε να παρακαλέσουμε τόσες φορές και να περιμένουμε τόση ώρα, που αγανακτήσαμε και αρχίσαμε να αστειευόμαστε ότι και να φύγουμε χωρίς να πληρώσουμε δεν πρόκειται να το καταλάβει κανείς. Πιστεύω ότι ένας από τους λόγους του κακού σέρβις είναι και το γεγονός ότι καθίσαμε στον επάνω όροφο, από όπου οι σερβιτόροι δεν περνούσαν συχνά. Αλλά γι' αυτό δεν ευθυνόμαστε εμείς! Ούτε και το ζευγάρι ηλικιωμένων που καθόταν κοντά μας, το οποίο, μία ώρα μετά την άφιξή του δεν είχε καν παραγγείλει (πραγματικά τους λυπήθηκε η ψυχή μου...)
Βέβαια, τίποτα από όλα αυτά δεν αφήσαμε να μας χαλάσει τη διάθεση. Τα φαγητά ήταν νόστιμα και σε πολύ λογικές τιμές, η μουσική (latin και jazz) και το περιβάλλον πολύ κεφάτα και ο κόσμος (νεολαία και πολλές μεγάλες παρέες) φαινόταν να διασκεδάζει. Νομίζω πως την επόμενη φορά θα αποφύγω το Σαββατόβραδο και σίγουρα δεν θα καθίσω επάνω, αλλά πραγματικά στο σέρβις υπάρχουν πολλά περιθώρια βελτίωσης.

Ετυμηγορία: Ναι, δοκιμάστε το. Για τα νόστιμα μεζεδάκια του σε καλές τιμές και την upbeat ατμόσφαιρα!
Τιμές: 15-20 ευρώ
Κουζίνα: tapas, ισπανική, μεσογειακή
Σέρβις: Ανεπαρκές, παρά τις καλές προθέσεις.
Μουσική: κεφάτη jazz και latin, ευτυχώς σε φυσιολογική ένταση που αρμόζει σε εστιατόριο (για να παραμένει Salero το μαγαζί και όχι ξεσαλέρο.)
Crowd: νεανικό και με άποψη
Διεύθυνση: Βαλτετσίου 51, Εξάρχεια
Τηλ: 210 38 13 358

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Food Quote #11

Food Quote #11


"Όλα τα μανιτάρια τρώγονται,
αν και ορισμένα μόνο μία φορά.
"


Herve Le Tellier
(Γάλλος συγγραφέας, γ. 1957)

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Δάφνη στο Μπουρνάζι

Η Δάφνη είναι ένα τρομερά δημοφιλές μεζεδοπωλείο στο Μπουρνάζι, το οποίο μου είχαν φάει όλοι τα αυτιά ότι έπρεπε οπωσδήποτε να δοκιμάσω, όπερ και εγένετο.
Ως χώρο δεν μπορώ να κρίνω το εσωτερικό του γιατί η αλήθεια είναι ότι παρέλειψα να το επισκεφθώ (pardonnez-moi για την παράλειψη), αν και από τη φωτό (που προέρχεται από την κριτική της Lifo) γλυκούλι φαίνεται. Πάντως για όσους θα καθίσουν έξω (ε, προφανώς από τον επόμενο Μάιο πια...) το περιβάλλον είναι πολύ ευχάριστο, καθώς η Δάφνη βρίσκεται σε έναν πεζόδρομο με αρκετό πράσινο, ωραίο φωτισμό και στην απέναντι πλευρά βρίσκεται και το ταβερνείο Η Γκαλερί του Μεζέ (Παρεπιμπτόντως, αυτό το όνομα δεν ξεπερνιέται εύκολα. Αναρωτιέμαι τι θα επακολουθήσει. Η Μπιενάλε της Μπρουσκέτας ή η Ρετροσπεκτίβα του Ορντέβρ; ) για να συμπληρώνει την ευχάριστη, παρεΐστικη ατμόσφαιρα μεζεδο-περαντζάδας.
Εμείς ήμασταν μεγαλούτσικη παρέα κι έτσι είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε αρκετά πράγματα από το μενού, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω έχει την έκταση των Αδερφών Καραμαζώφ. Αυτό πάντα με προδιαθέτει αρνητικά, όσο να 'ναι, αλλά αυτά τα έχουμε ξαναπεί. Εν ολίγοις, θεωρώ ότι ένας τόσο μεγάλος κατάλογος αποκλείεται να υποστηρίζεται στην εντέλεια. Όπως και διαπίστωσα τω όντι, διότι πράγματα ήταν νοστιμότατα και άλλα όχι τόσο σωστά εκτελεσμένα.
Εμείς, ας πούμε, ξεκινήσαμε με τη μαραθόπιτα (6.80 ευρώ), η οποία ήταν ολόσωστη, όπως και η φάβα (5.90), με το κρεμμυδάκι της και τα όλα της, ενώ το λαδοτύρι σαγανάκι (6 ευρώ) με κούφανε, διότι ομολογώ πως λαδοτύρι παναρισμένο δεν έχω ματαδεί και το θεωρώ και ιεροσυλία (όχι τίποτα άλλο, αλλά κατάγομαι και από τη Μυτιλήνη). Το λαδοτύρι τηγανίζεται σκέτο, τελεία και παύλα.
Στη συνέχεια, η σαλάτα "Δάφνη" με λαχανικά εποχής, ρόκα, λιαστές ντομάτες, χαλούμι και βαλσάμικο (8.70 ευρώ) ήταν συμπαθητική και η πλιγουροσαλάτα (8.50 ευρώ) ακόμα καλύτερη. Οι "αραβικές πιτούλες με ρεβυθοκεφτέδες και μαριναρισμένα λαχανικά" που έγραφε το μενού (9 ευρώ) ήταν νόστιμο πιάτο, αλλά όχι ιδιαίτερα πρακτικό, καθώς ήταν τελικώς μια extra large αραβική πίτα στην οποία ήταν τυλιγμένοι πολλοί κεφτέδες, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να την τεμαχίσεις για να τη μοιραστεί η παρέα χωρίς να τη διαλύσεις εντελώς στα εξ ων συνετέθη. Το ψητό μοσχαρίσιο συκώτι (11 ευρώ) ήταν πολύ νόστιμο και ως πρώτη ύλη και όμορφα ψημένο, αλλά αυτό που θεωρώ το μεγαλύτερο σουξέ της βραδιάς ήταν οι σεφταλιές (10.80 ευρώ), που ήταν ζουμερές όσο δεν παίρνει. Τέλος, ζητήσαμε και μία χοιρινή τηγανιά με πράσο (11.30 ευρώ), την οποία, όμως, δε γευτήκαμε ποτέ. Αυτά βέβαια είναι αναπόφευκτα σε τόσο μεγάλους χώρους, με τόσο κόσμο, και προσωπικό 4-5 σερβιτόρων που τρέχουν πάνω-κάτω πανικόβλητοι να τους προλάβουν όλους.
Στο τέλος, μας έφεραν και μια πιατέλα με διάφορα γλυκάκια την οποία την κερνάνε πάντα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο που να με ξετρέλανε, ωστόσο ήταν όλα συμπαθητικά, και παίρνουν και deux points για το τζάμπα της υπόθεσης.
Συνοψίζοντας, έμεινα αρκετά ευχαριστημένη από τις γεύσεις που δοκιμάσαμε. Αν και το μενού είναι, όπως είπα, χαοτικό, υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες επιλογές εφόσον κάνετε ένα γρήγορο scanning και ξεσκαρτάρετε τα κλισέ (σουβλάκια/μπιφτέκια/μακαρόνια και λοιπές επιλογές για kid menu.) Ένα πράγμα που θεωρώ αδυναμία του εστιατορίου είναι μια κάποια σύγχυση ταυτότητας, καθώς μάλλον δεν έχει αποφασίσει αν θέλει να είναι κλασική ταβέρνα ή μοντέρνο μεζεδοπωλείο, αφού από όσα παραγγείλαμε, κάποια πιάτα έρχονταν με σερβίρισμα συνοικιακού μαγειρείου και κάποια άλλα εντελώς μοντερνιζατέρ αισθητικής (αν και όχι πάντα ιδιαίτερα επιτυχημένης, όπως ας πούμε η πλιγουροσαλάτα σε γυάλινο νεροπότηρο με δύο κριτσίνια σφηνωμένα χιαστί, που ως food styling μου κάνει λίγο Αλεξία Αλεξιάδου). Τέλος, οι τιμές είναι σχετικά λογικές, αλλά θα μπορούσαν να είναι και λίγο πιο χαμηλές, αναλογικά με αυτό που προσφέρει το εστιατόριο ως χώρος και ύφος. Πόσο μάλλον όσον αφορά κάποια πιάτα με θαλασσινά που περιλαμβάνει το μενού, διότι μακαρονάδα με γαρίδα κατεψυγμένη 20 ευρώ σε ταβέρνα, sorry αλλά το βρίσκω κάπως too much.

Ετυμηγορία: ναι μωρέ, why not?
Κουζίνα: ελληνική
Τιμές: 15-23 το άτομο (θα μπορούσαν να είναι και λιγουλάκι πιο κάτω, χαλεποί καιροί κλπ κλπ)
Σέρβις: ευγενικό, αλλά τρέχει και δε φτάνει
Διεύθυνση: Μεγάλου Αλεξάνδρου 86, Μπουρνάζι
Τηλ: 210 57 73 721

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας

Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας (Charlie & the Chocolate Factory), το πασίγνωστο μυθιστόρημα που έγραψε ο Ρόαλντ Νταλ το 1964 και αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους σε όλο τον κόσμο (αλλά και από την αφεντιά μου κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '80), απέκτησε νέο κύμα αναγνωστών και θαυμαστών πριν από πέντε χρόνια, όταν κυκλοφόρησε στις αίθουσες μία ακόμα κινηματογραφική του εκδοχή σκηνοθετημένη από τον Τιμ Μπάρτον. Το μυθιστόρημα είναι -εκτός από ένα διασκεδαστικό ηθικό δίδαγμα πάνω σε μερικά από τα θανάσιμα αμαρτήματα (λαιμαργία, περηφάνια κλπ)- ένας ύμνος στα γλυκίσματα και πάνω από όλα στη λατρεμένη σοκολάτα.
Ακολουθεί μία από τις κλασικές σκηνές του βιβλίου, κατά την οποία ο Τσάρλι, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, μαζί με μερικά ακόμα τυχερά παιδιά, ξεναγούνται στο εργοστάσιο σοκολάτας από τον δημιουργό του, τον εκκεντρικό και απολαυστικό Γουίλι Γουόνκα.

"H αίθουσα της σοκολάτας"

"Ορίστε!", φώναξε ο κύριος Γουόνκα χοροπηδώντας και δείχνοντας με το χρυσό μπαστούνι του το μεγάλο καφετί ποτάμι. "Είναι όλο σοκολάτα! Κάθε σταγόνα αυτού του ποταμού είναι καυτή λιωμένη σοκολάτα της καλύτερης ποιότητας. 'Αριστης ποιότητας. Έχει αρκετή σοκολάτα εκεί μέσα για να γεμίσεις κάθε μπανιέρα ολόκληρης της χώρας! Και τις πισίνες ακόμα! Δεν είναι υπέροχο; Και δείτε και τους σωλήνες μου! Ρουφάνε τη σοκολάτα και τη μεταφέρουν στις άλλες αίθουσες του εργοστασίου όπου είναι απαραίτητη! Χιλιάδες λίτρα την ώρα, αγαπητά μου παιδιά! Χιλιάδες επί χιλιάδων!
Τα παιδιά και οι γονείς τους είχαν μείνει άναυδοι από την έκπληξη. Ήταν εμβρόντητοι. Αποσβολωμένοι. Σαστισμένοι και συγκλονισμένοι. Είχαν εκπλαγεί εντελώς από όλο αυτό το μεγαλείο. Είχαν σταθεί απλώς και χάζευαν.
"Το πιο σημαντικό είναι ο καταρράκτης!", συνέχισε ο κύριος Γουόνκα. "Ανακατεύει τη σοκολάτα! Την αναταράσσει. Την κοπανάει και τη χτυπάει! Την κάνει ελαφριά και αφρώδη! Κανένα άλλο εργοστάσιο στον κόσμο δεν ανακατεύει τη σοκολάτα του με καταρράκτη! Αλλά είναι ο μόνος τρόπος να γίνει σωστά! Ο μόνος τρόπος! Και τα δέντρα μου, σας αρέσουν;", φώναξε δείχνοντας με το μπαστούνι του. "Και οι ωραίοι μου θάμνοι; Δεν βρίσκετε ότι είναι όμορφοι; Σας είπα ότι μισώ την ασχήμια! Και φυσικά, είναι όλοι φαγώσιμοι! Όλοι είναι φτιαγμένοι από κάτι πεντανόστιμο! Και τα λιβάδια μου, σας αρέσουν; Σας αρέσει το γρασίδι και οι πεταλούδες μου; Το γρασίδι πάνω στο οποίο στέκεστε, αγαπητοί μου, είναι φτιαγμένο από ένα νέο είδος απαλής ζάχαρης με γεύση μέντας, την οποία μόλις εφηύρα! Δοκιμάστε μια τούφα! Παρακαλώ! Είναι απολαυστικό!"
Αυτόματα, όλοι έσκυψαν και μάζεψαν μια τούφα γρασίδι -όλοι, δηλαδή, εκτός από τον Αύγουστο Γκλουπ, ο οποίος γράπωσε μια μεγάλη χούφτα.
Και η Βιολέτα Μπορεγκάρ, πριν δοκιμάσει την τούφα της, έβγαλε την τσίχλα με την οποία είχε σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ μασήματος από το στόμα της και την κόλλησε προσεκτικά πίσω από το αυτί της.
"Δεν είναι υπέροχο;", ψιθύρισε ο Τσάρλι. "Δεν έχει υπέροχη γεύση, παππού;"
"Θα μπορούσα να φάω ολόκληρη την πεδιάδα!", είπε ο παππούς Τζο, γουργουρίζοντας από ευχαρίστηση. "Θα μπορούσα να τριγυρνάω στα τέσσερα σαν αγελάδα ώσπου να φάω μέχρι και την τελευταία τούφα αυτής της πεδιάδας!"

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Black Duck στο Κέντρο

Είχα κάθε καλή διάθεση να το αγαπήσω το Black Duck, και ήμουν εντελώς απροκατάληπτη όταν το επισκέφθηκα για πρώτη φορά, αλήθεια σας λέω. Δεν άφησα την κακή κριτική του Αθηνοράματος να με επηρεάσει καθόλου, γιατί ποθούσα να βρω ένα καινούργιο εστιατόριο-στέκι στο κέντρο της πόλης. Ήταν και που απ' έξω ο χώρος φαίνεται τόσο cozy και οι μουσικές του μαγαζιού που ξεχείλιζαν στο στενό της Λαδά και τις άκουγα κάθε φορά που περνούσα για να πάω πλατεία Καρύτση με είχαν προδιαθέσει πολύ θετικά...
Αλλά τζίφος. Και εξηγώ.
Καταρχάς, το εστιατόριο είναι στον επάνω όροφο και θα σας πω ευθύς εξαρχής ότι το πάνω δεν έχει ουδεμία σχέση με το κάτω. Το κάτω πάτωμα είναι ένα τζερτζελέδικο μπαράκι με χαμηλό φωτισμό, δυνατή μουσική (σε λογική ένταση), νεαρόκοσμο tres fashionable και μπόλικο κέφι. Το πάνω πάτωμα, είναι μια αίθουσα της οποίας η διακόσμηση αν και περιποιημένη, εμένα προσωπικά με παραπέμπει σε τεϊοποτείο/λέσχη κυριών για μπιρίμπα και ο μέσος όρος ηλικίας των συνδαιτημόνων είναι 65 (και λίγο λέω). Η νύχτα με τη μέρα, δεν υπερβάλλω, κάντε μια βόλτα και θα με καταλάβετε. Πολυθρόνες με φυστικί/ροδακινί ύφασμα μπροκάρ, καδράκια με θαλασσινά τοπία, λευκά τραπεζομάντηλα, γλαστρούλες με λουλουδάκια, έντονος φωτισμός και η μουσική (ωραιότατες jazzy και folksy επιλογές) να ακούγεται -με πολλήηη προσπάθεια- μονάχα κατά κύματα (ό,τι έφτανε επάνω, από το μπαρ στον κάτω όροφο). Προσοχή, δεν εννοώ ότι η αίθουσα είναι κακόγουστη, απλώς ότι κατά τη γνώμη μου σε άλλο κοινό απευθύνεται το μπαρ και σε άλλο το εστιατόριο. Απόδειξη και ο μέσος όρος ηλικίας που λέγαμε.
Εν πάση περιπτώσει, έρχεται η σερβιτόρα, η οποία ήταν συμπαθέστατη, και μας φέρνει τους καταλόγους. Δεν περίμενα καμία γαστρονομική αποκάλυψη, αλλά πρέπει να σας πω πως δεν μου συμβαίνει συχνά να μην μπορώ να βρω ούτε ένα πιάτο στο μενού που να μου τραβήξει το ενδιαφέρον.
Τελικά, ξεκινήσαμε με ψητά λαχανικά με χαλούμι (9,5 ευρώ). Ειρήσθω εν παρόδω, εντελώς early 2000's πια αυτό το πιάτο, νομίζω είναι καιρός να αποσυρθεί ή τέλοσπάντων να ανανεωθεί κάπως, γιατί έχω βαρεθεί να το βλέπω σε όλα τα μοντέρνα ταβερνο/μεζεδοπωλο/οινομαγειρεία. Όπως επίσης και τη φέτα πανέ με μέλι και σουσάμι -η οποία παρεμπιπτόντως υπήρχε και στο μενού του Black Duck, αλλά γι' αυτό τα έχουμε ξαναπεί. Anyway, τα λαχανικά πάντως ήταν σωστά ψημένα. Τα χοιρινά φιλετάκια με λιαστά σύκα και Μοσχάτο Λήμνου, ρύζι μπασμάτι και λαχανικά (15,5 ευρώ) ήταν συμπαθητικά, αλλά όχι και η καλύτερη δυνατή εκτέλεση, αφού τα ξερά σύκα θα έπρεπε να έχουν βράσει πολύ περισσότερο για να μαλακώσουν και να μεστώσει η σάλτσα. Αυτό, όμως, που ήταν πραγματικά απαράδεκτο ήταν οι πένες με πέστο ρόκας και προσούτο. Κατέφυγα σε αυτό το πιάτο διότι όλα τα άλλα ζυμαρικά περιείχαν κρέμα γάλακτος στη σάλτσα τους (έλεος πια μ' αυτή την κρέμα, τα λέει κι ο Σκαρμούτσος συνέχεια στο Master Chef, αλλά ποιος τον ακούει!), οπότε θεώρησα ότι με το pesto θα ήμουν σχετικά ασφαλής. Μάλιστα, όταν είπα στη σερβιτόρα ότι θα πάρω το πέστο, μου απάντησε με μεγάλο ενθουσιασμό: "Και πολύ καλά θα κάνετε!". Εκεί βέβαια εγώ ήμουν έτοιμη να τη ρωτήσω, "Really? Would you say your pesto is the BEST-O?" (όπως είπε και η Phoebe στον sous-chef της Monica στα Friends, season 8, episode 5, TOW Rachel's Date), αλλά κρατήθηκα.
Και τελικά, το πιάτο το οποίο παρέλαβα περιείχε κρέμα γάλακτος. ΜΑ ΚΡΕΜΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΣΤΟ ΠΕΣΤΟ; Μα στο πέστο; Ιεροσυλία! Και να 'ταν μόνο αυτό; Το υποτιθέμενο προσούτο ήταν μόλις δύο μικροσκοπικές μπουκιές και το πιάτο ήταν παντελώς ανάλατο. Αλλά την κρέμα δε θα την ξεπεράσω με τίποτα. Στο εξής δηλαδή όταν παραγγέλνω πέστο σε εστιατόρια θα πρέπει να ρωτάω με τι το φτιάχνουν; Μα πού φτάσαμε; 'Ημαρτον!
Στο μεταξύ, και οι υπόλοιποι της παρέας μού είπαν ότι και τα δικά τους πιάτα ήταν ανάλατα, οπότε καταλήξαμε από κοινού πως ήταν μελετημένο το θέμα και ότι προφανώς ο σεφ μεριμνά για τους πελάτες του ετοιμάζοντάς τους υπερτασιακή αγωγή, αφού ήταν όλοι άνω των 60. Συνεπώς δε θα έπρεπε να διαμαρτυρόμαστε.
Όπως καταλαβαίνετε, επιδόρπιο δεν πήραμε, γιατί θα ήταν μάταιο. Αντ' αυτού, πληρώσαμε 25 ευρώ το άτομο (που τα θεωρώ υπερβολικά πολλά για αυτά που παραγγείλαμε) και είπαμε αντίο για πάντα στον επάνω όροφο. Διότι τον κάτω σίγουρα θα τον επισκεφθώ για ποτό και μάλιστα άμεσα. Η νύχτα με τη μέρα, σας λέω. Η νύχτα με τη μέρα.

Ετυμηγορία: Έλλειψη φαντασίας και τεχνικής στην κουζίνα.
Κουζίνα: κλασική/μεσογειακή
Τιμές: 25-30 ευρώ το άτομο
Crowd: γερουσία (καμία σχέση με το μπαρ κάτω)
Διεύθυνση: Χρήστου Λαδά 9Α, Κέντρο
Τηλ: 210 32 34 760

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Π Box στην Κηφισιά, Part II

Πέρασαν τρεις μήνες από τότε που δοκίμασα για πρώτη φορά το ΠBox του Χρήστου Πέσκια στην Κηφισιά, το οποίο με είχε κατενθουσιάσει (διαβάστε το σχετικό άρθρο εδώ). Πλέον άρχισε να χειμωνιάζει, οπότε θεώρησα πως ήταν καιρός να το ξαναεπισκεφθώ και να επιχειρήσω αυτή τη φορά να καθίσω στο bar.
Ο όμορφα διακοσμημένος χώρος του μικρού αυτού deli restaurant περιλαμβάνει λίγα μόνο τραπέζια, αλλά και μια μικρή, ανοιχτή κουζίνα γύρω από την οποία έχει πάγκο και σκαμπό (βλ. φωτό). 'Ετσι, όποιος κάθεται στο bar, έχει θέα σε όλο το τζερτζελέ της διαδικασίας του μαγειρέματος και μπορεί να δει τον κύριο Πέσκια και τους δύο συνεργάτες του επί το έργον.
Φυσικά, δεν σας το συνιστώ αν είστε περισσότερα από δύο άτομα, γιατί η διαμόρφωση αυτή δεν προσφέρεται για άραγμα και κουβέντα. Επίσης, να ξέρετε ότι τα καθίσματα δεν είναι άνετα και γενικά θα είστε κάπως στενά, ενώ αν θελήσετε να πάτε στην τουαλέτα και κάθεστε σε ένα από τα μεσαία σκαμπό, θα πρέπει να σηκώσετε όλους τους υπόλοιπους και να κάνετε το γύρο.
Τα μειονεκτήματα, όμως, τελειώνουν εδώ, και θεωρώ πως τα πλεονεκτήματα υπερτερούν! Πέρα από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν άλλα μέρη όπου να μπορεί να δει κανείς από τόσο κοντά τη διαδικασία παρασκευής των εδεσμάτων, κάτι που εγώ προσωπικά βρίσκω πολύ ενδιαφέρον, η υπόθεση έχει πολύ κέφι, καθώς πιάνεις ψιλοκουβέντα και με τους υπόλοιπους συνδαιτημόνες (εμείς, ας πούμε το καταδιασκεδάσαμε με τον διπλανό μας), αλλά έχεις και την ευκαιρία να κάνεις διάφορες ερωτήσεις για τα πιάτα στο προσωπικό, καθώς τα παρασκευάζει. Τώρα, αν δε σας αρέσει η πολλή βαβούρα -κουζίνα είναι άλλωστε, όσο μικρή κι αν είναι- μπορεί να βρείτε τη φάση κάπως αγχωτική (φανταστείτε τηγάνια, κατσαρολικά και λοιπά κλαπατσίμπαλα να βαράνε πάνω στους inox πάγκους, αλλά και το συνεχές βουητό από τον απορροφητήρα τούρμπο -διότι είναι πυκνοίοιοι οι καπνοίοιοι). Επίσης, αν δεν τρέφετε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μαγειρική -αλλά μόνο για την κατανάλωση των προϊόντων της- μάλλον αφήστε το.
Από την άλλη, όμως, υπάρχουν κι άλλα πράγματα για να σας δελεάσουν! Η κουζίνα ετοιμάζει στη διάρκεια της βραδιάς κάποια πιάτα από το μενού τα οποία προορίζονται για κέρασμα στους πελάτες του μπαρ. Όποιο από αυτά κάνει στην πορεία περισσότερο τα σάλια σας να τρέξουν, το ζητάτε, αλλιώς το προσωπικό θα πάρει μόνο του την πρωτοβουλία. Εμάς, με το που καθίσαμε, μας πρόσφεραν δύο μπρουσκετάκια με κρεμμύδι, ντομάτα και λιωμένο τυρί (νόστιμα, αλλά όχι και κάτι το πρωτότυπο), αλλά αυτό που έκανε την καρδιά μου να φτερουγίσει από αγαλλίαση ήταν τα κερασμένα συκωτάκια πουλιών. Ακόμα τα θυμάμαι και σκανδαλίζομαι. Κατά τα άλλα, συνεχίσαμε παραγγέλνοντας από το μενού ένα carpaccio μοσχαρίσιο με wasabi και καπαρόφυλλα (14 ευρώ), που ήταν άψογο, και το φαγητό μας το συνοδεύσαμε με tempranillo σε ποτήρι (6 ευρώ). Τέλος, από τα κυρίως δοκιμάσαμε το παστίτσιο με foie gras και πράσινη σαλάτα (18 ευρώ) που ήταν νόστιμο, αν και αρκετά λιπαρό για τα γούστα μου, και τον τόνο με μελιτζανοσαλάτα και wakame σε sauce teriyaki-yuzu (25 ευρώ). Το τελευταίο, αν και ακριβό πιάτο, άξιζε μέχρι και το τελευταίο του ευρώ, καθώς ήταν για μένα ένα από τα ωραιότερα εκτελεσμένα και νοστιμότερα πιάτα που έχω δοκιμάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ελπίζω να μην το βγάλει ο κύριος Πέσκιας από το μενού, αν και του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη πως με ό,τι κι αν το αντικαστασήσει, θα είναι εξίσου νόστιμο. Μετά, λοιπόν, και από τη δεύτερη μου επίσκεψη, μπορώ να πω με βεβαιότητα πως το Π Box είναι ένα από τα καλύτερα εστιατόρια της πόλης μας.

Ετυμηγορία: Εννοείται! Αν και αρμυρούτσικο, αξίζει τα λεφτά του. Μην τα λυπηθείτε.
Τιμές: 35-45 το άτομο.
Διεύθυνση: Λεβίδου 11, Κηφισιά.
Τηλ: 210 80 88 818

μπαρ μπόνους: Είπαμε, τζερτζελές. Ο κύριος Πέσκιας να έχει κατασυγχυστεί όταν ο sous-chef του ανήγγειλε παραγγελία πελάτισσας η οποία επιθυμούσε την μπριζόλα της "Σκέτη, σκέτη, ΣΚΕΤΗ! Χωρίς ΚΑΜΙΑ γαρνιτούρα!", ο διπλανός μας να επιμένει ότι ΔΕ ΘΕΛΕΙ το (κερασμένο ) ορεκτικό γιατί νομίζει ότι θα του το χρεώσουν και να διαμαρτύρεται πως "εχει βγει εκτός μπάτζετ" και πολλά άλλα τέτοια ευτράπελα.


Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Πασιφάη στον Κορυδαλλό

'Εχω ξαναπεί ότι δεν βρίσκω το λόγο να γράφω κριτικές για ταβέρνες, εκτός αν ένα μαγαζί έχει κάποια ιδιαιτερότητα. Αυτό ακριβώς, λοιπόν, συμβαίνει με την Πασιφάη, μια ταβέρνα στον Κορυδαλλό που σερβίρει παραδοσιακή κρητική κουζίνα.
Μαγαζιά με κρητική κουζίνα, βέβαια, υπάρχουν αρκετά, αλλά δυστυχώς πολλά από αυτά δεν αντιλαμβάνονται ότι Κρήτη δεν είναι μόνο τα καλιτσούνια. Η Πασιφάη, όμως, διαθέτει έναν αρκετά εκτεταμένο κατάλογο με κρητικούς μεζέδες και κυρίως πιάτα, των οποίων και πετυχημένη είναι η εκτέλεση και
τα υλικά νόστιμα.
Ο χώρος του εστιατορίου παραμένει επίσης πιστός στην παράδοση. Πέτρινες καμά
ρες, αγροτικά εργαλεία και ασπρόμαυρες φωτογραφίες κρεμασμένες στους τοίχους, κουρτινάκια κεντημένα με βελονάκι στα παράθυρα. Τις Παρασκευές και τα Σάββατα έχει και ζωντανή κρητική μουσική με λύρα και λαούτο, αλλά καλά θα κάνετε να κλείσετε τραπέζι γιατί συνήθως γίνεται χαμός. Τις καθημερινές μπορείτε βέβαια να φάτε πιο ήσυχα.
Έχοντας επισκεφθεί την Πασιφάη -που παίρνει το όνομά της από τη βασίλισσα της Μινωικής Κρήτης- αρκετές φορές, είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω κάμποσα πιάτα της. 'Οσο χαζεύετε τον κατάλογο θα σας κεράσουν μια ρακή με παξιμαδάκια και πατέ ελιάς κι εσείς στο μεταξύ αποφασίζετε ποιο από τα "μεζεκλίκια" τραβάει η όρεξή σας. Εμείς, πάντως, δεν υπάρχει περίπτωση να φύγουμε χωρίς να παραγγείλουμε τη μαραθόπιτα (6.50 ευρώ) και τα σαρικοπιτάκια (6.5 ευρώ), στριφτά πιτάκια δηλαδή με μυζήθρα και δυόσμο, των οποίων η ζύμη είναι ένα όνειρο. 'Οποιο, όμως, κι από τα πιτοειδή κι αν έχουμε δοκιμάσει (καλτσούνια, μπομπέτες κλπ) είναι πάντοτε νοστιμότατο. Must είναι επίσης και το απάκι (καπνιστό χοιρινό - 7 ευρώ), που είναι πάντοτε άψογο και εξαφανίζεται σε χρόνο dt. Νοστιμότατοι είναι επίσης και οι χοχλιοί οι μπουρμπουριστοί (σαλιγκάρια), που είναι άλλωστε κλασικό χιτάκι της κρητικής κουζίνας. Από τις σαλάτες, την τελευταία φορά δοκιμάσαμε τη "σαλάτα του μερακλή" (9.20 ευρώ), που είχε ντομάτα, αγγούρι, ελιές, κρεμμύδι, κάπαρη, παξιμάδι και μυζήθρα κι ήταν νόστιμη και χορταστικότατη.
Από τα κυρίως πιάτα, τα κρεατικά είναι πάντα νόστιμα. Θυμάμαι πως το γαμοπίλαφο είναι καλό, αλλά την τελευταία φορά δοκιμάσαμε και το "τσιγαριαστό", μπουκίτσες χοιρινού με άνηθο, λεμόνι και πράσο (8 ευρώ), που ήταν ωραία μαγειρεμένο σε πήλινο σκεύος και ζουμερό με μπόλικη σάλτσα.
Από την άλλη -για να μη λέμε μόνο τα θετικά- αυτό που με απογοητεύει είναι όταν βλέπω σε ένα τόσο ωραίο και παραδοσιακό μένου ξέμπαρκες προσθήκες. Το τριμμένο κίτρινο τυρί (gouda θαρρώ) επάνω στις τηγανητές πατάτες (3.5 ευρώ) δεν έχει καμία θέση, αλλά ακόμα πιο άσχετη βρίσκω τη γαλοπούλα πανέ με σάλτσα από μέλι και σουσάμι (8 ευρώ), διότι αν ήθελα να φάω σνίτσελ, μπορούσα να πάω και στη Βιέννη, όσο για τη σος μέλι/σουσάμι νομίζω ότι έχει γενικότερα παραφορεθεί την τελευταία πενταετία στα διάφορα μοντέρνα ταβερνο-οινομαγειρο-μεζεδοπωλεία, οπότε δεν χρειάζεται να τη βλέπουμε και εδώ.
Πάνω στους λουκουμάδες, ωστόσο, το μέλι και το σουσάμι, πολύ καλά κάνουν και αφθο
νούν! Μη διανοηθείτε να φύγετε από την Πασιφάη χωρίς να πάρετε μια μερίδα λουκουμάδες και φροντίστε να έχετε κρατήσει και αρκετό χώρο. Για να σας προετοιμάσω, ένα ΒΟΥΝΟ από ζεστές χρυσοκίτρινες μπάλες ζύμης περιχυμένες από μέλι θα προσγειωθεί πάνω στο τραπέζι σας, και αν καταφέρετε να το κουλαντρίσετε μέχρι τους πρόποδες, σας βγάζω το καπέλο. Εμείς πάντως, τέσσερα άτομα, τρώγαμε, τρώγαμε, τρώγαμε και δεν έλεγε να τελειώσει! Κό-λα-ση!

Ετυμηγορία: Hello, εννοείται να πάτε.
Τιμές: 15-20 το άτομο.
Κουζίνα: παραδοσιακή κρητική
Διεύθυνση:
Μ. Αλεξάνδρου 24, Πλ. Μέμου, Κορυδαλλός
Τηλ: 210 49 44 024

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Altamira στο Κολωνάκι

Στο Altamira σύχναζα στα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια, τότε που ως concept ήταν φοβερό nouveauté και που ακόμα δεν υπήρχαν πολλά έθνικ εστιατόρια στην Αθήνα κι εγώ ψοφούσα να δοκιμάσω πρωτότυπες γεύσεις. Πριν μια δεκαετία, δηλαδή. Είχα, λοιπόν, αρκετά χρόνια να το επισκεφθώ κι όταν μου το πρότειναν φίλοι δέχτηκα με ενθουσιασμό, περίεργη να διαπιστώσω αν θα συνέχιζα να το βρίσκω ενδιαφέρον και σήμερα.
Από τα δύο του καταστήματα, προτιμήσαμε αυτό του Κολωνακίου, γιατί πραγματικά ο χώρος του είναι πανέμορφος. Στεγάζεται σε ένα εντυπωσιακό διώροφο νεοκλασικό και στο χώρο του εστιατορίου ανεβαίνεις από μια πανέμορφη στριφογυριστή ξύλινη σκάλα. Το εστιατόριο χωρίζεται σε δωμάτια, πράγμα που πάντα μου άρεσε γιατί το βρίσκω πιο cozy σε σχέση με μια μεγάλη ενιαία αίθουσα. Η εσωτερική του διακόσμηση θα ήθελε, πιστεύω, ένα update, γιατί το ροδακινί σπατουλαριστό βαψιματάκι έπειτα από 10 χρόνια φαντάζει λίγο πασέ, αλλά maybe it's just me.
Το πρώτο πράγμα που διαπίστωσα ήταν ότι το μενού παραμένει ίδιο και απαράλλαχτο έπειτα από τόσα χρόνια. Τώρα, αν αυτό είναι καλό ή κακό, το αφήνω σε εσάς να το κρίνετε, γιατί ίσως και να είναι υποκειμενικό. Παρόλα αυτά, υπάρχει και κατάλογος με πιάτα ημέρας.
Το μενού χωρίζεται σε 4 εθνικές κουζίνες, ινδική, αραβική, μεξικάνικη και ασιατική (sic) και είναι κολοσσιαίο. I mean it. Σελίδες επί σελίδων. 'Εχω ξαναπεί τη γνώμη μου για τους μεγάλους καταλόγους και αυτό δεν μπορεί παρά να με κάνει να σκέφτομαι ότι δεν είναι δυνατόν να παρασκευάζονται όοοοοολα αυτά τα πιάτα με συνέπεια. Επίσης, το ανακάτεμα των 4 αυτών κουζινών σίγουρα θα σας προκαλέσει σύγχυση και ως προς το τι να παραγγείλετε. Κατά τη γνώμη μου, επιλέξτε μία απ' όλες και μείνετε σε αυτήν, γιατί πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί κανείς να συνδυάσει αυτές τις τόσο διαφορετικές γεύσεις μεταξύ τους.
Θυμάμαι, εγώ, ας πούμε, παλιά έτρωγα φανατικά από το αραβικό τους ρεπερτόριο τα φαλάφελ με χούμους και λάμπνεχ, τα κιμπέχ (κεφτέδες με πληγούρι και κιμά) και τη σαλάτα φατούς. Πώς είναι, δεν μπορώ να σας το πω με βεβαιότητα διότι πιστεύω πως τα κριτήριά μου έχουν αλλάξει, πάντως τότε μου άρεσαν πολύ.
Στην τελευταία μας επίσκεψη, επιλέξαμε την ινδική κουζίνα. Ξεκινήσαμε με parathas (πίτες) ζυμωμένες με κόλιαντρο με συνοδεία τριών chatney (5.5 ευρώ), που ήταν καλοφτιαγμένες και με ενδιαφέροντα chatneys (ειδικά αυτό με τον ταμάρινδο), αν και προσωπικά θα τις ήθελα λίγο πιο αφράτες (αυτές έφερναν σε tortilla). Για ορεκτικό, πήραμε τα κόκκινα φασόλια με σάλτσά tandoori, δυόσμο και γιαούρτι, που ήταν επίσης νόστιμα.
Τα κυρίως πιάτα μας, όμως, με απογοήτευσαν πολύ. Το μοσχάρι με σάλτσα κάρι και κρέμα καρύδας (18 ευρώ) ήταν εντελώς αδιάφορο γευστικά. Το κρέας, σκληρό και ινώδες και η σάλτσα ανάλατη. Από τα πιάτα ημέρας, η κόντρα μόσχου ψιλοκομμένη με σος πράσινου κάρι, κρέμας καρύδας και γκαλάνγκαλ (18.5 ευρώ) που επέλεξα εγώ ήταν ακόμα πιο αδιάφορη, αφού της έλειπαν παντελώς τα μπαχαρικά (όσο για το γκαλάνγκαλ, μην είδατε τον Παναή). Συνοδευόταν δε με ρύζι μαγειρεμένο σε γάλα καρύδας και τσιπς γλυκοπατάτας -τα οποία τσιπς ήταν τηγανισμένα κι εγώ δεν ξέρω από πότε και είχαν υφή λες κι ήταν φτιαγμένα από καουτσούκ. Και τα δύο κυρίως πιάτα, κατά την ταπεινή μου άποψη, ήταν μάλλον τυχαίοι συνδυασμοί υλικών και όχι εμπνευσμένα από κάποια πραγματικά ινδική συνταγή, πράγμα που οδήγησε και στο αδιάφορο αυτό αποτέλεσμα. Επίσης, τόσο τα κυρίως όσο και το ορεκτικό με τα φασόλια δεν ήταν διόλου πικάντικα (και δεν εννοώ απαραίτητα καυτερά φυσικά), όπως αρμόζει στο ινδικό ταμπεραμέντο.
Το αστείο είναι μάλιστα πως στον πρόλογο του μενού, γράφει πως η καθεμία από τις τέσσερις κουζίνες είναι "μοναδική σε πλούτο υλικών και τεχνοτροπιών" αλλά όλες συνδέονται μεταξύ τους μέσα απ' τους δρόμους των μπαχαρικών" και κοινά τους στοιχεία είναι "το άρωμα και το χρώμα, η τόλμη των συνδυασμών και η ισορροπία των αντιθέσεων". Όταν, λοιπόν, γεύεσαι αντ' αυτού πιάτα χωρίς γευστικό νεύρο και με παντελή απουσία μπαχαρικών, δηλαδή μια εξευρωπαϊσμένη εκδοχή έθνικ κουζίνας για αρχάριους, δεν μπορείς παρά να απογοητευτείς.
Το συμπέρασμα στο οποίο δεν μπορώ παρά να καταλήξω, δυστυχώς, είναι ότι, αν θέλετε να φάτε αυθεντική ινδική κουζίνα, πηγαίνετε σε ινδικό εστιατόριο, αν θέλετε αραβική πάτε σε αραβικό και ούτω καθεξής. Στο Altamira μπορείτε απλώς να πάρετε μια ιδέα από όλα, σε ενα οπωσδήποτε ευχάριστο και κομψό περιβάλλον, αλλά κατά τη γνώμη μου, όπως λέει και ο σοφός λαός, "ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς", διότι αυτό το τουρλού γεύσεων δεν μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ενός αδιάσπαστου γευστικού συνόλου. Αναπόφευκτα, λοιπόν, πηγαίνοντας στο Altamira είναι σαν να τρώτε όχι σε ένα, αλλά σε τέσσερα διαφορετικά εστιατόρια. Το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε, είναι να επικεντρωθείτε σε ένα, για να μη φύγετε με μπερδεμένο ουρανίσκο.
Τέλος, όσον αφορά τις τιμές, θεωρώ ότι τα κυρίως πιάτα είναι κάπως ακριβά. Από την άλλη, βέβαια, μπορείτε να γίνεται μέλη του Altamira Gourmet Club και να έχετε έκπτωση 20% στα γεύματά σας, πράγμα που, όπως καταλαβαίνετε, ρίχνει αρκετά το κόστος.

Ετυμηγορία: Ακατάλληλο για σκληροπυρηνικούς φαν έθνικ κουζινών.
Κουζίνα: ινδική, αραβική, μεξικάνικη, ασιατική (ό,τι κι αν σημαίνει το τελευταίο)
Τιμές: 25-35, 20% έκπτωση με την κάρτα Altamira Gourmet Club.
Διεύθυνση: Τσακάλωφ 36Α, Κολωνάκι
Τηλ: 210 36 14 695

Υ.Γ. Σε παραδιπλανό τραπέζι μία κυρία κάπνιζε αδιάκοπα, αλλά ούτε μία φορά δεν είδαμε να της γίνεται παρατήρηση από το σερβιτόρο. Αντικαπνιστικός νόμος και επιβολή προστίμων σου λέει μετά...