Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

CSI Las Vegas: επίλυση φόνου σε σκοτεινό εστιατόριο

Σε συνέχεια του άρθρου για τα σκοτεινά εστιατόρια, μελέτησα το σενάριο του επεισοδίου του CSI Las Vegas με τίτλο "Α la Cart" (8η σεζόν, 2ο επεισόδιο) και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να μεταφράσω μερικές ζουμερές σκηνές και να τις μοιραστώ μαζί σας.
Για όποιον δεν έτυχε να διαβάσει το σχετικό post (Κάλλιο αργά, παρά ποτέ, όμως, χαχα!), στο επεισόδιο αυτό διαδραματίζεται μια δολοφονία την ώρα του δείπνου σε ένα εστιατόριο, στο οποίο το concept είναι ότι οι θαμώνες δειπνούν στο απόλυτο σκοτάδι, προκειμένου η απουσία όρασης να οξύνει τις υπόλοιπες αισθήσεις τους και άρα να κάνει τη γευστική τους εμπειρία εντονότερη.
Η Κάθριν, ο Γουόρικ (Ααααχ, αυτός ο Γουόρικ...) και ο επιθεωρητής Μπρας έχουν αναλάβει την επίλυση της υπόθεσης του φόνου του διάσημου εκδότη του περιοδικού Hux, που υπονοείτ
αι ότι είναι κάτι σαν το Playboy και ο ιδιοκτήτης του είναι λίγο-πολύ ένα alter ego του Χιου Χέφνερ, μόνο που αντί για Bunnies, δηλαδή Κουνελάκια, έχει Kitties, τουτέστιν Γατούλες.
Ο μακαρίτης
λεγόταν Χάμπτον Χάξλεϊ και το περί ου ο λόγος εστιατόριο έχει το όνομα "Blind", ενώ η ιδιοκτήτρια του εστιατορίου ονομάζεται Πίπα Σάντσεζ (ασχολίαστο το βαφτιστικό, παρακαλώ).

Βρισκόμαστε στον τόπο του εγκλήματος, όπου έχει ανακαλυφθεί το πτώμα από την αστυνομία. Ο αστυνομικός Ντέιβιντ Φίλιπς βρίσκεται ήδη στον χώρο και κατατοπίζει τους CSIs Κάθριν και Γουόρικ, που μόλις έχουν φτάσει.

Κάθριν: Τι εξετάζουμε;
Ντέιβιντ Φίλιπς: Τραύμα από τρύπημα. Δεν υπάρχει αποτύπωμα κάννης.
Κάθριν: Άρα μάλλον δεν είναι από πυροβολισμό. Μαχαίρωμα;
Ντέιβιντ: 'Ισως. Πέρασε από τον κρόταφο και εισχώρησε στον εγκέφαλο. Τα κακάρωσε μέσα σε δευτερόλεπτα.
Γουόρικ: Τόσο κόσμο είχε το εστιατόριο. 'Ολο και κάποιος θα είδε κάτι.
Μπρας: Όχι ακριβώς. Αυτή εδώ είναι η τελευταία λέξη της μόδας: δείπνο στο σκοτάδι.
(Ο Μπρας σβήνει τα φώτα του μαγαζιού με ένα τηλεχειριστήριο. Επικρατεί απόλυτο σκοτάδι.)
Μπρας: Οι σερβιτόροι είναι τυφλοί. Κανένας δεν βλέπει τίποτα. Παιχνιδάκι, έτσι;
(Ακούγονται τα βήματα κάποιου που φεύγει.)
Κάθριν: Έφυγε;
Γουόρικ: Έτσι νομίζω.
Ντέιβιντ Φίλιπς: Παιδιά; Έχουμε ένα πτώμα εδώ.

Επόμενη σκηνή:
Ένας μαυροντυμένος σερβιτόρος περνάει κρατώντας έναν δίσκο με φαγητό. Ο δίσκος είναι φωτισμένος σαν έργο τέχνης. Ενώ περπατάει ο σερβιτόρος, εξαφανίζεται και μένει μόνο το φαγητό.

Πίπα Σάντσεζ: Το δείπνο θα έπρεπε να είναι μια εμπειρία σαν την όπερα ή την τέχνη. Πρέπει να θρέφει και την ψυχή εκτός από την κοιλιά. Πρέπει να το μυρίζεις, να το αγγίζεις και να το αφήνεις να ξεκουράζεται επάνω στη γλώσσα σου. Πουλάω αισθησιασμό εδώ. Ενθαρρύνω τον κόσμο να τρώει με τα χέρια του. Η υφή είναι απολύτως ουσιώδης. Το αλμυρό, σαρκώδες κρέας του αστακού, βουτηγμένο σε κρεμώδες ραφινέ γαλλικό βούτυρο. Η χυμώδης, γεμάτη σπόρους σάρκα και το σφιχτό περίβλημα ενός φρέσκου σύκου βουτηγμένου στο μέλι. Η γλώσσα αντιλαμβάνεται τέσσερις βασικές γευστικές κατηγορίες: αλμυρό, γλυκό, πικρό, ξινό. Και έχει πάνω από 10.000 γευστικούς κάλυκες, καθένας από τους οποίους είναι σε άμεση σύνδεση με το κέντρο ευχαρίστησης του εγκεφάλου, που ενεργοποιεί τις ενδορφίνες. Η αίσθηση που μας προκαλεί το καλό φαγητό είναι παρόμοια χημικά με το να "φτιάχνεσαι" με ναρκωτικά.

Μπρας: Και από ό,τι φαίνεται, εξίσου επικίνδυνη.

Στο μεταξύ, ο Γουόρικ και η Κάθριν περισυλλέγουν στοιχεία στον τόπο του εγκλήματος, όπου ο Γουόρικ βρίσκει ένα ζευγάρι κυάλια.

Γουόρικ: Σβήνεις λίγο τα φώτα;
Η Κάθριν σβήνει τα φώτα. Επικρατεί και πάλι απόλυτο σκοτάδι και η Κάθριν γελάει νιώθοντας αμήχανη, ενώ ο Γουόρικ την κοιτάζει μέσα από τα κυάλια, που είναι νυχτερινής οράσεως.
Κάθριν: Συγγνώμη, αλλά είναι εντελώς χαζή ιδέα για εστιατόριο. Εγώ θέλω να βλέπω τι τρώω.
Ο Γουόρικ πλησιάζει την Κάθριν σε απόσταση 5 εκατοστών, αλλά εκείνη δεν τον βλέπει.
Γουόρικ: Εγώ βλέπω μια χαρά.
Κάθριν: Πού είσαι;
Γουόρικ: Εδώ.
Κάθριν: Α.
(Ο Γουόρικ κι η Κάθριν είναι πρόσωπο με πρόσωπο. Η έλξη μεταξύ τους είναι ολοφάνερη.)
Κάθριν: Γεια.
Γουόρικ: Γεια.
Τα φώτα ανάβουν.
Κάθριν: Κυάλια νυχτερινής όρασης;
Γουόρικ: Ναι, κάποιος τα ξέχασε εδώ.
Κάθριν: Μ' αυτά δεν χάνεται τελείως το νόημα του να δειπνείς στο σκοτάδι;
Γουόρικ: Εκτός αν δεν έχεις έρθει για να φας.

Στη συνέχεια, τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η Πίπα Σάντσεζ ενδέχεται να είναι η δολοφόνος και ο Μπρας την ανακρίνει, με το γνωστό απολαυστικό, σαρκαστικό του υφάκι.

Μπρας: Κυρία Σάντσεζ, οι Γατούλες μας είπαν ότι εσείς κι ο Χάξλεϊ είχατε τσακωθεί. Παράξενο που δεν το αναφέρατε.
Πίπα Σάντσεζ: Δεν το ανέφερα, γιατί έγινε πολύ παλιά. Πριν δώδεκα χρόνια, ένας μισογύνης μου είπε ότι καλά θα έκανα να τρώω λιγότερο. Και σήμερα έχω ένα φοβερό εστιατόριο στη λεωφόρο Στριπ και δύο συμβόλαια για μαγαζιά στο Λος Άντζελες και το Σικάγο. Νομίζω πως νίκησα στη μάχη.
Μπρας: Μιλήσατε με τον Χάξλεϊ χτες βράδυ;
Πίπα Σάντσεζ: Είχε κάνει κράτηση με ψευδώνυμο. Δεν ήξερα καν ότι ήταν εδώ. Κύριε Μπρας, ξέρετε γιατί ξεκίνησα αυτό το εστιατόριο;
Μπρας: Όχι. Πείτε μου.
Πίπα Σάντσεζ: Γιατί ερωτεύτηκα έναν άνθρωπο που ήταν τυφλός. 'Εσβηνε τα φώτα και με τάιζε. Όταν στερείσαι μία αίσθηση, οι υπόλοιπες οξύνονται. Επικεντρωνόμουν μόνο στη γλώσσα μου. Ήταν ιδιοφυές! Και μετά, πέθανε. Το εστιατόριο αυτό είναι ένας φόρος τιμής σε εκείνον και στη σχέση μας.
Μπρας: Τι συγκινητικό.
Πίπα Σάντσεζ: Δεν θέλω να φανώ αναίσθητη, αλλά ένας φόνος, ειλικρινά, θα ήταν κακό πράγμα για τις δουλειές...

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Tρώγοντας στο σκοτάδι. Ναι, στα τυφλά.

Πρόσφατα έτυχε να δω την ρομαντική κωμωδία When In Rome (ναι, καλά, σάχλα είναι, μη βαράτε, το ξέρω), στην οποία ο πρωταγωνιστής, o Josh Duhamel, έχει τη φαεινή ιδέα να πάει το αντικείμενο του πόθου του (τουτέστιν την Kristen Bell) για ραντεβού σε ένα εστιατόριο στο οποίο το κλου είναι ότι οι θαμώνες δειπνούν στα τυφλά, στο απόλυτο σκοτάδι. Και πριν προλάβετε να αρχίσετε να γκρινιάζετε για το τι μούφες επιστρατεύει πια αυτό το Χόλιγουντ για να πρωτοτυπήσει, σας λέω ότι το εστιατόριο αυτό είναι απολύτως υπαρκτό. Λέγεται Blackout, βρίσκεται στο Μανχάταν και δεν είναι το μόνο που προσφέρει αυτή την εμπειρία στους πελάτες του! Υπάρχουν άφθονα αντίστοιχα ρεστοράν σε όλο τον κόσμο, από την Καλιφόρνια και το Μοντρεάλ του Καναδά ως την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, και από το Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο και την Πράγα, ως το Τελ Αβίβ.
Αλλά για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, το πρώτο εστιατόριο του είδους ανοιξε στη Ζυρίχη, όταν ο Jorge Spielmann, ένας τυφλός Ελβετός ιερέας παρέθεσε στο σπίτι του ένα δείπνο για φίλους, στη διάρκεια του οποίου οι καλεσμένοι είχαν δεμένο στο κεφάλι τους ένα πανί που τους κάλυπτε τα μάτια, από αλληλεγγύη προς τον τυφλό οικοδεσπότη τους. Eνώ το δείπνο προχωρούσε, όμως, οι καλεσμένοι διαπίστωσαν ότι το να έχουν κλειστά τα μάτια όξυνε τις υπόλοιπες αισθήσεις τους -και ειδικά τη γεύση και την όσφρηση- και ότι αυτό τελικά έκανε την εμπειρία του φαγητού πολύ πιο έντονη και ενδιαφέρουσα! Αυτό έδωσε, λοιπόν, στον κύριο Spielmann την ιδέα να ανοίξει ένα σκοτεινό έστιατόριο, πράγμα που έκανε τελικά το 1999. Το εστιατόριο λέγεται Blindekuh, ή αλλιώς "τυφλή αγελάδα" (Εάν αναρωτιέστε πού κολλάει η αγελάδα, Blindekuh είναι στα Γερμανικά το παιχνίδι που εμείς ονομάζουμε "τυφλόμυγα". Φαντάζομαι ότι αν άνοιγε ένα ελληνικό σκοτεινό εστιατόριο με το όνομα "Tυφλόμυγα", αντίστοιχα οι διάφοροι γερμανόφωνοι θα αναρωτιούνταν πού διάολο κολλάει η μύγα.) και επειδή σημείωσε μεγάλη επιτυχία, ο Spielmann άνοιξε ένα ίδιο και στη Βασιλεία.
Έκτοτε, όπως είπαμε, άνοιξαν πολλά τέτοια εστιατόρια ανά την υφήλιο. Σε πολλά από αυτά, οι σερβιτόροι είναι τυφλοί, όπως στο Blindekuh ή το Unsicht Bar της Κολωνίας στη Γερμανία (βλ. φωτό δεξιά), ενώ σε άλλα (ίσως στα περισσότερα) διαθέτουν ειδικά γυαλιά νυχτερινής όρασης, με τα οποία έχουν τη δυνατότητα να βλέπουν τι γίνεται και να καθοδηγούν τους πελάτες. Στο CamaJe Bistro, στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης, αντιθέτως, τα φώτα είναι αναμμένα, αλλά οι θαμώνες φορούν μάσκες (βλ. φωτό αριστερά).
Σε όλα αυτά τα εστιατόρια απαγορεύεται δια ροπάλου οποιαδήποτε πηγή φωτός, όπως αναπτήρες ή κινητά, γι' αυτό αν βρεθείτε ποτέ σε ένα τέτοιο, μην προσπαθήσετε να κλέψετε! Προφανώς θα απαγορεύεται και το κάπνισμα, αλλιώς θα τα εστιατόρια θα γίνονταν κάθε τόσο στάχτη και μπούρμπερη. Και σε περίπτωση που απορείτε, όχι, οι τουαλέτες φωτίζονται κανονικά, δεν θα τα κάνετε στα τυφλά. (Δεν νομίζω ότι στον συγκεκριμένο χώρο η όξυνση των αισθήσεων θα είχε ιδιαίτερο νόημα άλλωστε, λολ. Κάποιοι μπορεί να διαφωνούν βέβαια, δεν ξέρω.) Επίσης, το μενού είναι συνήθως προκαθορισμένο, ευτυχώς, αλλιώς δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα διάβαζε κανείς τον κατάλογο. Εκτός αν ήταν σε σύστημα Braille, χαχά. Τέλος, μόλις καθίσετε, θα σας φορέσουν και σαλιάρα, αλλιώς είναι σχεδόν σίγουρο ότι το μισό δείπνο θα καταλήξει πάνω σας. Καλού-κακού, πάντως, μη φορέσετε τα καλά σας. Ούτως ή άλλως δεν θα σας δει κανείς. Χμμμ, αρχίζει να μ' αρέσει πολύ αυτό, τώρα που το σκέφτομαι. Άσε που δεν θα χρειάζεται να τρώτε κόσμια. Χλαπακιάστε, μπουκωθείτε και πασαλειφτείτε ελεύθερα, φάτε σαν μικρό παιδί. Έχετε παρατηρήσει πόσο απολαμβάνουν τα μωρά το φαγητό τους και πώς το πασαλείβουν σε ολόκληρα τα μούτρα τους χωρίς αναστολές; Κάπως έτσι πρέπει να είναι αυτή η εμπειρία!
Όσον αφορά το μενού, τώρα, είναι προφανές ότι κάποια τρόφιμα είναι πρακτικά σχεδόν αδύνατο να καταναλωθούν στα τυφλά (γαρίδες, ας πούμε, ή σπαγκέτι), ενώ φυσικά προτιμάται το finger food, αλλά και οι σούπες, που σερβίρονται σε κούπες. Ο σεφ του Unsicht Bar, Dieter Voigt, σε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξή στο περιοδικό Time εξηγεί επίσης ότι δίνεται έμφαση στην καθαρότητα των γεύσεων και ότι αποφεύγονται οι πολύπλοκες σάλτσες που επικαλύπτουν τη γεύση των κύριων συστατικών του πιάτου, αφού στόχος είναι να μπορεί ο πελάτης να αναγνωρίσει τι είναι αυτό που τρώει από τη γεύση του και μόνο. Επίσης, το φαγητό είναι τοποθετημένο με τέτοιο τρόπο στα πιάτα, έτσι ώστε ο πελάτης να μπορεί με την καθοδήγηση του σερβιτόρου να το εντοπίζει (βλ. φωτό).
Οι παραλλαγές, εντωμεταξύ, των σχετικών εστιατορίων είναι άφθονες. Πολλά από αυτά τα εστιατόρια προσφέρουν "surprise menus", έτσι ώστε να πρέπει να μαντέψετε τι είναι αυτό που τρώτε αποκλειστικά από τη γεύση του! Στο Nocti Vagus του Βερολίνου, εκτός από το δείπνο μπορείτε να απολαύσετε και live jazz μουσική, ενώ στο Blindkuh δίνει παραστάσεις το a cappella συγκρότημα Voxtasy. Tο Blackout που βρίσκεται στο Τελ Αβίβ πάλι, ξεκίνησε αρχικά ως θέατρο, όπου ο θίασος αποτελούνταν από ηθοποιούς κωφούς και τυφλούς, ενώ αργότερα άρχισε να προσφέρει και δείπνο στο σκοτάδι μετά τη θεατρική παράσταση. Τέλος, πολλά από αυτά τα εστιατόρια, όπως το Unsicht Bar στην Κολωνία ή το The Whale Inside του Πεκίνου (βλ φωτό - αν και το τελευταίο έκλεισε πρόσφατα) οργανώνουν και βραδιές blind dating, όπου ο όρος έχει την κυριολεκτική του έννοια...
Εντωμεταξύ, ανακάλυψα κι αυτό εδώ το post στο blog "one hot idealist", στο οποίο ο διαχειριστής του περιγράφει την εμπειρία του από το δείπνο του στο εστιατόριο Blackout του Μανχάταν, η οποία ωστόσο, απ' ό,τι λέει, δεν ήταν τόσο ενδιαφέρουσα όσο περίμενε. Παραθέτω ένα απόσπασμα:

"Πριν το Blackout, δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο οπτικός τύπος είμαι όσον αφορά το φαγητό. Σε αντίθεση με τη μητέρα μου (που παρήγγειλε το γεύμα-έκπληξη), εγώ ήξερα τι ήταν το κάθε πιάτο που μου έφερναν, κι ωστόσο ένιωθα πως η εμπερία αποδυναμωνόταν με το να μη βλέπω το φαγητό μου. Δεν ήταν μόνο το ότι δεν μπορούσα να καταλάβω πόσο φαγητό υπήρχε μέσα στο πιάτο μου, ή πότε τελείωνε χωρίς να χρειάζεται να το πιάνω με τα χέρια μου σαν παιδάκι. Όλα ήταν πολύ νόστιμα και είναι σίγουρα ενδιαφέρον να επικεντρώνεσαι στη γεύση (εφόσον δεν υπήρχε και τίποτα άλλο στο οποίο να μπορείς να επικεντρωθείς), αλλά εγώ ήθελα να ξέρω τι όψη είχαν τα gnocchi φυστικιού. Άσε και το μυστηριώδες επιδόρπιο της μαμάς μου, που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι ήταν και που δεν θα το αναγνωρίσουμε αν τυχόν το δούμε κάπου! Μπορεί να ακούγεται παιδαριώδες, αλλά θέλω νa βλέπω την όμορφη παρουσίαση του πιάτου."

Εδώ θα συμφωνήσω και εγώ, γιατί είμαι οπωσδήποτε οπτικός τύπος και νομίζω πως πρώτον, όταν κρίνω ένα πιάτο, η όψη του μετράει πολύ για μένα και δεύτερον, από την όψη, κατά 90% μπορείς να καταλάβεις αν ένα πιάτο είναι καλό ή όχι, ή έστω αν είναι σωστά εκτελεσμένο. Ωστόσο, νομίζω πως το νόημα της συγκεκριμένης εμπειρίας είναι ακριβώς αυτό, να προσπαθήσεις δηλαδή να απομονώσεις τη γεύση ενός πιάτου ανεξάρτητα από το πόσο ελκυστικό μπορεί να είναι αυτό οπτικά, πράγμα που προσωπικά το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον , έτσι, για αλλαγή, βρε αδερφέ. To μεγαλύτερο βέβαια πλεονέκτημα είναι προφανώς οι οξυμένες αισθήσεις, ενώ πολλοί που έχουν περιγράψει αντίστοιχες εμπειρίες υποστηρίζουν ότι αισθάνονταν πως ήταν πολύ πιο επιδεκτικοί και ευαισθητοποιημένοι ως προς την υφή και τη θερμοκρασία του φαγητού τους και πως ένιωσαν απλά και καθημερινά τρόφιμα όπως πατάτες ή γιαούρτι να μεταμορφώνονται σε haute cuisine.
Μια άλλη blogger, αντιθέτως, περιγράφει στο blog της ονόματι Just Hungry την εμπειρία της από το Blindekuh ως πολύ ευχάριστη και διασκεδαστική και λέει ότι οι άγνωστοι μεταξύ τους θαμώνες αστειεύονταν για το ότι έγλειφαν τα πιάτα τους ή ξύνονταν σε απρεπή σημεία την ώρα του φαγητού:

"Το επιδόρπιο ήταν μια κρέμα μέσα σε ζύμη σαν του σου. Στο στάδιο αυτό παραιτήθηκα πια από την ιδέα να διατηρήσω τα χέρια μου καθαρά και γράπωσα το σου με το χέρι κι άρχισα να τρώω την κρέμα χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά μου σαν κουτάλι."

Τι λέγαμε για το πώς να τρώτε σαν παιδί;

Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον ζήτημα σε σχέση με το φαγητό στα τυφλά, είναι το κατά πόσον αισθανόμαστε χορτάτοι όταν βλέπουμε ότι έχουμε αδειάσει το πιάτο μας και η απάντηση είναι ΠΟΛΥ. Ο ψυχολόγος Benjamin Scheibehenne διεξήγαγε μια έρευνα σε ένα σκοτεινό εστιατόριο στο Βερολίνο, της οποίας τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο Appetite, ένα διεθνές επιστημονικό περιοδικό συμπεριφοριστικής διατροφολογίας. (Άντε, μέχρι και link για ολόκληρο το άρθρο σε pdf σας βρήκα!) Στους συμμετέχοντες στην έρευνα, σερβιρίστηκαν δύο πιάτα. Αυτό, όμως, που δεν γνώριζαν, ήταν ότι στους μισούς σερβίρονταν φυσιολογικές μερίδες, ενώ στους υπόλοιπους τεράστιες μερίδες που ήταν τουλάχιστον κατά 1/3 μεγαλύτερες. Αφού έφαγαν στα σκοτεινά, άναψαν τα φώτα και σέρβιραν επιδόρπιο σε όλους τους συμμετέχοντες, από το οποίο μπορούσε ο καθένας να φάει όσο ήθελε. Στη συνέχεια, όλοι συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο όπου απαντούσαν σχετικά με το κατά πόσο χόρτασαν, πόσο έφαγαν και αν τους άρεσε το φαγητό. Το ίδιο ακριβώς πείραμα επαναλήφθηκε με άλλα άτομα, αλλά αυτή τη φορά όλοι έφαγαν στο φως.
Τελικά, για αυτούς που έβλεπαν τι έτρωγαν, το μέγεθος της μερίδας έπαιζε μεγάλο ρόλο ως προς το πόσο έλεγαν ότι χόρτασαν και ως προς το πόσο επιδόρπιο έφαγαν στο τέλος. Αντιθέτως, για όσους έφαγαν στα σκοτεινά, το μέγεθος της μερίδας δεν έπαιζε ρόλο. Με άλλα λόγια, όλοι έκριναν τον κορεσμό με βάση την οπτική επαφή με το γεύμα τους και όχι την πραγματική κατανάλωση. Το να τρώμε, λοιπόν, στα τυφλά, σημαίνει ότι τρώμε περισσότερο και αισθανόμαστε λιγότερο χορτάτοι; Πολύ λογικό το βρίσκω, όπως επίσης το ίδιο ισχύει και για όταν τρώμε βλέποντας τηλεόραση, όπου η κατανάλωση τείνει συχνά να είναι μεγαλύτερη γιατί αφαιρούμαστε αντί να συγκεντρωνόμαστε στο φαγητό μας και τρώμε μηχανικά.
Κι επειδή το παρασοβαρέψαμε με τα επιστημονικά άρθρα, το καλύτερο σας το φυλάω για το τέλος. Η πρώτη φορά, λοιπόν, που άκουσα για τα σκοτεινά εστιατόρια ήταν όταν είδα το επεισόδιο "Α la Cart" (season 8, episode 2, προβλήθηκε το 2007) του πολυαγαπημένου μου CSI Las Vegas. Το CSI, μια τηλεοπτική σειρά επίλυσης αστυνομικών υποθέσεων από το εγκληματολογικό εργαστήριο της αστυνομίας του Λας Βέγκας, ξεκίνησε το 2000 και συνεχίζεται ακόμα (11 σεζόν είναι αυτές, όχι αστεία), ενώ μετά από αυτήν δημιουργήθηκαν οι αντίστοιχες σειρές CSI Miami και CSI New York (οι οποίες, ελπίζω οι σκληροπυρηνικοί fans να συμφωνήσουν πως δεν πιάνουν μία μπροστά στο αυθεντικό CSI με τον μοναδικό Gil Grissom.) Σε ένα επεισόδιο, λοιπόν, η ομάδα ερευνά τον φόνο του Humpton Huxley, εκδότη του περιοδικού Hux, ο οποίος δολοφονήθηκε ενώ δειπνούσε σε ένα τέτοιο σκοτεινό εστιατόριο, ονόματι "Blind"! Μη μου πείτε ότι δεν είναι καταπληκτική ιδέα να βάλουν να εκμεταλλευτεί κάποιος το σκοτάδι για να κάνει τον φόνο;
Εντωμεταξύ, ο φόνος μπορεί να είναι το χειρότερο μειονέκτημα του δείπνου στα τυφλά, αλλά όπως αποκαλύπτει το CSI δεν είναι και το μόνο, αφού στο επεισόδιο ένας απρεπής πελάτης χουφτώνει τον πισινό μιας κοπέλας, ενώ μια άλλη κυρία που της κάνει πρόταση γάμου ο φίλος της, καταλήγει μεν με το δαχτυλίδι στο χέρι, αλλά και με ένα καρούμπαλο στο κεφάλι.
Αντίστοιχα, ο Josh Duhamel, στο When In Rome, στην προσπάθειά του να βρει το τραπέζι του, γκρεμοτσακίζεται πάνω σε κάτι καρέκλες και παλεύοντας να βρει τον δρόμο του ψηλαφώντας, καταλήγει να χαϊδεύει την καράφλα ενός κυρίου. Αυτή η σκηνή με κάνει να ξεραίνομαι στα γέλια, δείτε το στο 1.14''.



Λοιπόν, ακούω. Μετά από όοοοολη αυτή την ανάλυση, και αν υποθέσουμε ότι οι πιθανότητες να δολοφονηθείτε κατά τη διάρκεια του δείπνου σας είναι από μικρές ως απειροελάχιστες, εσείς τελικά θα τρώγατε σε ένα τέτοιο εστιατόριο;

Εστιατόριο Red Indian στου Ψυρρή, Part II

Για το Red Indian τα έχουμε ξαναπεί αναλυτικά (δείτε το σχετικό άρθρο), όπως επίσης και για το ότι το θεωρώ το πιο αξιόλογο ινδικό εστιατόριο της πόλης μας. Αυτό που δεν ήξερα, ήταν ότι πρόκειται και για το πιο cozy ινδικό (και όχι μόνο) της Αθήνας; Πριν λίγες μέρες το επισκέφθηκα ξανά και καθώς δεν είχε τύχει να ανέβω στον επάνω όροφο από τότε που ανακαινίστηκε, με περίμενε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη! Το επάνω πάτωμα, λοιπόν, αντί για τα συμβατικά τραπεζοκαθίσματα, έχει μια αίθουσα με χαμηλά τραπεζάκια περιτριγυρισμένα από τεράστιες μαξιλάρες (ή πολύ χαμηλούς καναπέδες, πάρτε το όπως θέλετε). Έτσι μπορείτε να απολαύσετε το φαγητό σας αραχτοί και λάιτ, μισοξαπλωμένοι (εντάξει, μην το παρακάνετε κιόλας) πάνω στις στρωμένες με ινδικά ριχτάρια μαξιλάρες κι αγκαλιά με όσα μαξιλαράκια τραβάει η ψυχή σας! Εάν μάλιστα θέλετε να βολευτείτε και καλύτερα, μπορείτε να βγάλετε και τα παπούτσια σας. (Και πριν με κατακρίνετε, σας πληροφορώ ότι δεν ήμουν η μόνη που έσπευσε να το κάνει, εντάξει; Όχι τίποτα άλλο, αλλά είναι ανθρωπίνως αδύνατο ανατομικά να βολευτείς επάνω σε μαξιλάρα φορώντας δεκάποντα τακούνια, εκτός αν είσαι το κορίτσι λάστιχο, βλ. φωτό. Στο σημείο αυτό είμαι σίγουρη ότι όλες οι κυρίες θα πουν, "Πες τα χρυσόστομη", ενώ όλοι οι κύριοι θα σιγομουρμουρήσουν, "Αμάν αυτές οι γυναίκες με τη γκρίνια και τις υπερβολές τους", καθώς επίσης και "Τι τα θέλετε τα τακούνια αφού δεν μπορείτε να τα κουμαντάρετε.")
Αφού λοιπόν αράξαμε με όλη τη σημασία της λέξεως, παραγγείλαμε το κλασικό μας lamb korma (11 ευρώ), καθώς κι ένα tandoori chicken (11 ευρώ), που πρώτη φορά το δοκίμασα στο Red Indian και πρέπει να πω πως ήταν πάααααρα πολύ καλό, με τρυφερό και όμορφα ψημένο κοτόπουλο και πικάντικο όσο πρέπει. Το mushroom bhaji (6 ευρώ), από την άλλη, ήταν μεν γευστικό, αλλά δε θα έλεγα ότι με ενθουσίασε, διότι εγώ το περίμενα σε μορφή τηγανήτας, ενώ ήταν απλώς μαγειρεμένα μανιτάρια, κοκκινιστά, με μπαχαρικά. Τελικά, μετά από ένα πρόχειρο γκουγκλαρισματάκι διαπίστωσα ότι "bhaji" συνηθίζεται να αποκαλούν οι Ινδοί την τηγανήτα, αλλά μπορεί να εννοούν και ένα οποιοδήποτε stir fry λαχανικών. Άντε τώρα βρες άκρη. Είναι όπως η γνωστή πραρεξήγηση με τα διάφορα κάρι. Ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι curry οι Ινδοί εννοούν απλώς όποιο πιάτο έχει κάρι (το μπαχαρικό), ενώ για τους Ινδούς περιγράφει οποιοδήποτε μαγειρευτό πιάτο έχει πυκνή σάλτσα και ο χαρακτηρισμός ενός πιάτους ως curry δεν είναι ενδεικτικός ούτε για την παρουσία ούτε για την απουσία του μπαχαρικού κάρι. Η λέξη curry άλλωστε, δεν είναι παρά μια αγγλοποιημένη εκδοχή της λέξης kari της εθνοτικής ομάδας Ταμίλ της ινδικής υποηπείρου, που σημαίνει "σάλτσα".
Τελικά εμείς, λοιπόν, το curry μας (το lamb korma δηλαδή) το συνοδεύσαμε με ένα ωραιότατο ρύζι biryani (8 ευρώ), που είναι καινούργιο πιάτο στο κατάστημα και που, αν θυμάμαι καλά, περιέχει σταφίδες και κάσιους. Η λέξη biryani, παρεμπιπτόντως, προέρχεται από την περσική λέξη beryān (بریان), που σημαίνει "τηγανητό". Τέλος, το sine qua non συνοδευτικό κάθε ινδικού γεύματος, η πίτα naan, που την ζητήσαμε με σκόρδο (4 ευρώ), ήταν όπως πάντα μυρωδάτη και αφράτη.

Eτυμολογία: Τεμπέλικο άραγμα σε μαξιλάρες και πικάντικες ινδικές συνταγές; It's a must.
Τιμές: 20-28
Διεύθυνση: Επικούρου 25, Ψυρρή
Τηλ: 210 32 19 908-9

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Εστιατόριο Καλλίστη Γεύσις στη Νεάπολη

Το Καλλίστη Γεύσις είναι ένα εστιατόριο για το οποίο ακούω πολύ καιρό, αφού μετράει πολλά χρόνια στον γαστρονομικό χάρτη της πόλης, αλλά δεν είχε τύχει να το δοκιμάσω. Τελικά, αυτό που με έπεισε να το τολμήσω ήταν ότι στο νέο του μενού συμπεριλαμβανόταν ένα πιάτο που μου τράβηξε την προσοχή: τραχανάς με λάδι τρούφας. Κι αυτό επειδή αφενός τρελαίνομαι για τραχανά και αφετέρου επειδή εκτίμησα την ιδέα, διότι τον τραχανά, δυστυχώς, φαίνεται ότι πολλοί σεφ τον θεωρούν πολύ ταπεινό για να ασχοληθούν μαζί του κι έτσι σπανιότατα τον έχω συναντήσει σε κατάλογο εστιατορίου.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πρώτα απ' ολα, η Καλλίστη Γεύσις βρίσκεται σε ένα πανέμορφο νεοκλασικό κτήριο στη Νεάπολη, ανακαινισμένο και πολύ προσεγμένο, έξω και μέσα. Το εστιατόριο είναι στο υπερυψωμένο ισόγειο του κτηρίου, στο οποίο θα ανεβείτε από μια πανέμορφη ξύλινη σκάλα (βλ. φωτό, από το site του εστιατορίου). Μ' αρέσει πολύ που έχουν διατηρήσει και τα παλιά μωσαϊκά του και γενικά, ο χώρος είναι κομψός και αποπνέει μια αύρα παλιάς, κλασικής Αθήνας. Το εσωτερικό είναι βαμμένο λευκό και ένα παστέλ πράσινο που βρίσκω ότι έχει καταπραϋντικές ιδιότητες και στους τοίχους κρέμονται κάδρα με ενδιαφέρουσες ακουαρέλες. Τα καθίσματα είναι λευκά και τα τραπέζια στρωμένα με λευκά λινά τραπεζομάντηλα, πράγμα που για μένα είναι πάντα ένα συν, διότι μου την έχει δώσει η παντοκρατορία του χάρτινου σουπλά μιας χρήσεως (και για οικολογικούς, αλλά κυρίως για λόγους αισθητικής).
Το προσωπικό είναι καλοδιάθετο και πολύ ευγενικό, ωστόσο πιστεύω ότι σε έναν τέτοιο χώρο κάνει κακή εντύπωση οι σερβιτόροι να είναι ντυμένοι τόσο πρόχειρα, με τζην δηλαδή και μακό t-shirt. Θα προτιμούσα να φοράνε στολή ή έστω ποδιά και να είναι ντυμένοι ασορτί, αλλιώς η αίσθηση που σου δημιουργείται είναι πως είσαι σε συνοικιακή ταβέρνα και όχι σε εστιατόριο αυτής της κατηγορίας.
Ξεκινήσαμε με μια μικρή σούπα με τραχανά και ζωμό λαχανικών που ήρθε ως κέρασμα, η οποία ήταν συμπαθητική, αλλά συμφωνήσαμε όλοι ότι θύμιζε λίγο κύβο λαχανικών Knorr. Το μενού ακούγεται ενδιαφέρον, αλλά τα κυρίως πιάτα υστερούν λιγάκι σε πρωτοτυπία, σε αντίθεση με τα ορεκτικά, που φαίνονται πολύ πιο ιντριγκαδόρικα. Παραγγείλαμε τη σαλάτα λάχανο, σύγλινο και φυστίκι Αιγίνης (8 ευρώ), που δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε, διότι είχε παραπέσει ξύδι. Εννοείται πως ζητήσαμε τον τραχανά με μανιτάρια σωτέ και λάδι τρούφας (7 ευρώ), ο οποίος ήταν ε-ξαι-ρε-τι-κός και ίσως και ανώτερος των προσδοκιών μου. Τα κυρίως πιάτα, όμως, δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο και με απογοήτευσαν. Το μπιφτέκι με βουβαλίσιο κιμά και πουρέ πατάτας ήταν κατά τη γνώμη μου ακριβό για το γευστικό αυτό αποτέλεσμα (19 ευρώ), αφού το πιάτο ήταν άτονο και η συνταγή δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο συστατικό που θα το αναδείκνυε. Το χοιρινό στη γάστρα με λουίζα και νιόκι σέλινου (16 ευρώ), από την άλλη, ήταν ωραίο στη θεωρία, αλλά έπασχε στην εκτέλεση. Το κρέας ήταν νόστιμο και η λουίζα του έδινε άρωμα, αλλά συνολικά ήταν κι αυτό το πιάτο κάπως άτονο γευστικά. Τα δε νιόκι δεν ήταν κομψά ζυμωμένα. Ήταν υπερβολικά μεγάλα, πολύ πατημένα και η γεύση του σέλινου χανόταν εντελώς μέσα στο ζουμί του πιάτου.
Συνολικά, οφείλω να αναγνωρίσω πως τα υλικά φαίνονταν όλα φρέσκα και προσεγμένα. Γνωρίζω άλλωστε ότι το μενού αλλάζει τακτικά και είναι πάντα εποχιακό, πράγμα πολύ θετικό, ωστόσο τα πιάτα δεν με απογείωσαν γευστικά, με εξαίρεση βέβαια τον τραχανά, που όπως είπα ήταν άψογος. Επίσης, για Σάββατο βράδυ, το εστιατόριο ήταν σχεδόν άδειο (εκτός από εμάς, μόνο τρία τραπέζια ήταν γεμάτα), πράγμα που γενικά δεν είναι ποτέ καλό σημάδι...

Κουζίνα: ελληνική
Τιμές: 25-35 ευρώ το άτομο
Διεύθυνση: Ασκληπιού 137, Νεάπολη.
Τηλ: 210 64 53 179

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Food and Fashion: Two "F" Words I Love

Φαίνεται πως τελευταία η μόδα αγαπάει όλο και περισσότερο το φαγητό. Όχι, δεν μιλάω για αποστεωμένες μοντέλες που επιμένουν στις συνεντεύξεις τους για το πόσο τους αρέσει να τρώνε και πόσο μεγάλη αδυναμία έχουν στο junk food. Ούτε για το πως ο Jean Paul Gaultier αποφάσισε στην τελευταία εβδομάδα μόδας του Παρισιού να χρησιμοποιήσει την αφρατούλα -ας το θέσουμε έτσι- τραγουδίστρια Beth Ditto ανάμεσα στα υπόλοιπα μοντέλα που παρουσίασαν την τελευταία κολεξιόν του (βλ. φωτό, η Ditto και ο Gaultier). Αναφέρομαι σε αληθινά τρόφιμα και στο πώς αυτά μπορούν να μεταμορφωθούν σε prêt-à-porter συνολάκια που θα κλέψουν την παράσταση.
Την αρχή έκανε η Lady Gag
a με το περiβόητο meat dress που φόρεσε στα VMA (ναι, αυτό με τα ωμά κοψίδια, που 'χε και ασορτί meat-Uggs και fascinator πάνω στην γκλάβα). Εγώ ακόμα βέβαια δεν έχω καταφέρει να καταλάβω τι ήθελε να πει με αυτή της την επιλογή, αλλά μάλλον ούτε και η ίδια. Πολλοί, δε, που ήταν vegetarian ή vegan το θεώρησαν προσβολή εναντίον της χορτοφαγίας ως τρόπου ζωής. Τώρα, βέβαια, εδώ που τα λέμε, κι εγώ, που ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί να θέλει κανείς να γίνει χορτοφάγος ("Meat, goooood!", που λέει κι ο Joey Tribbiani), κάπως έτσι το εξέλαβα το statement της Λαίδης. Ωστόσο, στην εκπομπή της Ellen de Generis όπου εμφανίστηκε ως καλεσμένη, δήλωσε ότι οπωσδήποτε δεν ήταν κάτι που έγινε από έλλειψη σεβασμού προς οποιονδήποτε είναι vegetarian ή vegan (συμπεριλαμβανομένης και της Ellen, παρεμπιπτόντως), γιατί θεωρεί τον εαυτό της το πιο "judgement-free human being" επάνω στη Γη. Η επόμενή μου σκέψη ήταν πως επρόκειτο για κάποιου είδους φεμινιστικό ακτιβισμό, του τύπου, "Είμαι γυναίκα, όχι κρέας", διότι υπάρχει και το γνωστό φαλλοκρατικό ανέκδοτο "Πώς λέγεται το άχρηστο κομμάτι κρέας γύρω από το αιδοίο;-Γυναίκα" (κυρίες μου, συγγνώμη που το επανέλαβα). Η Gaga, πάντως εξήγησε ότι το φόρεμα έχει πολλές ερμηνείες (άρα μπορεί να είχα και δίκιο), αλλά για την ίδια έχει το εξής: "Αν δεν πατήσουμε πόδι για τα πιστεύω μας και δεν αγωνιστούμε για τα δικαιώματά μας, σύντομα το μόνο μας δικαίωμα θα είναι το κρέας πάνω στα κόκκαλά μας." Bγάλτε τα συμπεράσματά σας μόνοι σας, εγώ δεν το πιάνω το υποννοούμενο, αλλά Lady Γκαγκαούγκαγκα είναι αυτή, ό,τι θέλει λέει και κυρίως ό,τι θέλει φοράει. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να πω ότι τα τρελά outfits της Gaga δεν με διασκεδάζουν και όποιος δεν παραδεχτεί έστω αυτό, νομίζω ότι δεν είναι απόλυτα ειλικρινής.
Πάνω, λοιπόν, που νόμιζα ότι
το θέμα φαγητό και ρούχα τελείωνε εκεί, ανακάλυψα ένα φωτογραφικό project του Ted Sebarese με τίτλο "Hunger Pains", για τις ανάγκες του οποίου έντυσε γυναίκες και άντρες με τρόφιμα. Εδώ που τα λέμε, πάντα ήθελα ένα top με τεράστια shoulder pads από καρβέλια ψωμιού. Επίσης, ελπίζω τα waffle pants του κυρίου δεξιά να μην γίνουν ποτέ τάση.



Και μετά, υπάρχει και ο Fulvio Bonavia, που δημιούργησε πραγματικά αξεσουάρ μόδας από φαγώσιμα για το βιβλίο του "A Matter of Taste". Τα αντικείμενα δεν διήρκεσαν και πολύ, όπως είναι φυσικό, αλλά οι φωτογραφίες του συνεχίζουν να λατρεύονται από τους απανταχού foodies και λάτρεις της haute couture. Τσάντες από βατόμουρα (ειδικά η κάτω δεξιά, με τα blackberries θυμίζει Chanel) και από κομμάτια παρμεζάνας, αλλά και κοσμήματα από προσούτο. Yummy.


Βέβαια, υπάρχουν κι αυτοί που απλώς εμπνέονται από τα τρόφιμα για τις fashionable δημιουργίες τους, όπως η Stilton C
heese makers Association που ανέθεσε σε έναν σχεδιαστή τη δημιουργία μιας τουαλέτας εμπνευσμένης από το τυρί stilton, φτιαγμένη όμως, αντ' αυτού, από υφάσματα μπροκάρ και σιφόν στις αποχρώσεις του κρεμ και του μπλε. Το φόρεμα παρουσιάστηκε στην τελευταία εβδομάδα μόδας του Λονδίνου, για την κολεξιόν άνοιξη/καλοκαίρι 2011.



Πάνω απ' όλα, όμως, μ' αρέσει το στρατηγικά τοποθετημένο κομμάτι τυριού κάτω από τη μασχάλη του μ
οντέλου. Κάτι ιδέες που έχουν αυτοί οι Βρετανοί... Μα φυσικά, σου λέει, γιατί να μην θες να συσχετίσεις ένα μουχλιασμένο τυρί με μια κομψή και όμορφη γυναίκα; Απόλυτα λογικό. 'Oτι οι Βρετανοί είναι κομματάκι βαρεμένοι είναι γνωστό, βέβαια, διότι αλλιώς δεν υπάρχει απολύτως καμία εξήγηση για το φαινόμενο Άσκοτ, όπου, φυσικά, θα βρείτε κάθε χρόνο άφθονα καπέλα εμπνευσμένα -μεταξύ πολλών άλλων- από πάσης φύσεως φαγώσιμα.



Για παράδειγμα, το chapeau της κυρίας αριστερά, με τα σάντουιτς με νεροκάρδαμο είναι μεν ωραιότατο, αλλά σίγουρα δεν πιάνει μία μπροστά στην κυρία δεξιά, με το καπέλο
stilton. Απορώ πώς στο καλό η Stilton Cheesmakers Association δεν σκέφτηκε να προσεγγίσει την εν λόγω κυρία όταν αποφάσισε να δημιουργήσει το stilton dress, προκειμένου να συμπληρώσει το outfit με αυτό το καπέλο.
Αλλά για να μην λέτε ότι όταν το φαγητό και η μόδα αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους το απο
τέλεσμα θα είναι απαραιτήτως κιτς (έως και καρακίτς), υπάρχει και ο γνωστός σχεδιαστής Jason Wu, που εμπνεύστηκε, λέει, από το πιάτο ζυμαρικών με φέτες φρέσκιας λευκής τρούφας που έτρωγε και δημιούργησε την "truffle skirt", τη φούστα-τρούφα δηλαδή (πώς λέμε φούστα-μπλούζα; καμία σχέση). Όπως εξήγησε, τα σχήματα και τα χρώματα του πιάτου αυτού τον σαγήνευσαν και έσπευσε να το φωτογραφήσει. Ο εστιάτορας θα νόμιζε ότι είναι κανένας τρελαμένος food blogger, από αυτούς που φωτογραφίζουν ό,τι τρώνε και το δημοσιεύουν στο Flickr. Πού να 'ξερε ο έρμος ότι η pasta του θα κατέληγε να γίνει το πιο ακριβό πιάτο ζυμαρικών του κόσμου και ότι μοντέλα θα σεργιάνιζαν στην πασαρέλα φορώντας φούστες εμπνευσμένες από το λατρεμένο από τους ανα την υφήλιο food lovers αυτόν τον περιζήτητο μύκητα; Εντάξει, ξέραμε ότι η λευκή τρούφα είναι ακριβή, αλλά όχι κι έτσι!



Για να είμαστε, όμως, δίκαιο
ι, και για την ιστορία της υπόθεσης, πρώτη απ' όλους-όλους-όλους, την ιδέα για περιβολή με φαγώσιμα την είχε η διάσημη χορεύτρια Josephine Baker, που στο ξακουστό καμπαρέ Folies Bergère του Παρισιού, χόρευε -τη δεκαετία του '20, παρακαλώ!- γυμνόστηθη φορώντας μια μίνι φούστα από μπανάνες, για το νούμερό της με τίτλο "Dance Sauvage".



Εντάξει, σύμφωνοι, οι μπανάνες του κοστουμιού της ήταν πλαστικές, αλλά αν ζούσε σήμερα, είμαι σίγουρη πως θα χρησιμοποιούσε αληθινές, ζουμερές chiquita και τότε η Lady Gaga θα έτρωγε τη σκόνη της.

P.S.1 Για περισσότερες φωτογραφίες του Bonavia, δείτε εδώ.
P.S.2 Και ιδού και το βίντεο από την επίσκεψη της Gaga στην De Generis.



Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Εστιατόριο Indian Masala στο Θησείο

Η ινδική κουζίνα είναι μία από τις -πολλές, εδώ που τα λέμε, αλλά ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω- αδυναμίες μου, οπότε όταν πληροφορήθηκα ότι άνοιξε καινούργιο ινδικό εστιατόριο στην πόλη μας, στην οποία δυστυχώς τα εστιατόρια με ασιατικές κουζίνες δεν αφθονούν (με εξαίρεση τα γιαλαντζί/fast food κινέζικα των οποίων η ποιότητα είναι αντίστοιχη με αυτή των ρούχων που πωλούνται και στα σχετικά ρουχάδικα, ναι, ναι αυτά με τα χάρτινα και σκονισμένα από το καυσαέριο κόκκινα φανάρια που κρέμονται απ' έξω λέω. Ω, θεοί, ακόμα μια τεράστια παρένθεση, ευτυχώς που αυτό είναι blog και όχι άρθρο σε εφημερίδα γιατί ο αρχισυντάκτης θα με είχε πάρει με τις πέτρες, ώρα να λήγει η περένθεση όπως και να 'χει, όμως.) όπως καταλαβαίνετε, έκανα κωλοτούμπες από τη χαρά μου. Ποια ήταν, λοιπόν, η πρώτη μου κίνηση; Να τηλεφωνήσω για να κάνω κράτηση, φυσικά. 'Οπου, ΦΑΕ ΤΟ ΑΚΥΡΟ ΣΟΥ, γιατί στο Indian Massala δεν κάνουν κρατήσεις, λέει. Πράγμα, που όπως έχω πει και ξαναπεί είναι αποκλειστικά και μόνο εις βάρος του πελάτη και προς όφελος του καταστήματος, φυσικά, διότι έτσι μπορεί να δυσαρεστήσει μερικούς που θα περιμένουν όρθιοι ξεροσταλιάζοντας μέχρι να ελευθερωθεί κάποιο τραπέζι, αλλά σίγουρα θα εισπράξει περισσότερους λογαριασμούς το μαγαζί. Τέλος πάντων, για να μην τα πολυλογώ, η περιέργειά μου για το νέο ινδικό της πόλης ή/και η λατρεία μου για την ινδική κουζίνα ήταν μεγαλύτερη από τον εκνευρισμό μου στην ιδέα ότι θα πάω εκεί και θα περιμένω κάμποση ώρα όρθια ώσπου να μπορέσω να καθίσω κι έτσι κάποια στιγμή το επιχειρήσαμε και πήγαμε. Για κάποιο βλακώδη λόγο είχα την πεποίθηση ότι επειδή ήταν αργά (περασμένες 11 το βράδυ), θα υπήρχαν ούτως ή άλλως άδεια τραπέζια. Τζίφος, φυσικά, και μάλιστα όταν φτάσαμε περίμεναν όρθιες ήδη άλλες -ούτε μία ούτε δύο, αλλά- τρεις παρέες. Το άλλο το καταπληκτικό είναι πως φυσικά, αν δεν υπάρχει τίποτα ελεύθερο, πρέπει να περιμένεις αναγκαστικά όρθιος έξω, στην πίσω αυλή, που είναι χαριτωμένη ως τον Σεπτέμβρη, αλλά στα μέσα Νοέμβρη όχι ιδιαίτερα πλέον. Εν πάση περιπτώσει, εγώ ως γνωστόν, όταν πρόκειται για φαγητό, έτσι και μου μπει μια ιδέα δεν μου βγαίνει, ο κόσμος να χαλάσει. Έτσι, λοιπόν, περιμέναμε. Ευτυχώς όχι τραγικά πολύ, περίπου είκοσι λεπτά δηλαδή, διότι το καλό είναι ότι στο συγκεκριμένο εστιατόριο ο κόσμος σερβίρεται/τρώει/πληρώνει και ξεμπερδεύει σχετικά γρήγορα.
Ο χώρος, παρεμπιπτόντως, είναι πολύ ευχάριστος, μακρόστενος και ψηλοτάβανος, με μπορντώ τοίχους, ξύλινο πάτωμα, δύο-τρία ξυλόγλυπτα έπιπλα σε στρατηγικά σημεία και ανοιχτή κουζίνα. Για κάποιους ίσως είναι αρνητικό το ότι έχει πολλή βαβούρα. Εμένα προσωπικά δεν με χαλάει αυτό, πάντως μην το προτιμήσετε για ρομαντικό ραντεβουδάκι με το νυν ή επίδοξο έτερον ήμισυ.
Πρέπει να σας πω ότι είχα πληροφορηθεί πως το Indian Masala ανήκει στον ίδιο ιδιοκτήτη με το Red Indian, που είναι μάλλον το αγαπημένο μου ινδικό της πόλης (δείτε το σχετικό post εδώ), οπότε περίμενα ότι το φαγητό του θα είναι του ίδιου επιπέδου. Καταρχάς, το μενού έχει κάποια κοινά πιάτα (ειδικά τα classics), αλλά έχει και αρκετές διαφοροποιήσεις, πράγμα που είναι θετικό, φυσικά, για όσους γνωρίζουν ήδη το Red Indian. Ξεκινήσαμε με onion bhaji, που είναι ένα είδος pakora (ή τηγανίτας, ας πούμε) με κρεμμύδι και θα σας πω εξαρχής ότι ήταν το πιο νόστιμο από όλα όσα δοκιμάσαμε. Το lamb korma (8 ευρώ) ήταν επίσης καλό (αντίστοιχο με του Red Indian), αλλά το chicken tikka massala (8 ευρώ) ήταν εντελώς απογοητευτικό και είχε πολύ έντονη γεύση ντοματοπελτέ κονσέρβας. Το dal makhani (7 ευρώ) επίσης δεν μου άρεσε καθόλου μα καθόλου. Ήταν τόσο πηχτό και λιπαρό, που δεν κατέβαινε με τίποτα, και σύμφωνοι, η λέξη makhani σημαίνει βούτυρο, αλλά όλα έχουν και τα όριά τους. Επίσης, για κάποιο περίεργο λόγο η σερβιτόρα προσπαθούσε να με πείσει ότι ο λόγος που δεν μου άρεσε είναι επειδή δεν έχω ξαναφάει dal (αχαχαχα) και άρα είμαι αυτό που λέμε "δύσκολη", και μου είπε μάλιστα πως με προειδοποίησε από την αρχή να μην το πάρω (εδώ τώρα τι λες;). Και τέλος, το σημαντικότερο: το naan, διότι ινδικό γεύμα χωρίς naan γίνεται; Δεν γίνεται. Το garlic naan (2 ευρώ) που μας έφεραν, λοιπόν, ήταν εντελώς άγευστο, σαν να τρως σκέτη ζύμη.
Τελικά, για να συνοψίσω, ο πρώτος και κύριος λόγος που δεν θα ξαναπήγαινα στο Indian Massala είναι ότι δεν βλέπω τον λόγο να περιμένω όρθια (ναι, ακόμα και για είκοσι λεπτά) για να γευτώ κάτι που θα το βρω καλύτερο στο εστιατόριο-αδερφάκι του, το Red Indian, που δεν απέχει και πολύ από εκεί σε τελευταία ανάλυση, στου Ψυρρή είναι. Οι αποτυχίες στα πιάτα που σας περιέγραψα δεν ξέρω αν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός ή κάποιο πρόβλημα που οφείλεται στο ότι το μαγαζί βρίσκεται στο ξεκίνημά του, ή κάτι που μπορεί και να παραμείνει έτσι, γιατί στο κάτω κάτω είναι η ίδια επιχείρηση, αλλά όχι οι ίδιοι μάγειρες. Η γνώμη μου είναι ότι σαφώς και θα έπρεπε να γίνονται κρατήσεις, πρώτον και δεύτερον, καλή η γρήγορη εξυπηρέτηση, αλλά το ινδικό δεν είναι fast food.

Ετυμηγορία: Αρκετή αναμονή για να καθίσετε. Το φαγητό είναι συμπαθητικό, αλλά με κάποια λάθη στην εκτέλεση.
Τιμές: 15-25 ευρώ.
Κουζίνα: ινδική
Crowd: Ηλικίες 25-35. Θα δείτε αρκετούς 'Ελληνες που επιστρέφοντας από το μεταπτυχιακό στο -shire ή -cester (συμπληρώνετε επαρχιακή αγγλική πόλη της αρεσκείας σας) στα late 20s τους, είπαν να φέρουν εδώ την (αστοιχείωτη και απολίτιστη) παρέα τους για ινδική κουζίνα ώστε να το παίξουν κοσμοπολίτες. Φροντίζουν, δε, να εξηγούν με δυνατή φωνή στην εκάστοτε παρέα τι ακριβώς πρέπει να παραγγείλει και να γελάσουν δυνατά ενώ κάποιο μέλος της παρέας θα προφέρει λάθος κάποιο από τα πιάτα. Επίσης, θα δείτε πολλούς 'Αγγλους τουρίστες, που δεδομένου ότι η περιοχή (Θησείο) είναι άκρως τουριστική και την τριγυρίζουν κάθε μέρα, βαρέθηκαν να τρώνε διαρκώς suvlaki/musakas/dolmades και είπαν να θυμηθούν λιγάκι τη Mama Empire χορταίνοντας την πείνα τους με λίγο πατροπαράδοτο tandoori, βρε αδερφέ.
Διεύθυνση: Ερμού 129, κοντά στη στάση του ΗΣΑΠ Θησείο
Τηλ: 210 32 19 412

P.S. Η φωτογραφία είναι από το Αθηνόραμα.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Εστιατόριο Dal Professore στο Μαρούσι

'Οπως έχω πει παλιότερα και για το burger, έτσι και η σωστή pasta στην Αθήνα είναι σαν ττην αναζήτηση του ιερού γκράαλ, του άγιου δισκοπότηρου που λέγεται ότι χρησιμοποίησε ο Ιησούς στο μυστικό δείπνο. Με την ίδια, λοιπόν, ζέση που οι ιππότες της στρογγυλής τραπέζης αναζητούσαν το μυθικό αυτό σκεύος για να σώσουν τον πολυαγαπημένο τους βασιλιά Αρθούρο από τη μυστηριώδη του ασθένεια, έτσι κι εγώ με τον ίδιο ζήλο (εγώ βέβαια, όχι από πίστη και αφοσίωση σε κάποιο μονάρχη αλλά ακολουθώντας -ναι, το ομολογώ- μονάχα τις διαταγές του πολυαγαπημένου μου στομάχου) αναζητώ σε όλη την πόλη (5.00.000 κάτοικοι είναι αυτά, δεν είναι και λίγο), τα τέλεια ζυμαρικά. Αυτά που θα είναι οπωσδήποτε φρέσκα και κατά προτίμηση χειροποίητα, σωστά βρασμένα al dente και όχι νερουλά, με μια σάλτσα που αν είναι κλασική (βλέπε carbonara, pesto, κ.α.) θα είναι πιστά εκτελεσμένη με βάση την παραδοσιακή ιταλική της συνταγή και όχι κάποια παραλλαγή που δεν βγάζει νόημα, ενώ αν είναι μια συνταγή έμπνευσης του εκάστοτε σεφ θα είναι τουλάχιστον ανάλαφρα μαγειρεμένη και σωστά καρυκευμένη και αν μη τι άλλο, δεν θα με κάνει να θέλω να κλαψω τα λεφτά που έδωσα για να την παραγγείλω ούτε τον κόπο που έκανα για να πάω ως το εστιατόριο. Ζητάω πολλά; 'Ετσι φαίνεται. 'Οχι ότι δεν έχω βρει τόσα χρόνια εστιατόρια που να πληρούν τις -στοιχειώδεις κατά τη γνώμη μου- αυτές προϋποθέσεις. Αλλά να, είναι που μέσα στα άπειρα (πραγματικά άπειρα αναλογικά με τον πληθυσμό και συγκριτικά με άλλων εθνικών κουζινών εστιατόρια) ιταλικά εστιατόρια, οστερίες και τρατορίες της Αθήνας, αυτά είναι δυστυχώς μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. (Και πολύ λέω).
Το Dal Professore είχε στο χαρτί πολλές προοπτικές. Καταρχάς, τα χειροποίητα ζυμαρικά. Ψιτ, χειροποίητα, όχι απλώς φρέσκα εργοστασίου. Αν μη τι άλλο, παίρνει πόντους γι' αυτό. Πόντους παίρνει επίσης για τα φρέσκα υλικά του, γιατί ιταλική κουζίνα χωρίς καλά υλικά δεν γίνεται. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή, για να μη σας μπερδεύω.
Όπως θα έχετε καταλάβει, εγώ ξεκινάω πάντοτε εντελώς απροκατάληπτη και με πάρα πολύ καλή διάθεση να εξερευνήσω ένα εστιατόριο. Αλλά όταν ανοίγω τον κατάλογο ενός εστιατορίου που αυτοαποκαλείται trattoria και βλέπω ότι οι τιμές των antipasti (τουτέστιν των ορεκτικών) κυμαίνονται από 11.50 ως 16 ευρώ, πώς πρέπει να αντιδράσω; Για ιστορικούς λόγους, 16 ευρώ στοιχίζει στο Dal Professore η ποικιλία αλλαντικών και τυριών, ενώ 11.50 η φοκάτσια με ρόκα και ντοματίνια. Η φοκάτσια. Που είναι ψωμί. Μοναδική εξαίρεση είναι στη λίστα αυτή η "ποικιλία από μπρουσκέτες", που στοιχίζει 7 ευρώ. Αυτή, λοιπόν, παραγγείλαμε, και επρόκειτο τελικά για τέσσερα τεμάχια από μπρουσκέτες δύο διαφορετικών ειδών, οι οποίες ήταν συμπαθητικές, αλλά δυστυχώς είχαν αρπάξει κάμποσο στο ψήσιμο. Στο μεταξύ, ήρθαν και τα δύο ποτήρια κόκκινο κρασί που είχαμε ζητήσει, τα οποία για κάποιο περίεργο λόγο ήταν παγωμένα. 'Οχι κρύα, παγωμένα. Ψυγείου. Κόκκινο κρασί. Συνήθως, εντωμεταξύ, με το κόκκινο κρασί συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, το καλοκαίρι. Οι περισσότεροι εστιάτορες συνεχίζουν να τηρούν ευλαβικά τον απηρχαιωμένο κανόνα που λέει "λευκό-κρύο, κόκκινο-ζεστό" και ενώ σερβίρουν το λευκό κρασί όμορφα παγωμένο, αν παραγγείλεις κόκκινο κρασί το καλοκαίρι είναι δεδομένο ότι θα είναι κάτουρο. Βλέπετε, ο περισσότερος κόσμος ξέρει ότι "το κόκκινο πίνεται σε θερμοκρασία δωματίου". Κι όπως επισήμανε κι ο κύριος Π. Δεληγιάννης στο 1ο τεύχος του περιοδικού Umami,
"Έλεος πια! Τόσα χρόνια μετά, τόσες χιλιάδες σελίδες αργότερα, όπου ο κάθε πικραμένος γράφει αλήθειες και ψέματα για το κρασί, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν ακόμα σερβιτόροι που δεν έχουν ακούσει ότι η θερμοκρασία δωματίου αναφέρεται στους γαλλικούς πύργους του 18ου αιώνα και σε θερμοκρασίες ανάμεσα στους 16 και τους 18 βαθμούς Κελσίου;"
Έλα μου ντε, πώς; Είπαμε, όμως, δεν θέλουμε να σεβίρεται στους 25 βαθμούς το κρασί, αλλά αυτό πια ήταν το άλλο άκρο. Εδώ αφαίρεσα μερικούς πόντους, ειδικά επειδή το Dal Professore διαθέτει και vineria, αν μη τι άλλο, οπότε αυτό το βρήκα μεγάλο φάουλ. Ενώ, λοιπόν, περιμέναμε υπομονετικά να ζεσταθεί λίγο τοποθετώντας τα ποτήρια δίπλα στο κεράκι του τραπεζιού μας και ζεσταίνοντας τα με τις χούφτες μας (
ναι, το ξέρω, ακούγεται sad, είναι λίγο σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα το visual), ήρθαν και τα κυρίως. Στο σημείο αυτό να πω ότι το μενού ήταν γραμμένο στα ιταλικά, με ελληνική μετάφραση των πιάτων από κάτω, άρα κερδίζει μερικούς πόντους αυθεντικότητας, χωρίς να κάνει τον αρχάριο πελάτη να αισθάνεται βλάκας επειδή τυγχάνει να μην ξέρει π.χ. τι είναι το vitello tonnato. Κάπως απογοητευτικό βρήκα το γεγονός ότι δεν υπάρχουν risotti στον κατάλογο (με εξαίρεση ένα μονάχα, στα πιάτα ημέρας), καθώς και το ότι ο κατάλογος είχε πολλά τυπογραφικά λάθη, που δεν μπορούν παρά να με κάνουν να αφαιρέσω τελικά τους πόντους για την αυθεντικότητα. Ε, όχι, ρε παιδιά. Δεν μπορεί να γράφετε "ταλιερίνι με mix από φρεσκοτριμμένα πιπεριά", ούτε "ταλιατέλες σε σάλτσα καρμπόναρα". Μα καρμπόναρα; Για του λόγου το αληθές, τα λάθη υπάρχουν και στο menu που βρίσκεται στο site του εστιατορίου.
Εμείς παραγγείλαμε τα ravioli με σπάνάκι, ρικότα, ντοματίνια confit και παντσέτα (13 ευρώ) και τις papardelle rustiche, παπαρδέλες δηλαδή με μπουκιές κρέατος και παντσέτα σε σάλτσα ραγού (14 ευρώ). Δεν μπορώ να πω ότι κανένα από τα δύο πιάτα με ενθουσίασε, αλλά ήταν αρκετά ικανοποιητικά. Οι παπαρδέλες ήταν όμορφα ζυμωμένες, με καλό πάχος (ούτε πολύ λεπτές ούτε πολύ χοντρές ώστε να γίνονται δύσπεπτες), αλλά δυστυχώς είχαν κολλήσει μεταξύ τους κι είχαν γίνει μια μπάλα, την οποία έκοβες αναγκαστικά με μαχαιροπήρουνο για να αποσπάσεις μπουκιές. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι δεν έμειναν αρκετή ώρα να ξεραθούν λίγο αφού ζυμώθηκαν και έπεσαν κατευθείαν στην κατσαρόλα για βράσιμο. Θέλω να πω πως είναι κάτι που μπορεί μεν να τύχει, αλλά δεν παύει να είναι απογοητευτικό γι' αυτόν που θα γευτεί το αποτέλεσμα. Κατά τα άλλα, το κρέας και η σάλτσα είχαν συμπαθητική γεύση, αλλά όχι κάτι που θα μου μείνει αξέχαστο.
Σε όλα αυτά, θα ήθελα να συμπεριλάβω πως το σέρβις δεν με ικανοποίησε, αφού οι υπάλληλοι ήταν απλώς διεκπεραιωτικοί και όχι ιδιαίτερα φιλικοί, ενώ επειδή μας έβαλαν να καθίσουμε στον κάτω όροφο του μαγαζιού (μακριά δηλαδή από την κουζίνα), ήταν πολύ δύσκολο να τους φωνάζουμε για να ζητήσουμε κάτι. Ένα άλλο πράγμα που μου την έδωσε, ήταν η μεγάλη αναμονή για τα κυρίως πιάτα (μείον κάμποσοι πόντοι). Παρεμπιπτόντως, στην πρώτη σελίδα του καταλόγου, αναγράφεται το εξής:
"Η άριστη παρασκευή των πιάτων μας τη στιγμή της παραγγελίας ενδέχεται να επιφέρει αύξηση του χρόνου αναμονής".
Αυτό τώρα εγώ το θεωρώ ειρωνεία προς τον πελάτη και δεν δέχομαι να δικαιολογείται το ρεστοράν εκ των προτέρων για την όποια καθυστέρηση. Το γεγονός, δε, ότι αυτό αναγράφεται και στο μενού, μου δείχνει ότι πρόκειται μάλλον περί πάγιας πολιτικής. Αντί, λοιπόν, να σου ζητούν συγγνώμη πια όταν καθυστερούν, σου το λένε εξαρχής για να το έχεις υπόψη σου και ξεμπερδεύουν; (Για να μη λέτε, πάντως, ότι δεν είμαι αντικειμενική, αντίστοιχα είχα εκνευριστεί και με την παρόμοια ανακοίνωση στο μενού του Wagamama.) Όχι, λυπάμαι, δεν βλέπω γιατί το να μαγειρεύεις τα πιάτα τη στιγμή της παραγγελίας, αντί να θεωρείται δεδομένο (δεν είναι/το ξέρω/δεν εθελοτυφλώ/μη βαράτε, θα έπρεπε όμως -όχι να βαράτε, να είναι δεδομένο εννοώ) θα πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να το επιβραβεύουμε με την ανοχή μας για τυχόν καθυστερήσεις.
M' αυτά και μ' αυτά, όπως αντιλαμβάνεστε, συγχύστηκα και δεν είχα όρεξη για επιδόρπιο, αν και ο κατάλογος περιλάμβανε και zucotto, που αν και στην Ιταλία είναι classic, εγώ δεν το έχω ξαναπετύχει σε αθηναϊκό ιταλικο εστιατόριο, οπότε, αν και δεν το δοκίμασα, άντε, δίνω έναν πόντο για την πρωτοτυπία.

Ετυμηγορία: Με όλες αυτές τις προσθαφαιρέσεις πόντων, έχασα το μέτρημα. Εγώ πάντως προσωπικά, δεν βρήκα κάτι που να με κάνει να θέλω να ξαναπάω άμεσα, αν και δεν μπορώ να πω ότι δεν είχε θετικά στοιχεία.
Κουζίνα: ιταλική
Τιμές: 27-40 (κατά την ταπεινή μου άποψη, κάπως πολλά για trattoria)
Σέρβις: διεκπεραιωτικό
Διεύθυνση:
Διονύσου 47 & Χατζηαντωνίου, Μαρούσι
Τηλ: 210 61 49 000-1

P.S. Η φωτογραφία είναι από το myself.gr

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Εστιατόριο Μάνη Μάνη στο Κουκάκι, Part II

'Οπως έχω πει, το Μάνη Μάνη είναι ένα εστιατόριο που επισκέπτομαι τακτικά και ως τώρα δεν με έχει απογοητεύσει, αφού ξέρω σίγουρα πως θα γευτώ νόστιμα και ελαφρά μαγειρεμένα παραδοσιακά πιάτα, σε ένα όμορφο και λιτό περιβάλλον με χαραλή ατμόσφαιρα.
Στην τελευταία μου επίσκεψη, διαπίστωσα με ενθουσιασμό ότι στα πιάτα ημέρας προτεινόταν -μεταξύ άλλων- μαγειρευτό χοιρινό με σέλινο και πουρέ σελινόριζας, ένα πιάτο που παλιότερα υπήρχε στο μενού και μου άρεσε πολύ, αλλά στη συνέχεια καταργήθηκε. Ακόμα περισσότερο ενθουσιάστηκα, φυσικά όταν ο σερβιτόρος μου είπε ότι σκοπεύουν να το επαναφέρουν στο μενού. Εννοείται, λοιπόν, ότι το παρήγγειλα, και ήταν όπως το θυμόμουν, ίσως και ακόμα καλύτερο: το κρέας μαλακό, μελωμένο και ο πουρές με ωραία, απαλή υφή, ιδανική συνοδεία σε ένα πιάτο αρωματικό, αλλά ανάλαφρα μαγειρεμένο. Το δεύτερο πιάτο που δοκίμασα, από το μενού αυτή τη φορά, ήταν μανιάτικες μακαρούνες με καβουρδισμένη μυζήθρα και τηγανητό αυγό (9.50 ευρώ). 'Ηταν νοστιμότατο, όμως, η καρδιά μου ήταν ήδη δοσμένη στο χοιρινό. 'Αρχισα από τα κυρίως και ξέχασα να αναφέρω ότι ξεκινήσαμε με το τρίπτυχο οσπρίων (7.50 ευρώ), που το έχω ξαναδοκιμάσει κι ήταν νόστιμο και αρωματικό όπως και την προηγούμενη φορά. Αποτελείται από φασόλια μαυρομάτικα με τσιγαρολάχανο, φακές με μαντζουράνα, σύγλινο και ξύδι από κόκκινο κρασί και ρεβύθια με ρόδι και κύμινο. Τo κόκκινο house wine (Αγιωργήτικο αν δεν απατώμαι) ήταν, όπως πάντα, αξιοπρεπέστατο -και μια ωραία, οικονομική επιλογή στα 12 ευρώ η φιάλη- και τέλος, δεν ήταν δυνατό να φύγω χωρίς ένα (που μετά, με συνοπτικές διαδικασίες έγιναν δύο) μιλφέιγ με βύσσινο και κρέμα με χιώτικη μαστίχα (5.5 ευρώ). Είναι τόσο καλό, που απλώς αγνοώ επιδεικτικά τα υπόλοιπα επιδόρπια του καταλόγου, κάθε μα κάθε φορά.

Ετυμηγορία: ναι, για την ανάλαφρα μαγειρεμένη παραδοσιακή του κουζίνα.
Τιμές: 23-30 ευρώ το άτομο
Διεύθυνση: Φαλήρου 10, Κουκάκι
Τηλ: 210 92 18 180

Υ.Γ. Ρίξτε και μια ματιά στο Part I, παρεμπιπτόντως.

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Το βιβλίο μαγειρικής του IKEA


Δεν συνηθίζω να γράφω για βιβλία μαγειρικής, αλλά νομίζω πως το συγκεκριμένο χρήζει μιας εξαίρεσης. Πρόκειται για το βιβλίο μαγειρικής που κυκλοφόρησε από το IKEA, το οποίο είναι ένα πραγματικό έργο τέχνης.
'Εχει τίτλο “Hembakat är Bäst” (σε ελεύθερη μετάφραση, "Το σπιτικό είναι το καλύτερο") και περιέχει μεν ενδιαφέρουσες συνταγές, αλλά το μεγάλο του ατού είναι οι φωτογραφίες!
Κάθε συνταγή συνοδεύεται από δύο φωτογραφίες, μία που παρουσιάζει τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν και μία με τη συνταγή έτοιμη. Το πιο ενδιαφέρον, βέβαια, είναι όχι το "μετά", αλλά το "πριν", αφού τα υλικά είναι παρατεταγμένα σε γεωμετρική διάταξη πάνω σε φόντο παστέλ αποχρώσεων, με μια αισθητική που είναι φυσικά εμπνευσμένη από το σκανδιναβικό design.

Την πρωτότυπη αυτή φωτογράφιση έχει κάνει ο Carl Kleiner και το food styling η Evelina Bratell. Μη μου πείτε ότι δεν είναι αφηρημένος εξπρεσιονισμός!
Γενικά, απολαμβάνω τρομερά να κοιτάζ
ω φωτογραφίες τροφίμων, αλλά αυτή η φωτογράφιση, εκτός από τις γαστρονομικές μου ανησυχίες και το αισθητικό μου κριτήριο, καλύπτει και το ψυχαναγκαστικό μου σύνδρομο. Όχι, δεν φτιάχνω κι εγώ ευθυγραμμισμένους σωρούς από αλεύρι με στένσιλ όταν μαγειρεύω, ούτε στήνω τις πλάκες της κουβερτούρας σε πυργάκια σαν τραπουλόχαρτα προσπαθώντας να βρω το απόλυτο σημείο ισορροπίας, αλλά ναι, γενικά το κόλλημά μου με την τάξη φρονώ πως έχει λάβει πια ανεξέλεγκτες διαστάσεις και αν πήγαινα σε ψυχίατρο σίγουρα θα διέγνωσκε OCD. 'Ισως όταν αρχίσω να ανοίγω όλα τα σακουλάκια με ξύλα κανέλλας στο σουπερμάρκετ για να εντοπίσω και να αγοράσω μόνο όσα είναι ισόπαχα και ισομήκη, να αποφασίσω να λάβω και θεραπεία. Ως τότε, απλώς αγαλλιάζω στη θέα αυτών των τόσο τακτικών φωτογραφιών. Αν και σε μερικά σημεία, που κάποια αντικείμενα φεύγουν λίγο από την ευθεία, μου έρχεται να πάω να τα ισιώσω. (Μα για όνομα του Θεού, αυτή η Evelina Bratell δεν είχε μια μεζούρα; Είναι κατάσταση αυτή; Δείτε εδώ!)

Εντωμεταξύ, έχω φάει όλο το google προσπαθώντας να βρω αν πωλείται το βιβλίο στην Ελλάδα, αλλά νομίζω πως προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο στα Σουηδικά και δεν έχει μεταφραστεί σε καμία άλλη γλώσσα. Αντε ντε, τι περιμένουν;

Y.Γ. Αναρωτιέμαι,
εκτός από τις οδηγίες συναρμολόγησης,
θα δίνουν και κατσαβίδι άλεν μαζί με το βιβλίο;

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

Green Onions and Collard Greens go together like Blues and Soul Jazz

Ενώ έκανα τη βόλτα μου στο σουπερμάρκετ με στόχο να αγοράσω φρέσκα gnocchi και να τα μαγειρέψω με σάλτσα κολοκύθας, άκουγα μουσική στο ipod μου και πατώντας το shuffle έτυχε να παίξει διαδοχικά το Green Onions των Booker T && the MGs και το Collard Greens, ένα ορχηστρικό soul jazz κομμάτι ενός από τους αγαπημένους μου (και δυστυχώς σχετικά άγνωστους) jazzmen, του Freddie McCoy. Μην μπορώντας παρά να γελάσω με τη σύμπτωση, αποφάσισα να τα μοιραστώ μαζί σας.
Τα green onions είναι φυσικά αυτά που εμείς αποκαλούμε "κρεμμυδάκια", δηλαδή τα χλωρά κρεμμύδια. Την απορία περί του γιατί το συγκρότημα επέλεξε να ονομάσει έτσι το ορχηστρικό αυτό κομμάτι την είχα από καιρό, αλλά αποφάσισα επιτέλους να προσπαθήσω να τη λύσω. Άλλωστε ήταν κι αυτή μια μόδα της εποχής, να δίνουν στα κομμάτια τίτλους που σχετίζονται με φαγητό, αλλά γιατί κρεμμύδια συγκεκριμένα; Διάβασα, λοιπόν, ότι σύμφωνα με τον Steve Cropper, τον κιθαρίστα του συγκροτήματος, το κομμάτι αρχικά λεγόταν Funky Onions. Επέλεξαν αυτό τον τίτλο για να συσχετίσουν τα κρεμμύδια με τη funk μουσική, αφού η λέξη funk (που έχει αφρικανικές ρίζες) σημαίνει μια έντονη και άσχημη μυρωδιά. Ο μπασίστας του συγκροτήματος, Lewis Steinberg, δήλωσε στη συνέχεια: "Το πιο φάνκι πράγμα που έχω ακούσει ποτέ μου είναι τα κρεμμύδια." Λόγω της μυρωδιάς τους, προφανώς. Και τότε, ο Cropper είπε ότι το "Green Onions" είναι ένας ακόμα πιο funky τίτλος, γιατί σε όλους αρέσει να τρώνε κρεμμυδάκια, αλλά κανένας δεν αντέχει να τα φυτεύει στην αυλή του, αφού βρωμοκοπάνε. Well, βρωμερά ή όχι, το κομμάτι είναι διαχρονικό.





Και τώρα, ας πάμε στον Freddie McCoy, που φαίνεται πως είχε επίσης αδυναμία στο φαΐ, αφού δύο δίσκοι του έχουν τίτλους με φαγητά: το Peas and Rice (1965), από το οποίο προέρχεται και το κομμάτι Collard Greens, και το Beans and Greens (1967).
Τα collard greens είναι ένα ζαρζαβατικό της οικογενείας Brassica oleracea, το ίδιο είδος στο οποίο ανήκει και το μπρόκολο. Το λαχανικό αυτό δεν έχω ιδέα πώς λέγεται στα Ελληνικά, αλλά αποτελεί βασικό συστατικό της southern american cuisine. Συνηθίζεται, δε, να τα τρώνε την Πρωτοχρονιά, μαζί με μαυρομάτικα φασόλια και μπομπότα για να εξασφαλίσουν οικονομική ευμάρεια για το νέο έτος, αφού τα πράσινα φύλλα του λαχανικού μοιάζουν (υποτίθεται) με χαρτονομίσματα (βλ. φωτό)!
Απολαύστε το κι ας ελπίσουμε να μας φέρει κι εμάς λεφτά η καινούργια χρονιά, αν και τα εγχώρια χαρτονομίσματα δεν είναι πράσινα. Εκτός αν μιλάμε για 100ευρα, οπότε, yes please!



Παρεμπιπτόντως, gnocchi δεν βρήκα στο σουπερμάρκετ, οπότε πήρα πέννες.
Οh, well, they 'll do.

P.S. Λέτε αν προσπαθήσω να πληρώσω στο σουπερμάρκετ με αυτά εδώ


αντί γι' αυτά εδώ
να πιάσει όντως;