Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Εστιατόριο Cucina Povera στο Παγκράτι, Part III

H αγάπη μου για το Cucina Povera είναι νομίζω πια ολοφάνερη (δείτε εδώ και εδώ). Και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Ειλικρινά, δεν υπάρχει φορά που να έχω δειπνήσει στο εστιατόριο αυτό και να μην έχω γλείψει τα δάχτυλά μου με κάθε πιάτο που παρήγγειλα... Όλες οι συνταγές -πάντα με ολόφρεσκα και εποχιακά υλικά- είναι κάθε φορά άψογα εκτελεσμένες και τα πιάτα, από το πρώτο ως το τελευταίο, πεντανόστιμα και σε πολύ καλές τιμές.
Κι όλα αυτά σε συνδ
υασμό με μια πολύ καλά εξοπλισμένη κάβα, τόσο σε φιάλες, όσο και σε προτάσεις σε ποτήρι. Συγκεκριμένα, στην τελευταία μου επίσκεψη, δοκίμασα το Bordeaux Prieur de Saint Florent του 2005, πού ήταν τέλειο και στοίχισε μόνο 5 ευρώ το ποτήρι.
Αυτή τη φορά, ξεκινήσαμε την κραιπάλη με γαριδάκι Σύμης τηγανητό, που συνοδευόταν από μια γλυκιά σαλάτα από φακές και λαχανικά (9 ευρώ), το οποίο ήταν άψογο. Ήταν τόσο τραγανό και ψιλούτσικο, που φάγαμε μέχρι και τα κεφάλια από τις γαρίδες! Συνεχίσαμε με μύδια αχνιστά με μαραθόριζα, φέτα, μυρωδικά κα
ι λαδολέμονο (8,5 ευρώ), που ήταν βρασμένα μέσα σε ένα απίστευτα αρωματικό ζουμί, οπότε καταλαβαίνετε ότι, πρώτον, έγινε η μάχη της παπάρας (ναι, στα ψωμιά αναφέρομαι) και δεύτερον, καταλήξαμε να τα μετρήσουμε και να τα μοιράσουμε ακριβοδίκαια, για να μην αδικηθεί κανένας και φάει λιγότερα. Από τα σαλατικά, διαλέξαμε μια ζεστή σαλάτα με ποικιλία μανιταριών, ζωχούς και λαδολέμονο (9 ευρώ), που ήταν επίσης άψογη. Μάλιστα, το κλου ήταν η γαρνιτούρα από τηγανητά sticks κρεμμυδιών, η οποία ιδανικά το πιάτο. Το σαλάχι ποσέ με μηλόξυδο, κάπαρη και φάβα Σαντορίνης (9 ευρώ) ήταν πεντανόστιμο όπως πάντα (νομίζω ότι είναι η τρίτη ή τέταρτη φορά που δεν μπόρεσα να του αντισταθώ), ενώ το μυλοκόπι με ζεστή σαλάτα πορτοκάλι και φινόκιο (14,5 ευρώ) ήταν άψογα ψημένο με την πέτσα του και συνοδευμένο από έναν ωραίο πουρέ σελινόριζας με υπέροχη, απαλή υφή. Οι δε στηθοπλευρές από μοσχαράκι γάλακτος στη γάστρα με θυμάρι και κρασί, συνοδεία ριζότου με μανιτάρια και λάδι τρούφας (16,5 ευρώ) ήταν ένα όνειρο και το κρέας τόσο γλυκό που θα μπορούσε άνετα να φαγωθεί και ως... επιδόρπιο!
Και πάνω που είπα επιδόρπιο, αν και αρχικά ήμασταν αποφασισμένοι να παραγγείλουμε έκαστος το δικό του, στο τέλος δεν είχε μείνει αρκετός χώρος στα στομάχια μας (λογικό, είχαμε φάει το καταπέτασμα), οπότε διχαστήκαμε ανάμεσα σε προφιτερόλ και τάρτα με αχλάδι και καραμέλα γάλακτος (7 ευρώ). Τ
όσο, μάλιστα, που αναγκαστήκαμε να καταφύγουμε σε ένα γύρο πέτρα-μολύβι-ψαλίδι-χαρτί για να αποφασίσουμε ποιο θα πάρουμε. Εννοείται ότι κέρδισα εγώ (χα!) κι έτσι τελικά τσακίσαμε το προφιτερόλ με παγωτό βανίλια και σοκολάτα υγείας (7 ευρώ). Και δυστυχώς, οι υπόλοιποι επέμεναν ότι δεν δικαιούμουν ένα choux παραπάνω από τους άλλους επειδή κέρδισα, παρόλο που εγώ είμαι σίγουρη ότι θα έπρεπε. Μ' αρέσει που δεν ήθελαν κιόλας προφιτερόλ στην αρχή!
Tώρα, εάν το Cucina έχει κάπου περιθώρια βελτίωσης, είναι στο σέρβις του. Οι υπάλληλοι είναι όλοι πρόθυμοι και εξυπηρετικοί, αλλά οφείλω να ομολογήσω πως το σέρβις συνολικά δεν είναι ιδιαίτερα συντονισμένο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες. Κάποιες φορές έχουν τύχει λάθη στις παραγγελίες, όπως και καθυστερήσεις στα πιάτα, αλλά το χειρότερο είναι ότι το προσωπικό συνήθως αργεί αρκετά να πάρει παραγγελία και γενικότερα δεν έχει το νου του στους πελάτες και τις επιθυμίες τους. Πρέπει να πω πως διέκρινα βελτίωση από την τελευταία φορά, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια σε αυτό τον τομέα.

Κουζίνα: Μεσογειακή
Τιμές: 20-32 ευρώ
Crowd: όλες οι ηλικίες
Dress Code: casual
Spotted: Διονύσης Σαββόπουλος
Διεύθυνση: Ευφορίωνος 13 & Ερατοσθένους (πεζόδρομος), Παγκράτι
Τηλ: 210 75 66 008

Y.Γ. Η φωτογραφία του εστιατορίου είναι από το in2life.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Πάρτε το πρωινό σας με λίγη jazz




Ξεκινάμε με τη Fanny Brice και το "Cookin' Breakfast for the One I love" (1930), έτσι, για λίγο self-motivation.








O καφές είναι φυσικά α-πα-ραί-τη-τος και εδώ έχουμε πολλές επιλογές, αφού όπως μας ενημερώνει ο φίλτατος Frank Sinatra στο "Coffee Song" (1946), "they have an awful lot of coffee in Brazil".



O Ted Weems, στη συνέχεια, θα τραγουδήσει τρυφερά στις κυρίες το ρεφρέν από το τραγούδι "You're the cream in my coffee," που γράφτηκε για το musical "Hold Everything!" (1930):
Υou're the cream in my coffee
You're the salt in my stew,
You will always be my necessity,
I'd be lost without you.



Aλλά και για τους κυρίους, έχουμε το ίδιο κομμάτι από την Ruth Etting, σε μια πιο νοσταλγική version.



Επειδή, όμως, και οι μοναχικοί τύποι, που δεν ετοιμάζουν πρωινό γι' αυτόν που αγαπούν κάπως πρέπει να εκφραστούν, η πανέμορφη Julie London πίνει τον καφέ της σκέτο για να πάνε κάτω τα φαρμάκια και μας τραγουδά αισθησιακά το "Black Coffee":
My nerves have gone to pieces
My hair is turning gray
All I do is drink black coffee
Since my man's gone away
(Eπέλεξα την καλύτερη κατά τη γνώμη μου εκτέλεση, αλλά επειδή γούστα είναι αυτά, μπορείτε να το ακούσετε και από την Ella Fitzgerald ή την Peggy Lee...)



Και όποιος δεν πίνει καφέ, μπορεί να απολαύσει ένα τσάι, από την Doris Day που με την ταινία της "Tea for Two" (1950) ξαναέκανε γνωστό το ομώνυμο τραγούδι, το οποίο πρωτοπαίχτηκε το 1925 στο musical "No, no, Nanette":
Picture me upon your knee,
With tea for two and two for tea,
Just me for you and you for me, alone!



Aμέσως μετά, σε αυτό το απίστευτα κεφάτο κομμάτι του 1951, η Helen O'Conell ρωτά τον Dean Martin πώς θέλει τα αυγά του:
-How do you like your eggs in the morning?
-I like mine with a kiss
-Boiled or fried?
-I'm satisfied as long as I get my kiss
-How do you like your toast in the morning
-I like mine with a hug
-Dark or light
-Τhe world's all right as long as I get my hug
και ο Dean -φυσικά- δηλώνει ικανοποιημένος με οτιδήποτε, αρκεί να του τα σερβίρει με ένα φιλάκι (εσείς κοιτάξτε να μην τα καρβουνιάσετε, όμως).



Κι αν ανήκετε σε αυτούς που έχουν πιο συγκεκριμένες απαιτήσεις για τα αυγά τους, όπως η Ella Fitzgerald, ακούστε το "I am a poached egg" στο οποίο η Εlla παραπονιέται χαριτωμένα:
I m a poached egg without a piece of toast,
when I'm without you.



Εγώ βέβαια θα συμφωνήσω με την Ella ότι τα καλύτερα αυγά ever είναι τα ποσέ, καθώς επίσης και ότι
δίχως ψωμί για συνοδεία/
τα αυγά δεν λένε μία.
(Εκανα και ρίμα. Koίτα να δεις που θα γράψω και εγώ τραγούδι!)
Ακόμα όμως κι αν είστε συνηθισμένοι σε κάτι πιο χορταστικό για το πρόγευμά σας, ο Tom Waits σας έχει ετοιμάσει full breakfast, σε ένα σύγχρονο κομμάτι σε jazz ύφος με τίτλο "Eggs and Sausage":
Eggs and sausage and a side of toast
coffee and a roll, hash browns over easy



Για τους τεμπέληδες κυρίους που τους αρέσει να τους περιποιούνται,οι καλές τους, ένα κεφάτο τραγούδι από τις Andrews Sisters και τον Danny Kaye, με τίτλο "Βread and Butter Woman", το οποίο είναι κάπως φαλλοκρατικούλι, αλλά δεν θα μπορέσετε να του αντισταθείτε, γιατί είναι πραγματικά γλυκύτατο:
Give him a bread and butter woman,
I mean the real domestic kind
Give him a bread and butter woman,
who'll even give up her Sunday
to iron your undie
(Ναι, ναι, μια γυναίκα που θα θυσίαζε την Κυριακή της για να του σιδερώσει τα σώβρακα ζητάει ο κύριος, μια απλή γυναίκα που βολεύεται με ψωμί και βούτυρο και δεν ζητάει πολυτέλειες...)



Φυσικά, ένα-δύο φρουτάκια είναι ό,τι πρέπει για να ολοκληρώσετε το πρόγευμά σας. Ως γνωστόν, ένα μήλο την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα, αλλά ο George Elrick, στο τραγούδι αυτό του 1936, μας εκμυστηρεύεται ότι δεν συμπαθεί τα ροδάκινα και προτιμάει τις μπανάνες:
I don't like your peaches
They are full of stones
I like bananas
'cause they have no bones



Kαι στο τέλος, ένα αισιόδοξο επιδόρπιο από τον Bing Crosby και τις Boswell Sisters, που μας λένε να μην παίρνουμε τη ζωή και πολύ στα σοβαρά, διότι...
"Life is just a bowl of cherries" (1931).



Enjoy!

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Εστιατόριο Φασόλι στο Κέντρο και τα Εξάρχεια

To Φασόλι είναι ένα από αυτά τα μικρά εστιατόρια του κέντρου που ήρθαν εδώ και μερικά χρόνια να προσφέρουν μια τρίτη εναλλακτική στο δίλημμα fast food/ταβέρνα σε όσους θέλουν να γευματίσουν σχετικά γρήγορα και οικονομικά και κυρίως τα μεσημέρια. Νομίζω, όμως, πως το χαρακτηρίζουν οι καλές προθέσεις, αφενός, αλλά πάσχει στην εκτέλεση αφετέρου.
Διαθέτει δύο υποκαταστήματα, ένα στην Μπενάκη και ένα στην Ιπποκράτους, από τα οποία το δεύτερο άνοιξε τελευταίο. Η διακόσμηση είναι παρεμφερής, αν και το κατάστημα της Ιπποκράτους έχει λίγο πιο μοντερνιζατέρ διαθέσεις: τραπεζάκια κολλητά το ένα στο άλλο (πράγμα που όσο να πεις, όταν ο κόσμος είναι πολύς, δεν είναι ό,τι πιο άνετο), με το λευκό και το ανοιχτό πράσινο να κυριαρχούν στον χώρο.
Ως τοποθεσίες, το Φασόλι της Ιπποκράτους είναι σε βολικότερο spot, κατάλληλο για να συνδυαστεί και με σινεμά ή θεατρο στο κέντρο (παρεμπιπτόντως, το κέντρο χρειάζεται περισσότερα budget εστιατόρια, γιατί πάσχει σε αυτό τον τομέα).
Από την άλλη, για κάποιο περίεργο λόγο, στην Ιπποκράτους έχουν την τάση να αφήνουν τις τζαμαρίες (δηλαδή ολόκληρους τους δύο από τους τέσσερις τοίχους) ορθάνοιχτες τέντα ρέντα ακόμα και μέσα στο καταχείμωνο, οπότε με τα πολλά κρύα είναι αδύνατο να σταθείς εκεί μέσα χωρίς μπουφάν... Το καλοκαίρι πάλι, λύνεται το πρόβλημα του κρύου, αλλά έχει τρομερή φασαρία (έτσι, δε, και πέσετε στην ώρα που περνάει το απορριματοφόρο του Δήμου, την κάτσατε άσχημα).
Μπαίνοντας, ρίξτε μια ματιά στη βιτρίνα με τα μαγειρευτά και οι υπάλληλοι θα σας πουν ποια είναι τα πιάτα ημέρας και τι περιέχουν. Το καλύτερο που έχετε να κάνετε, είναι να διαλέξετε κάτι από αυτά, γιατί τα υπόλοιπα του καταλόγου δεν μπορείτε να προβλέψετε πώς θα είναι στην όψη... Παρόλα αυτά, μόλις καθίσετε, θα διαπιστώσετε ότι το σουπλά εκτελεί και χρέη μενού, οπότε μπορείτε να παραγγείλετε και κάποιο από τα πιάτα που αναγράφονται εκεί. Ο κατάλογος, μπάι δε γουέι, περιλαμβάνει κυρίως ζυμαρικά, ριζότα και κάποια ψητά κρεατικά.
Στην τελευταία μας, λοιπόν, επίσκεψη, ξεκινήσαμε με ψητά λαχανικά σχάρας (5.50 ευρώ), τα οποία, όμως, προφανώς ψήθηκαν ταυτόχρονα χωρίς να λάβει υπόψη του ο Μίστερ Ψήστερμαν (τράβα ♪♫) ότι το κάθε λαχανικό χρειάζεται διαφορετικό χρόνο ψησίματος, με αποτέλεσμα κάποια να είναι σκληρά, ενώ άλλα ψιλοαρπαγμένα. Η κρύα σαλάτα με φακές και φέτα φαινόταν λαχταριστή στη βιτρίνα, αλλά τελικά μας προέκυψε κάπως στεγνή, ενώ οι φακές λίγο βρασιματάκι ακόμα το ήθελαν. Και μετά από δύο μικρο-φάουλ, πάμε στα κυρίως, όπου μας περίμεναν δυστυχώς δύο ακόμα μεγαλύτερες απογοητεύσεις. Τα ριγκατόνι (παρεμπιπτόντως αυτό το ζυμαρικό μου κάνει πολύ συνοικιακή pizzaria 80s και είναι σχεδόν σαν να το ακούω παρεά με το "τέσσερα τυριά") με ψαρονέφρι, μαυροδάφνη, χαλούμι και φρέσκια ντομάτα (7,60 ευρώ) ήταν αφενός παραβρασμένα τα ίδια και αφετέρου νερουλά ως σύνολο, διότι η σάλτσα δεν είχε δέσει επαρκώς. Το χειρότερο από όλα τα πιάτα, όμως, ήταν το ριζότο με καπνιστή μοτσαρέλα, φρέσκια ντομάτα και προσούτο (6,80 ευρώ), το οποίο είχε υπερβολικά πολλά και χοντροκομμένα κομμάτια προσούτου και ήταν τόσο αλμυρό που δεν μπόρεσα να κατεβάσω παραπάνω από μερικές μπουκιές. Επιπλέον, το ρύζι του πιο πολύ σε πιλάφι παρέπεμπε, παρά σε ριζότο.
'Οπως καταλαβαίνετε, και τα τέσσερα πιάτα που παραγγείλαμε είχαν σημαντικά προβλήματα στην εκτέλεση και δυστυχώς αυτό είναι κάτι που έχω διαπιστώσει ότι συμβαίνει τις περισσότερες φορές στο Φασόλι. Τώρα, αν προσθέσουμε σ' αυτά και το ότι το προσωπικό είναι ολίγον τι στην κοσμάρα του (Παρασκευή βράδυ και ενώ το μαγαζί είχε πελάτες σε δύο μόνο τραπέζια, καθυστέρησαν πολύ να μας παρουν παραγγελία και τα ποτά μας ήρθαν αφού είχαμε πια αρχίσει να τρώμε τα κυρίως...), δεν σε προδιαθέτουν πολύ θετικά. Βέβαια, για να μην είμαι άδικη, έχω φάει και νόστιμα πιάτα στο Φασόλι -θυμάμαι, ας πούμε, κάτι ζουμερά λαζάνια με λαχανικά ένα μεσημέρι, πριν κάμποσο καιρό, τα οποία πραγματικά μου είχαν φτιάξει τη μέρα, ενώ μην ξεχνάμε ότι το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι οι πολύ χαμηλές τιμές του. Η βολική του θέση είναι επίσης ένα ατού, όσο να πεις -μιλάω βέβαια για το κατάστημα της Ιπποκράτους, γιατί εάν βρίσκεστε προς Εξάρχεια μεριά, κατά τη γνώμη μου έχετε αρκετές καλύτερες επιλογές στο ίδιο μήκος κύματος. Εν τέλει, πιστεύω πως το Φασόλι έχει καλές προθέσεις, πράγμα που φαίνεται από τις χαμηλές τιμές του σε συνδυασμό με τις χορταστικές ποσότητες των πιάτων, χρειάζεται, όμως, πολύ περισσότερη προσοχή στην εκτέλεση των συνταγών. Επίσης, καλό θα ήταν να προσανατολιστεί περισσότερο προς τα ελληνικά ή μεσογειακά μαγειρευτά (στα οποία τα καταφέρνει και καλύτερα) και να μειώσει τις συνταγές με μπουκιές κοτόπουλου που κολυμπάνε στη μουστάρδα/κρέμα γάλακτος/τυρί Φιλαδέλφεια, τα οποία καταλαμβάνουν συνήθως τα 2/3 της βιτρίνας του...

Ετυμηγορία: Δώστε του μια ευκαιρία για ένα φθηνό μαγειρευτό στα γρήγορα, αν είστε κοντά στην Ιπποκράτους. Αν είστε Εξάρχεια, έχει κι αλλού πορτοκαλιές.
Τιμές: 12-17 ευρώ
Κουζίνα: μεσογειακή
Διεύθυνση: Ναυαρίνου & Ιπποκράτους 22 (Κέντρο), Εμμ. Μπενάκη 45 & Κωλέττη (Εξάρχεια)
Τηλ: 210 36 03 626 (Κέντρο), 210 33 000 10 (Εξάρχεια)

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Εστιατόριο Άνετον στο Μαρούσι

Mήνες ολόκληρους πάλευα να κλείσω ένα τραπέζι στο Άνετον και επιτέλους τα κατάφερα, τηλεφωνώντας 5 ολόκληρες μέρες πριν... Εντωμεταξύ, με την τόση αναμονή, είχα λυσσάξει και από την περιέργεια πια!
Φαντάζομαι ότι όλο αυτό έχει να κάνει κυρίως με το ότι
ο σεφ και ένας εκ των δύο ιδιοκτητών, Βασίλης Καλλίδης έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστός τον τελευταίο καιρό λόγω της εκπομπής Food and the City. (Φαινόμενο το οποίο αντιμετωπίζουμε και με όλους τους τηλεοπτικούς σεφ, όπως για παράδειγμα με το Ψωμί και Αλάτι του κύριου Λουκάκου από το Master Chef, στο οποίο επίσης παλεύω να κλείσω τραπέζι ολόκληρη τη σεζόν. Απορείτε; Ναι, είναι δύσκολο και, όχι, δεν γουστάρω να κάνω κράτηση από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο για το επόμενο. Ήμαρτον.)
Τώρα, για να είμαι ειλικρινής, η εκπομπή δεν είναι ακριβώς my cup of tea, ωστόσο είχα ακούσει πολύ καλά λόγια για την κουζίνα του Καλλίδη -η οποία ουδεμία σχέση έχει φυσικά με street food και τα ανεξερεύνητα spots για φαλάφελ που παρουσιάζει κατά καιρούς στο Food and the City. Να είμαι και ακόμα πιο ειλικρινής; Ένας από τους κύριους λόγους που ήθελα να το επισκεφθώ είναι τα όσα είχα πληροφορηθεί για την ιδιαίτερη διακόσμηση του μαγαζιού:
το ντεκόρ είναι εμπνευσμένο από τις δεκαετίες '50 και '60 και εμένα το mid-century design είναι η δεύτερη μεγάλη αδυναμία μου (ναι, μετά τη γαστρονομία και όχι, μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να ξεκινήσω blog και γι' αυτό το θέμα)... Είχε κι αυτή την καταπληκτική κάρτα με την κλασική 1960s γραμματοσειρά που μοιράζονταν όλα (μα όοοοολα) τα εστιατόρια/σνακ-μπαρ (χαχα, όρος κι αυτός)/καφετέριες της εποχής και μου άνοιγε την όρεξη! Έχει κι αυτό το όνομα, το "Άνετον", με αυτό το εμφατικό άλφα που επίσης ήταν πολύ της μόδας στα '60s -δεν μπορεί, όλο και κάποιο ξεχασμένο ζαχαροπλαστείο θα έχετε δει στην επαρχία έστω, με ονόματα τύπου "Άριστον" ή "Άρτιον"...
Ο λόγος, λοιπόν, που το εστιατόριο γεμίζει τα Σαββατοκύριακα μέρες πριν είναι, πρώτον, το καλό του φαγητό και δεύτερον το γεγονός ότι ο χώρος είναι αρκετά μικρός. Είναι, πάντως, εξαιρετικά προσεγμένος. Δρύινες καρέκλες και τραπέζια, παχιά μοκέτα στο πάτωμα, βαριές μοχέρ κουρτίνες, αμπαζούρ με μεγάλα, βαθυκόκκινα καπέλα και χαμηλό φωτισμό για ατμόσφαιρα, επένδυση ξύλου στον ένα τοίχο και μια κομψή ταπετσαρία με φύλλα φτέρης στον άλλο, και το κλου; Το Σαββατοκύριακο πριν την Καθαροδευτέρα που πήγαμε εμείς, πάνω στο τραπέζι μας βρήκαμε
την πιο chic retro διακόσμηση: ένα ποτήρι σαμπάνιας που περιείχε μια γαλάζια cat-eye μάσκα, ένα φρου-φρου και μια σερπαντίνα! Η διακόσμηση, πάντως, συνολικά είναι μια πολύ ευχάριστη αλλαγή από την ομοιομορφία που χαρακτηρίζει την ελληνική εστίαση ως προς τους εσωτερικούς χώρους. Ειλικρινά, έχω βαρεθεί πια να κάθομαι σε αυτές τις απίστευτα boring καρέκλες με δερμάτινη επένδυση και ελπίζω η μόδα με τα τετράγωνα πιάτα να μην αργήσει πολύ ακόμα να περάσει...
Οι μουσικές επιλογές στο
Άνετον είναι φυσικά κι αυτές ανάλογες της εποχής. Ακούσαμε, μεταξύ άλλων -για να κάνω και λίγο κλίμα- το Moon River, το Sway, το Mambo Italiano από τη Rosemary Clooney (ναι, τη θειά του George) και το Downtown της (λατρευτής μου) Petula Clark... Να 'ταν μόνο μια ιδέα πιο δυνατά η μουσική για να μπορούμε να την απολαύσουμε περισσότερο!
Το σέρβις είναι άψογο και η περιποίηση του προσωπικού σε προδιαθέτει αμέσως ευχάριστα.
Το μενού προφανώς αλλάζει τακτικά, διότι στη δική μας περίπτωση ήταν εποχιακό και η κάρτα είναι σύντομη και όλα αυτά είναι, όπως καταλαβαίνετε, σπουδαία προτερήματα. Άλλωστε ο Καλλίδης έχει δηλώσει (σε συνέντευξη στο Εθνος) ότι αυτό που χαρακτηρίζει την κουζίνα του είναι η εποχικότητα: "Εχουμε μανία με την εποχικότητα. Βαδίζουμε αρμονικά με τη φύση και τα προϊόντα της. Ηρεμούν οι ψυχές μας μαγειρεύοντας ό,τι η φύση μάς προσφέρει." (Πες τα, χρυσόστομε. Έχω βαρεθεί να βλέπω στα μενού πάβλοβα με φράουλες μες το καταχείμωνο ή να τρώω σαλάτες με ένα (ωμό) σπανάκι τόσο τραχύ που δεν μασιέται στους πιο άσχετους μήνες του χρόνου. Κάθε πράγμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο.)
Για αρχή λοιπόν, μας σέρβιραν ένα ωραιότατο
ντιπ από πρόβειο γιαούρτι, πελτέ ντομάτας, κύμινο, ταχίνι και σκόρδο, που είχε πολύ απαλή υφή, μαζί με ζεστά ψωμάκια, από τα οποία την καλύτερη εντύπωση μου έκανε το καλαμποκόψωμο.
Ξεκινήσαμε με
χειμωνιάτικα ψητά λαχανικά (πατάτα, παντζάρι, καρότο, σπαράγγι κ.α.) με ξινή ποντιακή κρέμα και νεροκάρδαμο (10 ευρώ), που ήταν ολόσωστα ψημένα -σε διαφορετικούς χρόνους το καθένα- και πολύ νόστιμα, αν και θα ήθελα λίγο περισσότερη κρέμα για τη συνοδεία τους. Ο καγιανάς με χωριάτικα αυγά, κατσικίσιο τυρί, αρνίσια μάγουλα και γλωσσίτσες (9 ευρώ), σερβιρισμένος μέσα στο ρουστίκ τηγανάκι του, ήταν ωραίος στη θεωρία, αλλά στην πράξη μας προέκυψε λίγο στεγνός ως σύνολο, ενώ το κατσικίσιο τυρί μπορούσε κατά τη γνώμη μου και να λείπει. Το φρέσκο καλαμάρι στη σχάρα με λεμονάτη φάβα, ψητά καροτάκια και σαλάτα νεροκάρδαμου (22 ευρώ) ήταν συμπαθητικό, αλλά δεν με απογείωσε. Το καλαμάρι ήταν ωραία ψημένο, η φάβα όμως έπρεπε να είναι αρκετά πιο υδαρής, γιατί το σύνολο ήταν πάλι κάπως στεγνό. Εναλλακτικά, χρειαζόταν περισσότερο λεμονάκι το καλαμάρι, προκειμένου να γλιστράει στον ουρανίσκο. Το καλύτερο πιάτο που δοκιμάσαμε ήταν με διαφορά το ψητό κουνέλι με σάλτσα από πορτοκάλι και φασκόμηλο και βουτυράτο πουρέ κολοκύθας (21 ευρώ). Το κρέας του ήταν πεντανόστιμο και το μόνο που έχω να προσάψω στο πιάτο είναι πως θα ήθελα ο πουρές να έχει πιο έντονη τη γεύση της κολοκύθας και λιγότερο της πατάτας.
Αυτό που με εξέπληξε ευχάριστα και δεν το περίμενα από ένα εστιατόριο της κατηγορίας αυτής, είναι οι
εξαιρετικά χαμηλές τιμές στα κρασιά σε ποτήρι, αφού παραγγείλαμε cabernet sauvignon (Φτελιά) από το Κτήμα Τσώλη με 3 μόλις ευρώ!
Τέλος, από τα επιδόρπια διαλέξαμε τα
αχλάδια ποσέ σε σιρόπι αρωματισμένο με βανίλια Μαδαγασκάρης, κρέμα mascarpone και μπισκότο πτι μπερ (7 ευρώ). Ήταν καλοφτιαγμένο και ανάλαφρο, αν και νομίζω πως θα το ήθελα ένα κλικ πιο γλυκό (και το λέω αυτό εγώ, που είμαι φαν των άγλυκων γλυκών συνήθως).
Συνοψίζοντας, στα προτερήματα του
Άνετον πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρω την προσεκτική επιλογή πρώτων υλών με κριτήριο την εποχικότητα καθώς και τη διάθεση προσέγγισης παραδοσιακών ελληνικών γεύσεων με μια πειραγμένη, σύγχρονη ματιά. Άλλωστε, τα έχω πει και ξαναπεί (κι εγώ και ένα σωρό άλλοι), καιρός είναι να αρχίσουμε να επαναπροσδιορίζουμε την ελληνική γευστική πράδοση και να αρχίσουμε να δημιουργούμε μια Νέα Ελληνική Κουζίνα και το Άνετον σίγουρα κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Κι όσον αφορά τα μειονεκτήματα, θα έλεγα απλώς ότι κάποιες από τις συνταγές χωρούν αρκετό περιθώριο βελτίωσης στην εκτέλεση, κυρίως ως προς το συνολικό γευστικό αποτέλεσμα του κάθε πιάτου και όχι ως προς τα μεμονωμένα συστατικά του. Οπωσδήποτε οι προσδοκίες μου ήταν αρκετά υψηλές, τόσο λόγω των τιμών του εστιατορίου (40-55 ευρώ το άτομο) που θέτουν -αναγκαστικά- με τη σειρά τους ψηλά και τις απαιτήσεις του πελάτη, όσο και λόγω των διαφόρων διθυραμβικών κριτικών που είχα κατά καιρούς διαβάσει για τη μαγειρική του Καλλίδη.
Θα ξαναπήγαινα, λοιπόν, στο
Άνετον, οπωσδήποτε για να απολαύσω το όμορφο περιβάλλον του, αλλά κυρίως επειδή τα εστιατόρια που αλλάζουν τόσο τακτικά το μενού τους δεν σε κάνουν ποτέ να βαριέσαι...

Κουζίνα: σύγχρονη ελληνική δημιουργική
Τιμές: 40-55 ευρώ το άτομο

Κράτηση: Για το Σ/Κ, οπωσδήποτε τρεις-τέσσερις μέρες πριν.

Διεύθυνση: Στρ. Λέκκα 19, Μαρούσι

Τηλ: 210 80 66 700

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από το qubo.gr

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Εστιατόριο Meat Square στο Κολωνάκι

Το Meat Square είναι -προφανώς- μία αλυσίδα που απευθύνεται σε κρεατοφάγους και κατά τη γνώμη μου, από γευστικής άποψης, είναι και το συμπαθέστερο meat-ing point της πόλη μας.
Διαθέτει πλέον τέσσερα καταστήματα, στο Χαλάνδρι, το Κολωνάκι, τη Γλυφάδα και τη Δροσιά, από τα οποία έχω επισκεφθεί αρκετές φορές τα δύο πρώτα, ενώ υπάρχουν μελλοντικά σχέδια για υποκαταστήματα στη Βόρεια Ελλάδα, τις Κυκλάδες και το Λονδίνο. Στην τελευταία μου κρεατοφαγική κραιπάλη κατευθύνθηκα κατά την οδό Ηροδότου, όπου βρίσκεται και το πιο posh υποκατάστημα της αλυσίδας, ενώ αυτό του Χαλανδρίου είναι ελαφρώς πιο casual, όσον αφορά τη διακόσμηση, αλλά και τους πελάτες που συγκεντρώνει.
Το κτήριο είναι ένα κομψότατο νεοκλασικό με αρκετή ιστορία, αφού στο παρελθόν έχει στεγάσει τον Παπάγο, αλλά και τον Αριστοτέλη Ωνάση.
Ανεβαίνοντας τη σκάλα, το πρώτο πράγμα που αντικρίζεις είναι η sine qua non κόκκινη αγελάδα που διακοσμεί όλα τα Meat Square, ενώ ο χώρος έχει όμορφα ξύλινα πατώματα και είναι λιτά διακοσμημένος με αρκετά φυτά εσωτερικού χώρου. Το εστιατόριο βρίσκεται στο υπερυψωμένο ισόγειο, ενώ στον επάνω όροφο, που λέγεται Mellow, μπορεί κανείς να φάει, αλλά και να ακούσει live μουσική.
Το μενού είναι μικρό και περιεκτικό -πάντα καλό σημάδι. Εννοείται πως στο συγκεκριμένο εστιατόριο ξεκινά κανείς την παραγγελία του με βάση το κρέας, κι έτσι εμείς επιλέξαμε το Porterhouse για δύο άτομα, το οποίο στην τιμή των 40.00 ευρώ το βρίσκω έως και οικονομικό θα έλεγα, καθότι πρόκειται για ένα κομμάτι του ενός κιλού (το οποίο άνετα το κουλαντρίζουν και τρεις κατά τη γνώμη μου.) Τα κρέατα έρχονται πάντοτε ψημένα ακριβώς όπως τα έχετε ζητήσει, πράγμα που, ναι, θα έπρεπε να είναι δεδομένο, αλλά στην Ελλάδα δυστυχώς δεν ισχύει, οπότε στη συγκεκριμένη περίπτωση το θεωρώ προτέρημα για το μαγαζί. Το συγκεκριμένο Porterhouse ήταν εξαιρετικά ζουμερό και γευστικό. Μας έφεραν μάλιστα μαζί να δοκιμάσουμε και τη σος bearnaise, η οποία κανονικά σερβίρεται με το Chateubriand. Και τώρα που είπα Chateaubriand, θυμήθηκα, πρώτον, ότι την επόμενη φορά αυτό θα δοκιμάσω -είναι λιγο ακριβούλι (60 ευρώ για δύο άτομα), αλλά έτσι πάνε αυτά- και δεύτερον μου ήρθε στο μυαλό ένα καταπλητικό μενού επαρχιακής ταβέρνας που είχα επισκεφθεί κάποτε, σύμφωνα με το οποίο το μαγαζί σέρβιρε (κρατηθείτε): "Σατομπριάμ". (Δεν ξέρω τι σας λέει αυτό, πάντως εγώ το φαντάζομαι σαν το γνωστό τουρλού, αλλά λίγο πιο γαλλοποιημένο, ξέρετε, με τα λαχανικά κομμένα julienne και τέτοια, χαχά.)
Εντωμεταξύ, λάβετε υπόψη σας ότι όλα τα κρεατικά στο Meat Square συνοδεύονται από ένα ξεχωριστό πιάτο γεμάτο τούρλα με χειροποίητες, λεπτοκομμένες και τραγανές τηγανητές πατάτες (εκτός βέβαια εάν ζητήσετε εσείς κάτι διαφορετικό). Εξαιρετικό είναι επίσης το μοσχαρίσιο φιλέτο (24 ευρώ τα 250 gr), και ένα πράγμα που απολαμβάνω στο Meat Square είναι πως πρόκειται για ένα από τα λίγα μέρη στην Αθήνα όπου δεν γουρλώνουν τα μάτια οι σερβιτόροι από την αποδοκιμασία όταν ζητάω κάτι rare στο ψήσιμο.
Τα ορεκτικά και οι σαλάτες του Meat Square είναι ελληνικής παραδοσιακής λογικής τα περισσότερα, σερβιρισμένα ίσως λίγο πιο ευρωπαϊκά. Τα "τηγανητά" (9,5 ευρώ), ας πούμε, είναι φέτες κολοκυθάκι και μελιτζάνα, τόσο λεπτοκομμένες που μπορείς να στρίψεις και τσιγάρο μ' αυτές, και ανάλαφρα τηγανισμένες χωρίς έντονη λαδίλα, ενώ συνοδεύονται και από ένα ελαφρύ τζατζίκι. Η ελληνική ντοματοσαλάτα (9,5 ευρώ) είναι πάντοτε γευστική, ενώ η ντομάτα της νόστιμη ακόμα και τον χειμώνα. Συνοδεύεται από κάπαρη, ελιές και ωραιότατη μυζήθρα Κρήτης. Οι χωριάτικες πίτες ημέρας που έχω κατά καιρούς δοκιμάσει (6 ευρώ) είναι επίσης πάντα καλές, όπως και το μοσχαρίσιο carpaccio (12 ευρώ), το μόνο ίσως μη ελληνικό πιάτο του μενού όσον αφορά τα ορεκτικά.
Συμπαθέστατη είναι, τέλος, και η λίστα κρασιού, η οποία προσφέρει και αρκετές επιλογές σε ποτήρι (ο μόνιμος καημός όσων οδηγούν), και μάλιστα σε καλές τιμές. Για παράδειγμα, σε αντίθεση με αρκετά εστιατόρια που επιμένουν να χρεώνουν 6 και 8 ευρώ το ποτήρι (που συνήθως είναι ένα φτηνότατο Αγιωργήτικο για τα κόκκινα και αθήρι ή μοσχοφίλερο για τα λευκά), στο Μeat Square παρήγγειλα ποτήρι Κατώγι Αβέρωφ με 4,5 μόνο ευρώ, ενώ η φιάλη στοιχίζει μόλις 20.
Αλλά επειδή αρκετά το εγκωμίασα, ας πάμε και σε κάποια αρνητικά... Σάββατο βράδυ, το ισόγειο ήταν ΠΑΝΤΕΛΩΣ άδειο. Ενώ αναρωτιόμασταν τι συμβαίνει και απορούσαμε πώς ήταν δυνατόν να έπεσε τόσο η κίνηση σε ένα μαγαζί που σχεδόν πάντα ήταν ασφυκτικά γεμάτο, βλέπαμε να μπαίνει κόσμος και να ανεβαίνει στον επάνω όροφο. Η σερβιτόρα μας πληροφόρησε ότι στον επάνω όροφο θα ξεκινούσε σε λίγο το πρόγραμμα με ζωντανή μουσική κι έτσι μας λύθηκε η απορία. Και ενώ για μία περίπου ώρα (από τις δέκα ως τις έντεκα) ακούγαμε ευχάριστη μουσική σε χαμηλή ένταση, ξαφνικά αρχίζει το νταβαντούρι από επάνω, με ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε Χατζηγιάννη, Πέγκυ Ζήνα και Αντώνη Ρέμο. Μάλιστα. Και ενώ για κάποιους αυτό το ρεπερτόριο μπορεί να είναι παραπάνω από καλοδεχούμενο (προφανώς, για να επιλέγουν τον επάνω όροφο) ενώ τρώνε το φιλέτο τους, οι υπόλοιποι που δεν θέλουν να ακούνε το πρόγραμμα, το λούζονται θέλουν δεν θέλουν. Και μάλιστα, σε συνδυασμό με την ήδη υπάρχουσα μουσική που συνεχίζει να παίζεται από cd, γίνεται ένας τραγικός και αβάσταχτος αχταρμάς ήχων που δεν βγάζει κανένα νόημα και μόνο ευχάριστος δεν είναι. Συνεπώς, κάπως πρέπει να λυθεί αυτό το πρόβλημα, γιατί φαντάζομαι πως αυτός είναι και ο λόγος που ο κάτω χώρος τους μένει άδειος, και είναι κρίμα...

Ετυμηγορία: Πολύ καλά κρεατικά, άριστα ψημένα. Κομψοί χώροι, τόσο στο Κολωνάκι όσο και στο Χαλάνδρι (για τα υπόλοιπα καταστήματα δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα είναι καλόγουστα, αλλά μένει να τα δοκιμάσω).
Κουζίνα: κρέας
Τιμές: 28-50 το άτομο (αναλόγως την παραγγελία)
Διεύθυνση: Ηροδότου 2, Κολωνάκι
Τηλ: 210 72 51 100