Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Εικαστική Γαστρονομία #4: Νικόλαος Γύζης

Ο Νικόλαος Γύζης (1842-1900) είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας ζωγράφος όλων των εποχών -κατά την ταπεινή μου άποψη φυσικά, αν και είμαι σίγουρη ότι πολλοί θα συμφωνήσουν. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού παγκοσμίως, καθότι διέθετε σπάνια ζωγραφική επιδεξιότητα, αν και σε πολλά έργα του παρατηρείται μια εξπρεσιονιστική, ας το πούμε έτσι, τάση απελευθέρωσης από το αυστηρό αυτό πλαίσιο. Ο πίνακας που ακολουθεί είναι ένα από τα άφθονα παραδείγματα από το πλούσιο έργο του Τήνιου ζωγράφου, στα οποίο διαφαίνεται η "ενέργεια" αυτή που άρχιζε να οδηγεί την ευρωπαϊκή ζωγραφική προς τον μοντερνισμό.


Πρόκειται για ένα από τα αγαπημένα μου έργα του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, που δεν είναι, δυστυχώς, από τα πιο γνωστά του, καθώς ανήκει σε ιδιωτική συλλογή, και φέρει τον τίτλο "Ο ζαχαροπλάστης". Ο Γύζης ζωγράφισε την ελαιογραφία αυτή το 1898 κι εγώ την πρωτοείδα στη μεγάλη αναδρομική έκθεσή του που διοργάνωσε η Εθνική Πινακοθήκη πριν δέκα περίπου χρόνια. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που το πρωτοαντίκρισα και το χαμόγελο που σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου στη θέα της τόσο διασκεδαστικής αυτής σκηνής.
Είναι αδύνατο να δει κανείς αυτό το έργο και να μην ξαφνιαστεί με το αναπάντεχο σπάσιμο του σχοινιού που συγκρατούσε το μπουκάλι δεμένο στη μέση του ζαχαροπλάστη, λες και συνέβη μπροστά στα μάτια του, ή να μη λαχταρήσει την τούρτα με το κόκκινο γλάσο που κρατάει και ταυτόχρονα να μην αγχωθεί για την κατάληξή της, ευχόμενος να μην πέσει στο πάτωμα!

Food Quote #14 - James Thurber

Food quote #14

"The most dangerous food is
wedding cake."
("Το πιο επικίνδυνο τρόφιμο είναι η γαμήλια τούρτα."
)


James Thurber (1894 - 1961)
Αμερικανός συγγρα
φέας και καρτουνίστας, γνωστότερος κυρίως για τη συμβολή του με κωμικές ιστορίες και σκίτσα στο περιοδικό New Yorker.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

"The Party" με τον Peter Sellers - Η σκηνή του δείπνου


Μη χάσετε επ' ουδενί το "The Party" με τον Peter Sellers που έχει κυκλοφορήσει σε επανέκδοση και, εδώ και λίγες εβδομάδες, παίζεται σε αρκετούς θερινούς κινηματογράφους.
Η ταινία είναι του 1968 και ο σπουδαίος Βρετανός κωμικός πρωταγωνιστεί σε ρόλο Ινδού ηθοποιού, που έρχεται στο Χόλιγουντ για να παίξει ως κομπάρσος σε μια υπερπαραγωγή εποχής. Αφού σπέρνει την καταστροφή στα γυρίσματα και διαλύει τα σκηνικά της ταινίας, καταλήγει να βρεθεί προσκεκλημένος -από λάθος- στο πάρτι του ζάπλουτου παραγωγού, που γίνεται σε μια μοντέρνα και χλιδάτη βίλα στο Χόλιγουντ. Ακολουθεί -φυσικά- ένα χάος, με ατελείωτα γκαγκ και άφθονες ξεκαρδιστικές στιγμές.
Η αγαπημένη μου είναι φυσικά η σκηνή του δείπνου, όπου ο Σέλερς δεν έχει καρέκλα (αφού περισσεύει) και του δίνουν ένα κοντό σκαμπό για να καθίσει, με αποτέλεσμα να κάνει πάλι ένα σωρό γκάφες, ενώ ένας από τους σερβιτόρους, που έχει γίνει στουπί στο μεθύσι -εξαιτίας του Σέλερς, και πάλι- κάνει κι αυτός τα δικά του...



Η στιγμή που με κάνει να λιώνω είναι στο 08:20'', όταν το κοτόπουλο του Σέλερς εκσφενδονίζεται και καρφώνεται πάνω στον ψεύτικο κότσο της απέναντι ξανθιάς συνδαιτημόνα, η οποία δεν πτοείται και συνεχίζει να τρώει ανενόχλητη...

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Εικαστική Γαστρονομία #3: Andy Warhol

Ένα από τα διασημότερα μοτίβα της pop art είναι οι κονσέρβες τοματόσουπας Campbell's που απαθανάτισε ο διάσημος Αμερικανός καλλιτέχνης Andy Warhol σε αμέτρητες version, κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970.
Το πρώτο έργο στο οποίο ο Warhol χρησιμοποίησε τη σούπα Campbell's τιτλοφορείται Campbell's Soup Cans και το δημιούργησε το 1962 (βλ. κάτω).


Αποτελείται από 32 μεταξοτυπίες τυπωμένες σε καμβά, οι οποίες απεικονίζουν μία κονσέρβα τοματόσουπας Campbell's. Στόχος του Warhol ήταν να μιμηθεί τον αυτοματοποιημένο, μηχανικό τρόπο παραγωγής εμπορικών προϊόντων και για τον λόγο αυτό χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη τεχνική και τρόπος παρουσίασης του έργου του.
Το έργο, που εκτέθηκε αρχικά στην πρώτη ατομική έκθεση του Andy Warhol, στη Ferus Gallery του Λος Άντζελες και σήμερα βρίσκεται στο MOMA της Νέας Υόρκης, θεωρείται σταθμός για τη διαμόρφωση της pop art αισθητικής.
Ο συνδυασμός της ημι-αυτοματοποιημένης διαδικασίας παραγωγής του έργου, του μη-ζωγραφικού στυλ και του εμπορικού του θέματος έγινε αιτία να ασκηθεί σκληρή κριτική στον Warhol, και τα κίνητρά του ως καλλιτέχνη αμφισβητήθηκαν έντονα -και συνεχίζουν να αμφισβητούνται και σήμερα.
Ο Warhol αργότερα παρήγαγε πολλά έργα με θέμα την περίφημη τοματόσουπα, απομακρυνόμενος σταδιακά από την απλή απεικόνισή της επί του καμβά και επιλέγοντας άλλους τρόπους αναπαράστασής της, όπως γλυπτά, κατασκευές κι εγκαταστάσεις.















Όσον αφορά τώρα το γιατί ο Warhol επέλεξε την τοματόσουπα Campbell's που έμελλε να γίνει τελικά το επίκεντρο του έργου του, κυκλοφορούν διάφορες ιστορίες. Σύμφωνα με μία από αυτές, όταν αποφάσισε να παραιτηθεί από την τέχνη των comic strips, ένιωθε ότι χρειαζόταν να βρει ένα ζωγραφικό θέμα προς απεικόνιση, και τότε, μία βοηθός του τού πρότεινε την ιδέα της τοματόσουπας, όπως επίσης και του αμερικανικού δολαρίου, το οποίο επίσης χρησιμοποίησε σε πίνακές του. Η Muriel Latow -η βοηθός- συγκεκριμένα, του είχε πει να χρησιμοποιήσει "κάτι που το ξέρουν όλοι και είναι εύκολα αναγνωρίσιμο, όπως οι κονσέρβες με τοματόσουπα Campbell's" και ο Warhol ενθουσιάστηκε με την ιδέα της. Σύμφωνα με μία άλλη ιστορία, ο ίδιος ο Warhol, όταν είχε ερωτηθεί κάποτε γιατί επέλεξε το συγκεκριμένο θέμα, απάντησε ότι λάτρευε την τοματόσουπα Campbell's και ότι τρεφόταν με αυτήν καθημερινά επί 20 χρόνια. Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρίες διαφόρων συνεργατών του, τα γεύματα του Warhol αποτελούνταν σταθερά από τοματόσουπα Campbell's και Coca-cola, οπότε η πιο πειστική εξήγηση είναι απλούστατα ότι ο ιδιόρρυθμος καλλιτέχνης αντλούσε την έμπνευσή του από ένα προϊόν το οποίο αγαπούσε πολύ. Άσε που επιβεβαιώνεται και η κλασική μου θεωρία-πασπαρτού, ότι όλοι κατά βάθος είμαστε κοιλιόδουλοι και ότι κινητήρια δύναμη του πλανήτη είναι όχι το σεξ, ούτε το χρήμα, αλλά το στομάχι.
Για την ιστορία, ο Warhol δεν πήρε ποτέ χρήματα από την εταιρεία Campbell's, παρόλο που του έγιναν αρκετές προτάσεις και παρόλο που την εποχή εκείνη οι πωλήσεις της συγκεκριμένης σούπας αυξήθηκαν κατακόρυφα χάρη στα έργα του...

Y.Γ. Παρεμπιπτόντως, οφείλω να ομολογήσω ότι η ετοιματζίδικη ντοματόσουπα αποτελεί ένοχη απόλαυσή μου και γαστρονομική μου εμμονή όταν δεν έχω χρόνο να μαγειρέψω. Ο Άντι είχε τα δίκια του.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Εστιατόριο Square Sushi στο Κεφαλάρι


Έχει επικρατήσει η άποψη ότι το sushi είναι ακριβό χόμπι, όμως, κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν είναι απαραίτητο. Έχουμε συνηθίσει σε μια λανθασμένη -και στην τελική, ανθυγιεινή κιόλας- νοοτροπία ότι, όταν βγαίνουμε έξω για φαγητό, πρέπει να τρώμε μέχρι σκασμού, και αυτή την αντίληψη πολλές φορές την επιβάλλουν και οι εστιάτορες, με το να επιμένουν πιεστικά να παραγγείλουμε περισσότερα πράγματα, ή να πάρουμε σώνει και καλά επιδόρπιο. Στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου, ωστόσο, δεν θεωρείται καθόλου κατακριτέο να πάει κάποιος σε ένα εστιατόριο και να παραγγείλει μονάχα ένα πιάτο... Κάτι μου λέει ότι στο επόμενο διάστημα, όσο σφίγγουν τα ζωνάρια, θα αρχίσει να εφαρμόζεται όλο και περισσότερο αυτή η πολιτική, την οποία προσωπικά εγώ εφαρμόζω αρκετά τελευταία. Καθώς η αγοραστική αξία του μισθού σταδιακά όλο και μειώνεται, αποφάσισα ότι το χόμπι της εστίασης θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα κόψω από τη λίστα των μηνιαίων απολαύσεων που επιτρέπω στον εαυτό μου, ωστόσο, υπάρχουν πολλοί τρόποι να περιοριστούν τα έξοδα χωρίς μεγάλες θυσίες. Και το sushi είναι ένας από αυτούς. Αφού με το sushi είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να φας μέχρι σκασμού (για να το πετύχεις αυτό, θα έπρεπε να φας το βάρος σου σε sushi, πράγμα που ισοδυναμεί με αρκετές ράβδους χρυσού, εδώ που τα λέμε), το παίρνεις απόφαση εκ των προτέρων και λες, θα βγω για sushi, θα βγω δηλαδή για να τσιμπήσω. Πράγμα και που έκανα το τελευταίο διάστημα -και μάλιστα δύο φορές- στο εστιατόριο Square Sushi, στο Κεφαλάρι, και σας πληροφορώ ότι το ευχαριστήθηκα αφάνταστα.
Διότι στις σουσερί, δεν ισχύει ο κανόνας της παραγγελίας ορεκτικού/σαλάτας/κυρίως πιάτου/κρασιού που επιβάλλεται σχεδόν καταναγκαστικά σε όλα τα άλλα είδη εστιατορίων. Με δύο-τρία είδη σούσι, λοιπόν, ξεγελάς την πείνα σου και κάνεις και την έξοδό σου και το κέφι σου και δεν πληρώνεις μια περιουσία.
Στο Square Sushi, λοιπόν, του οποίου και το εσωτερικό είναι ωραιότατο, κομψό και μίνιμαλ για όσους θέλουν να καθίσουν μέσα, αλλά και η αυλή πράσινη, δροσερή και κρυμμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών, οι επιλογές είναι άφθονες. Απ' όλα έχει ο μπαξές, και για αρχάριους και διστακτικούς πελάτες, αλλά και για φανατικούς sushi lovers.
Tην πρώτη φορά, δοκιμάσαμε μια chicken corn onion soup (5.20 ευρώ) για αρχή, που ήταν ωραιότατη, και μια tempura λαχανικών -κολοκύθι και καρότο είχε, αν θυμάμαι καλά (6.70 ευρώ), που ήταν καλοτηγανισμένη και αφράτη. Οι σούπες και η tempura, επί τη ευκαιρία, είναι ένας καλός τρόπος να αρχίσει κανείς ένα γεύμα με sushi, διότι πιάνουν τόπο στο στομάχι. Συνεχίσαμε με spicy sake maki (7.10 ευρώ, 6 τμχ.), που ήταν καλοφτιαγμένο, αν και υπερβολικά spicy για τα γούστα μου (σε κάποια φάση δάκρυσα, και όχι, δεν ήταν δάκρυα ευτυχίας). Το crab temaki (sushi σε ένα χωνάκι από φύκι, 1 τμχ, 4.90 ευρώ) ή αλλιώς και "σουσόγυρο"- χαχά, ήταν άψογο σε γεύση, όπως και το maguro nigiri (τόννος, δύο τμχ, 6.40 ευρώ), που έχω καταλήξει ότι είναι το αγαπημένο μου σουσόψαρο και ότι -για τη μέγιστη απόλαυση- τον προτιμώ nigiri ή sashimi και όχι σε roll.
Στη δεύτερη επίσκεψη, επιτεθήκαμε ξανά στη vegetarian tempura -είπαμε, πιάνει τόπο. Στη συνέχεια, εφάρμοσα τη νέα μου τεχνική παραγγελίας sushi, που έχει ως εξής: από τα τρία πιάτα sushi που θα παραγγείλω, φροντίζω τα δύο να είναι "σιγουράκια" και στο τρίτο πρωτοτυπώ. Έτσι, αυτή τη φορά, πήραμε alaskan rolls (6.50 ευρώ), ένα δυτικότροπο inside-out ρολό maki με σολομό, αβοκάντο και αγγούρι, που έχει εγγυημένη επιτυχία και ξέρεις ότι δεν θα σου βγει κουλό. Το δεύτερο γκανιάν ήταν το red maki (6 τμχ, 6.60 ευρώ), με τόννο, φρέσκο κρεμμυδάκι, αγγούρι και ροζ ρύζι, που ήταν επίσης σούπερ. Και στο τρίτο, όπου και πρωτοτύπησα, έκανα το μεγάλο βήμα και πήρα nigiri με uni (10.50, δύο τμχ), δηλαδή αχινό. Το θάρρος μου με επιβράβευσε, γιατί ήταν πραγματικά πεντανόστιμο και αν και κυριολεκτικά μία μπουκιά, άξιζε τα λεφτά της 100%. Με το σύστημα αυτό, που το εφαρμόζω σε όλα τα εστιατόρια με εθνικές κουζίνες με τις οποίες δεν είμαι απόλυτα εξοικειωμένη, μειώνω το ρίσκο αποτυχίας, χωρίς να αποκλείω τη δυνατότητα να δοκιμάζω και από κάτι καινούργιο κάθε φορά. Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα! Την επόμενη φορά έχω βάλει στο μάτι το ikura (nigiri με αυγοτάραχο σολομού), ενώ το προσωπικό μου Everest αποτελούν τα πάσης φύσεως rolls ή nigiri με χέλι, τα οποία κάθε φορά επιδιώκω να παραγγείλω, αλλά κανείς δεν θέλει να τα μοιραστεί μαζί μου κι εγώ παραείμαι κότα για να το τολμήσω μόνη μου. Κάποια στιγμή θα το κάνω, όμως. (Αφού, βέβαια, έχω δοκιμάσει πρώτα όλα τα υπόλοιπα πιάτα του καταλόγου!) Και τότε, θα μπορώ να πω υπερήφανα, σαν τον Ross Geller, "Aaaah! Unagi!".
Όλα αυτά, λοιπόν, τα μοιραστήκαμε δύο άτομα και, αν και απείχαμε πολύ από το να χορτάσουμε, δεν θα έλεγα ότι αισθάνθηκα πεινασμένη μετά από αυτό και, όχι, δεν εκπλήρωσα το κλισέ του Ελληνάρα που χτυπάει ένα πιτόγυρο μετά το σούσι για να στανιάρει. Αντιθέτως, πληρώσαμε και τις δύο φορές κάτω από 20 ευρώ το άτομο (σπάνιο φαινόμενο, ακόμα και για τις ταβέρνες πλέον στην πόλη μας), κάναμε τη βόλτα μας και φύγαμε ευχαριστημένοι...

Τιμές: Για ένα πλήρες γεύμα, γύρω στα 30-35 ευρώ το άτομο. Μπορείτε, όμως, άνετα να τη βγάλετε και με λιγότερα και αν κάποιος σερβιτόρος σας στραβοκοιτάξει, blame it on the crisis.
Κουζίνα: sushi
Σέρβις: Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Το προσωπικό έχει την τάση να ξεχνάει λίγο.
Διεύθυνση: Δηληγιάννη 56, Κεφαλάρι.
Τηλ: 210 80 81 881

Και λίγα trivia, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.
Πρώτον, εάν είστε αρχάριοι στο sushi, για να μη νιώθετε σαν χαζοί όταν παραγγέλνετε, κάντε λίγο homework: σε αυτό εδώ το καταπληκτικό site, μπορείτε να βρείτε την προφορά πολλών βασικών λέξεων που αφορούν το sushi, ηχογραφημένες από Ιάπωνες. Στη σελίδα αυτή, ας πούμε, μπορείτε να ακούσετε τη λέξη nigiri.
Επίσης, για να μην απορείτε τι είναι όλα αυτά τα περίεργα συμπράγκαλα που συνοδεύουν το sushi σας, ιδού μερικές βασικές οδηγίες:
Το μικρό πιατάκι που θα βρείτε στο τραπέζι σας είναι για τη σάλτσα σόγιας. Το γεμίζετε και πιάνετε το sushi με το χέρι ή με τα chopsticks σας. (Στην Ιαπωνία, το μόνο είδος που επιβάλλεται να τρώγεται με chopsticks είναι το sashimi.)
Το πρωτόκολλο υπαγορεύει να βουτάμε το sushi ανάποδα στη σόγια, διότι η σόγια προορίζεται για το επάνω μέρος του sushi (τη γαρνιτούρα, δηλαδή) και όχι για το ρύζι, αφού εάν αυτό βουτηχτεί στη σάλτσα θα μουσκέψει και θα διαλυθεί (ειδικά αν πρόκειται για nigiri). Ο κανόνας λέει ότι αν δεν μπορούμε να το γυρίσουμε ανάποδα, τότε παίρνουμε με τα chopsticks μια φέτα τζίντζερ, τη βουτάμε στη σόγια και με αυτή αλείφουμε το sushi μας, χρησιμοποιώντας την σαν πινέλο. Ο ρόλος του τζίντζερ, κατά τα άλλα, είναι να καθαρίζει τον ουρανίσκο μας ανάμεσα στα διαφορετικά είδη sushi και όχι να τρώγεται ταυτόχρονα με το sushi.
Eάν θέλουμε να προσθέσουμε λίγο wasabi στο sushi μας, παίρνουμε μια μικρή ποσότητα (Λίγη, λέμε. Καίει!) με τη μύτη του chopstick και την εναποθέτουμε επάνω στο sushi. Σε καμία περίπτωση δεν βουτάμε το wasabi μέσα στη σάλτσα σόγιας, διότι αφενός είναι μεγάλο faux-pas για τους Ιάπωνες και αφετέρου έτσι αμβλύνεται η γεύση του wasabi.
Τα chopsticks, όταν δεν τα χρησιμοποιούμε, τα ακουμπάμε στο sushi rest. Εάν θέλουμε να μεταφέρουμε sushi από ένα πιάτο που μοιραζόμαστε όλοι στο τραπέζι προς το πιάτο μας, το κάνουμε με τα chopsticks και συγκεκριμένα με τη φαρδιά τους άκρη και όχι με αυτή που βάζουμε στο στόμα μας, κάτι που θεωρείται μεγάλη αγένεια.
Εάν θέλουμε να προσφέρουμε sushi σε κάποιον άλλο, του δίνουμε το πιάτο για να πάρει μόνος του και ποτέ δεν πιάνουμε sushi με τα chopsticks για να του το βάλουμε στο πιάτο του, καθώς αυτή η κίνηση παραπέμπει στο συμβολικό "πέρασμα" των οστών του νεκρού στις παραδοσιακές κηδείες. Επίσης, δεν καρφώνουμε το sushi με τα chopsticks σαν να ήταν πηρούνια, καθώς αυτό παραπέμπει και πάλι σε πρακτικές των ιαπωνικών κηδειών.
Τέλος, το sushi, κανονικά, πρέπει να έχει το μέγεθος μίας μπουκιάς, έτσι ώστε να μην αναγκάζεσαι να το δαγκώσεις. Το πρωτόκολλο λέει ότι μέχρι δύο μπουκιές είναι αποδεκτές, ωστόσο, σεφ που κάνουν τα sushi τεράστια, προσθέτοντας είτε υπερβολικά πολύ ρύζι είτε υπερβολική ποσότητα γαρνιτούρας, δεν θα έπρεπε να λένε ότι κατέχουν την τέχνη του sushi, καθώς το σωστό τύλιγμα και σερβίρισμα του sushi είναι το άλφα και το ωμέγα.

Y.Γ. Λέτε να εφαρμόζει και ο Γιώργος ο Πρωθυπουργός (που λένε και στο Ράδιο Αρβύλα), ο οποίος εθεάθη πριν λίγες ημέρες να δειπνεί σε πολυτελές σουσάδικο του Λονδίνου, την τεχνική παραγγελίας λιτότητας που εφαρμόζω κι εγώ; Πολύ αμφιβάλλω. Στη φωτό δεξιά, ο πρωθυπουργός στην εν λόγω σουσερί. Εδώ, μπορείτε να διαβάσετε σχετικό άρθρο από τη Lifo.

Y.Γ.2 Η φωτογραφία του Square Sushi είναι από το qubo.gr

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Εικαστική γαστρονομία #2: René Magritte

Κι εκεί που έσπαγα το κεφάλι μου τόσες μέρες για το ποιο θα ήταν το πρώτο έργο τέχνης εμπνευσμένο από τον κόσμο της γαστρονομίας που θα έπρεπε να σας παρουσιάσω, μου ήρθε η τέλεια ιδέα.


Ο René Magritte (1898-1967), ο σπουδαίος αυτός Βέλγος σουρεαλιστής (που προσωπικά τον θεωρώ ανώτερο από τον Dali, εντάξει, λιθοβολήστε με, μια γνώμη είπα) είχε αφενός ένα φετίχ με τα μήλα και αφετέρου εμμονή με τις πάσης φύσεως σουρεαλιστικές εικαστικές σπαζοκεφαλιές και οφθαλμαπάτες χωρίς σαφές νόημα. Ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στο καλλιτεχνικό του έργο ήταν η απεικόνιση τετριμμένων, καθημερινών αντικειμένων με τυποποιημένο, κωδικοποιημένο τρόπο.
Ένα από τα πιο διάσημα έργα του είναι το "Ceci n' est pas une pomme" (1964), ένας πίνακας που απεικονίζει ένα μήλο και φέρει την ομότιτλη επιγραφή, η οποία σημαίνει, "Αυτό εδώ δεν είναι ένα μήλο". Η εξήγηση είναι απλή: ο καλλιτέχνης ήθελε απλώς να δηλώσει ότι αυτό που έχει ζωγραφίσει δεν είναι ένα πραγματικό μήλο, αλλά η δισδιάστατη απεικόνισή του. Εν ολίγοις, το έργο τέχνης δεν μπορεί να αντικαταστήσει το πραγματικό αντικείμενο, όσο πιστή και ρεαλιστική και αν είναι η ζωγραφική του αναπαράσταση...

Which was exactly
my point. Το έργο τέχνης που αναπαριστά ένα φρούτο, ένα γλύκισμα, ακόμα κι ένα ολόκληρο, πλουσιοπάροχο γεύμα, είτε έχει αποδοθεί ρεαλιστικά κι αποτελεί πιστό αντίγραφο του αληθινού αντικειμένου, είτε έχει αποδοθεί ελεύθερα και αφαιρετικά, στόχος του είναι να φέρει συνειρμικά στο μυαλό το πραγματικό αντικείμενο κι έτσι μπορεί πράγματι να γίνει επιθυμητό, έως και λαχταριστό για τον θεατή του έργου. Δεν παύει, όμως, να είναι ένα αντίγραφο.
Τι προσπαθώ να πω; Εμπνευστείτε από τα έργα τέχνης και κυνηγήστε την πραγματική απόλαυση, αυτή του ουρανίσκου, που δεν αντικαθίσταται από τίποτα άλλο, η ρημάδα!

Το μήλο (της έριδος), σταδιακά, έλαβε μνημειώδεις διαστάσεις στο έργο του Magritte. Το χρησιμοποίησε σε πάρα πολλούς πίνακές του, τις περισσότερες φορές πράσινο, άλλοτε να αιωρείται στον ουρανό σαν μικρός πλανήτης, άλλοτε να καλύπτει το πρόσωπο ενός άντρα με καπέλο/alter ego του ίδιου του καλλιτέχνη (άλλο επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του αυτό), άλλοτε να γίνεται ένα γλυπτό από πέτρα σμιλευμένο κατευθείαν πάνω σε έναν βράχο και άλλοτε να αποκτά γιγάντιες διαστάσεις και να γεμίζει ασφυκτικά ένα ολόκληρο δωμάτιο.
























Η χρήση του είναι, φυσικά, πάντοτε συμβολική, ωστόσο ποτέ δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρη. Πάντοτε μπορούν να δοθούν ατέλειωτες ερμηνείες, πράγμα που είναι, τελικά, και η γοητεία του σουρεαλισμού. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει και για τη γαστρονομία; Ένα συστατικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί με εκατομμύρια τρόπους, σε συνδυασμό με εκατομμύρια άλλα συστατικά, για τη δημιουργία ανεξάντλητων συνταγών, που σε κάθε ουρανίσκο θα δημιουργήσουν και διαφορετικές εντυπώσεις...

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Εικαστική γαστρονομία #1: Paul Cézanne

Εδώ και καιρό τριγύρναγε στο μυαλό μου η ιδέα να κάνω μια εκτεταμένη ανάρτηση με έργα τέχνης που απεικονίζουν τρόφιμα ή εμπνευσμένα από τη γαστρονομία, αλλά όλο και το ανέβαλα γιατί είναι, πραγματικά, τόσο πολλά, που δεν ήξερα πώς να καταπιαστώ με το θέμα. Να τα ταξινομήσω χρονολογικά, δημιουργώντας κάτι σαν ιστορία τέχνης μέσα από το φαγητό; Να τα ταξινομήσω θεματικά; Ανά καλλιτέχνη; Και τέλος πάντων, πόσες σελίδες θα είχε αυτό το αναθεματισμένο post; Και τότε, μου ήρθε η επιφοίτηση!
Με μεγάλο ενθουσιασμό, σας παρουσιάζω, λοιπόν, το "Εικαστική γαστρονομία", μια σειρά από posts, στα οποία κάθε φορά θα παραθέτω έναν πίνακα, ένα γλυπτό, μια εγκατάσταση, ένα εικαστικό έργο τέχνης, τελοσπάντων, με θέμα το φαγητό.
Προβληματίστηκα αρκετά για να αποφασίσω ποιο θα ήταν το πρώτο έργο, γιατί είναι πολλά αυτά που ανυπομονώ να μοιραστώ μαζί σας. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι το καλοκαιράκι έχει μπει για τα καλά, κι έτσι αποφάσισα να το καλωσορίσω με ένα έργο του σπουδαίου μετα-ιμπρεσιονιστή Γάλλου ζωγράφου, Paul Cézanne, τη "Νεκρή φύση με κεράσια και ροδάκινα".


Tι πιο χαρακτηριστικά καλοκαιρινό από τα φρούτα; Ένα-ένα ξεκινούν να ωριμάζουν, το καθένα με τη σειρά του, έχουν κι αυτά το χρονοδιάγραμμά τους και λατρεύω να τα περιμένω να φτάσουν στο αποκορύφωμά τους, στην πιο γλυκιά στιγμή τους. Τα πορφυρά κεράσια έρχονται πρώτα, μικρά, στρογγυλά και γυαλιστερά, τα πετάς μες το στόμα ένα-ένα και τα πιπιλίζεις ώσπου να βγάλεις το κουκούτσι, αν είσαι στην εξοχή το φτύνεις κάτω κάτω κι εύχεσαι να φυτρώσουν κερασιές, και παράλληλα χαζεύεις τα πιτσιρίκια να τα πασαλείβουν απτόητα στα ρούχα τους και να τα κρεμάνε από τα αυτιά σαν σκουλαρίκια... Τα ροδάκινα κι οι γιαρμάδες ακολουθούν, με την ανατριχιαστικά χνουδωτή φλούδα και τη ζουμερή, γλυκιά σάρκα τους, που όταν τη βάζεις σε γλυκό και την τρως ψητή, αποκτά μια απίθανη, ελαφρώς ξινούτσικη γεύση... Και μετά, έρχονται τα πεπόνια και τα καρπούζια, που τα σφαλιαρίζεις κι αφουγκράζεσαι, μπας και καταλάβεις από τον ήχο που κάνουν αν είναι καλά, ξεπατώνεσαι να τα κουβαλάς με ζήλο από τις λαϊκές και τα σουπερμάρκετ, αρχίζεις ανυπόμονος να τα τρως πριν φτάσουν στο αποκορύφωμά τους κι απογοητεύεσαι όταν σου βγαίνουν μάπα, νερουλά και άνευρα, αλλά όταν είναι καλά -αχ, όταν είναι καλά!- απλώς δεν μπορείς να σταματήσεις να τρως, σαν να μην υπάρχει αύριο... Και τέλος, τα σταφύλια, μαύρα και άσπρα, που τα απολαμβάνεις σπάζοντας μία-μία τις ρώγες με τα δόντια κι αφήνοντας τον χυμό τους να πλημμυρίσει το στόμα σου, τις ήσυχες μέρες των διακοπών του Αυγούστου, νωχελικά, στο μπαλκόνι, στην παραλία, λιώνοντας από τη ζέστη... Ανυπομονώ!

Υ.Γ. Το έργο έχει ζωγραφιστεί μεταξύ του 1885 και του 1887 και σήμερα βρίσκεται στη συλλογή του Los Angeles County Museum of Art (LACMA). Εδώ, μπορείτε να το μεγενθύνετε και να το δείτε με λεπτομέρεια.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Feta me pswmi από τον So Tiri

Μερικά πράγματα πρέπει απλώς να τα μοιράζεσαι για να φτιάχνεις τη μέρα των άλλων! Εμένα πάντως, η φίλη που μου το έστειλε μου έφτιαξε 100% τη μέρα και από την ώρα που το άκουσα απλώς δεν μπορώ να σταματήσω να το ακούω και να γελάω μόνη μου με τους φοβερούς στίχους...
Πρόκειται για μια παρωδία του "Down On Me" του 50 Cent, από τον So Tiri, με τίτλο "Feta me Pswmi". Ο δημιουργός του, Billy Anastasiou, είναι ένας Ελληνοαμερικανός που ζει στην Αστόρια και -απ' ό,τι καταλαβαίνω- στόχος του ήταν να εκθειάσει/εξυμνήσει/αποθεώσει το αγαπημένο του ελληνικό τυρί, το οποίο, πώς να το κάνουμε, πάει με όλα, βρε αδερφέ, και κάποιος έπρεπε να το πει επιτέλους!



Ειλικρινά, το "Φέτα με μπουρεκί/Φάε λίγο φέτα με μπιφτεκί/Ω φέτα σ' αγαπώου ουόου ουόου ουόου", στο 1'48'', απλώς με ξεραίνει.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Εστιατόριο Jamon Pintxos Bar στο Γκάζι

'Οπως όλες οι μόδες, έτσι κι αυτή των tapas στην Αθήνα, δεν κράτησε πάρα πολύ. Πριν καμία οκταετία, τα ταπατζίδικα ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια εδώ κι εκεί, σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, αλλά όπως ξεφύτρωσαν, το ίδιο γρήγορα αποσύρθηκαν και πλέον δεν έχουν απομείνει παρά δύο-τρία. Τι φταίει; Η κλασική αισχροκέρδεια που μάλλον την έχουμε στο πετσί μας ως λαός, εγώ άλλη εξήγηση δεν βρίσκω. Διότι εκεί που η λογική των ισπανικών tapas υπαγορεύει "τσιμπολόγημα" σε χαμηλές τιμές για να συνοδεύσεις το κρασί σου, ο έξυπνος ο Έλληνας επιχειρηματίας σου λέει, "Ας γεμίσω λίγο παραπάνω το πιατάκι, να χορταίνει το μάτι, κι ας χρεώσω τιμές πενταπλάσιες, γιατί είμαι large σε όλα μου!"... Φταίει, βέβαια, και η πελατεία, διότι ναι μεν ο Έλληνας επιχειρηματίας βαράει τις τιμές, αλλά κι ο Eλληνάρας πελάτης/κοιλιόδουλος αντίστοιχα, θέλει όταν βγει, να φάει, να χορτάσει μέχρι αηδίας, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι απλώς θα τσιμπήσει. Κάτι σαν τον Παπαγιαννόπουλο, δηλαδή, στην περίφημη σκηνή από την ταινία "Ο αχόρταγoς" (βλ. βίντεο).



Και κάπως έτσι, φτάσαμε να πληρώνουμε τα μαλλιοκέφαλά μας, δηλαδή ολάκερα δεκαπεντάευρα, για μικρές μπουκίτσες που δεν θα έπρεπε να χρεώνονται πάνω από 5-6 ευρώ... Ε, πώς να μην κατεβάσουν ρολά; Το Jamon Pintxos Bar, όμως, φαίνεται να ακολουθεί πιστά την παράδοση των tapas, ή μάλλον pintxos (προφέρεται "πίντσος"), που είναι το βάσκικο όνομα των τερψιλαρύγγιων μεζεδακίων. Ίσως επειδή ο ιδιοκτήτης του είναι όντως Βάσκος; Πιθανότατα. Η ουσία είναι ότι στο μικρό χώρο του Jamon, που στο παρελθόν ήταν κρεοπωλείο, θα βρείτε, καταρχάς, μια βιτρίνα γεμάτη pintxos για να διαλέξετε μόνοι σας. Χρεώνονται 1,75 ευρώ το κομμάτι, βάζετε όσα θέλετε στο πιάτο σας, τα δίνετε να σας τα ψήσουν και τα παραλαμβάνετε προς κατανάλωση. Η ποικιλία είναι αρκετά μεγάλη, και κάθε τόσο βγαίνουν φρέσκα. Εμείς διαλέξαμε ένα με jamón, brie και φραγκοστάφυλο, ένα με λουκάνικο txistorra, λιαστή ντομάτα και πράσινη ελιά κι ένα με lomo, manchego και μάνγκο, και τα τρία απολύτως yummy. Μπορείτε επίσης να διαλέξετε κάποιο από τα σαντουιτσάκια του καταλόγου, που σερβίρονται στο μέγεθος bocadillo (5 ευρώ) ή chiquitos (2,5 ευρώ). Αυτό με το jamón serrano, τη γραβιέρα και τα καραμελωμένα κρεμμύδια που πήρα εγώ ήταν συμπαθητικό, αν και τα καραμελωμένα κρεμμύδια είναι κάτι που, έτσι κι έχει φτιαχτεί πολλή ώρα πριν, χάνει την ωραία υφή του και λαπαδιάζει...
Η wine list έχει κι αυτή αρκετή ποικιλία, με την κόκκινη σαγκρία και τη λευκή αφρώδη σαγκρία να πρωταγωνιστούν στα περισσότερα τραπέζια. Εμείς, ωστόσο, διαλέξαμε ένα ποτήρι tempranillo (εισαγωγής του καταστήματος), που ήταν συμπαθέστατο σε γεύση και σε τιμή (5 ευρώ), αν και κάπως πιο ζεστό από ό,τι σήκωνε η μέρα.
Από τα tapas, επιλέξαμε το λουκάνικο chorizo herradura picante με σως tomatilla (8,50 ευρώ), που ήταν αρκετά απογοητευτικό: αλμυρό σε βαθμό λύσσας (το chorizo είναι ούτως ή άλλως πολύ αλμυρό, οπότε το πιάτο δεν χρειάζεται έξτρα αλάτι), με τις χοντροκομμένες φέτες του λουκάνικου να καλύπτονται από μια σάλτσα από ντοματάκι, χωρίς κανένα άλλο υλικό που να δώσει έναν ιδιαίτερο γευστικό τόνο, ψημένα απλώς μέσα σε ένα πήλινο σκεύος. Η paella marinera (10 ευρώ) ήταν επίσης απογοητευτική: στον αντίποδα του chorizo, αυτή ήταν παντελώς ανάλατη και το ρύζι ήταν παραβρασμένο, η χαρακτηριστική γεύση του σαφράν ήταν ανύπαρκτη (ίσως και το κίτρινο χρώμα να ήταν απλώς τεχνητό food coloring - δεν παίρνω κι όρκο) και χωρίς την τραγανή λεπτή κρούστα επάνω-επάνω, που κάνει τελικά την paella να ξεχωρίζει από ένα απλό πιλάφι... Για την ποσότητα του ρυζιού, που ήταν μεγάλη, τα θαλασσινά ήταν υπερβολικά λίγα: δύο γαρίδες, δύο ροδέλες καλαμαριού και δύο μύδια; Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ποσότητα δεν κάνει και την ποιότητα.
Την απογοήτευσή μου από τα tapas, ευτυχώς, ήρθαν να σβήσουν τα churros con chocolate (5.50 ευρώ), που ήταν -ναι, το ομολογώ- και ο κύριος λόγος που λαχταρούσα να έρθω στο Jamon Pintxos Bar. Το churro, αυτό το αγαπημένο γλύκισμα των Ισπανών, που είναι εξαιρετικά δημοφιλές και σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, είναι ένα μπαστουνάκι από ζύμη που τηγανίζεται -παρόμοια με αυτή των λουκουμάδων ή των donuts- και είτε τρώγεται σκέτο, πασπαλισμένο με μπόλικη ζάχαρη, είτε σερβίρεται με ένα κουπάκι λιωμένης σοκολάτας, για κολασμένες βουτιές, όπως στην περίπτωση του Jamon Pintxos Bar. Για κάποιο περίεργο λόγο, αν και τόσο χαρακτηριστικό επιδόρπιο όλων των ισπανόφωνων χωρών, δεν το έχω βρει να σερβίρεται σε κανένα από τα ισπανικά ή μεξικάνικα εστιατόρια της πόλης μας που έχω δοκιμάσει. Το είχα καταβροχθίσει μετά μανίας κάμποσες φορές μονάχα στο Barceloneta της Κηφισιάς, που δυστυχώς φέτος έκλεισε. To churro con chocolate του Jamon ήταν, λοιπόν, πολύ καλό, αν και θα το ήθελα λιγάκι πιο αφράτο. Ωστόσο, ένα churro είναι πάντα ένα churro, και η λιωμένη σοκολάτα είναι πάντα λιωμένη σοκολάτα, οπότε όπως καταλαβαίνετε, εξαφανίστηκε σε χρόνο dt...
Για να συνοψίσω, τώρα, το Jamon Pintxos Bar είναι ένα ενδιαφέρον μαγαζάκι, που όμως σηκώνει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης για να πεις ότι αξίζει να το κάνει κανείς στέκι του, τόσο στον τομέα της γεύσης, όσο και σ' αυτόν της ατμόσφαιρας και του περιβάλλοντος. Ο χώρος είναι συμπαθητικός και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του είναι φυσικά το τεράστιο ψυγείο/βιτρίνα με τα jamon να κρέμονται το ένα δίπλα στο άλλο από τσιγκέλια στο ταβάνι. Το λευκό πλακάκι σε τοίχους και πάτωμα, που καλύπτει όλο το μαγαζί, όμως, δεν θα μπορούσε να αντικατασταθεί κάποια στιγμή από κάτι που να μη θυμίζει τόσο χαρακτηριστικά είδη υγιεινής από το Praktiker; Το προσωπικό κάνει φιλότιμες προσπάθειες να εξυπηρετήσει τον κόσμο, αλλά οι τρελοί ρυθμοί με τους οποίους τρέχει πάνω-κάτω, είναι κάπως αγχωτικοί και δεν σε αφήνουν να χαλαρώσεις, ειδικά επειδή ο χώρος είναι μικρός και νιώθεις διαρκώς κάποιον να σε σκουντάει περνώντας με έναν τεράστιο δίσκο από πάνω σου, με τα pintxos έτοιμα να προσγειωθούν στο κεφάλι αντί για το στομάχι σου... Αν επισκεφθείτε το Jamon, από τις γευστικές προτάσεις του θα σας συμβούλευα να επιλέξετε οπωσδήποτε πολλά pintxos, που είναι σίγουρα νόστιμα και βλέπετε και τι παίρνετε, και να αποφύγετε τα πιάτα, τα οποία θέλουν -κατά τη γνώμη μου- αρκετή δουλειά για να γίνουν ικανοποιητικά, αναλογικά και με τις τιμές τους. Μια καλή λύση είναι ίσως και το πλατό τυριών και αλλαντικών, που θα συνοδεύσει ωραία το κρασί σας. Το Jamon σίγουρα πάντως κάνει φιλότιμες προσπάθειες, και αν αφεθείτε, θα σας συνεπάρει με την κεφάτη ισπανική μουσική του και τη ζεστή του ατμόσφαιρα. Εμείς, μάλιστα, έτυχε να πάμε τη βραδιά του τελικού του Champions League, οπότε ενώ τσιμπολογούσαμε, χαζέυαμε και στην τηλεόραση τον αγώνα της Barcelona με τη Manchester - καταλαβαίνεται, λοιπόν, πιο ισπανικά, δεν γίνεται!

Ετυμηγορία: Ναι, για τα φθηνά και νόστιμα pintxos και τα churros con chocolate, τα υπόλοιπα πιάτα θέλουν προσοχή στην εκτέλεση.
Κουζίνα: ισπανική/tapas
Τιμές: 15-30, αναλόγως πόσο άπληστα θα παραγγείλετε από τη βιτρίνα...
Διεύθυνση: Ελασιδών 15 & Δεκελέων, Γκάζι.
Τηλ: 210 34 64 120

Y.Γ. Λεξικό για αρχάριους ταπαδόρους:

tapas: Κατά τον θρύλο, η παράδοση των tapas ξεκίνησε όταν ο βασιλιάς Αλφόνσο ο Ι' της Καστίλλης (1221-1284) θεραπεύτηκε έπειτα από παρατεταμένη ασθένεια τρεφόμενος με κρασί και μικρά πιατάκια με μεζέδες ανάμεσα στα μεγάλα γεύματα. Όταν έγινε καλά, διέταξε οι ταβέρνες να μην επιτρέπεται να σερβίρουν κρασί αν αυτό δεν συνοδευόταν από μικρές λιχουδιές. Τα αρχικά tapas ήταν φέτες ψωμιού ή αλλαντικού (chorizo ή jamon), που οι πελάτες στις ταβέρνες χρησιμοποιούσαν για να καλύπτουν (tapar σημαίνει καλύπτω) τα ποτήρια τους όση ώρα δεν έπιναν, προκειμένου να μην πηγαίνουν μύγες στο sherry τους. Οι ταβερνιάρηδες, εξελίσσοντας αυτή την αρχική ιδέα, δημιούργησαν έτσι σταδιακά διάφορα μεζεδάκια για τη συνοδεία του κρασιού, τα οποία τελικά έγιναν πολύ σημαντικά για τη διαδικασία της οινοποσίας.
paella: πιάτο με ρύζι από τη Βαλέντσια, που ψήνεται σε ειδικό μαντεμένιο σκεύος. Θεωρείται διεθνώς το εθνικό πιάτο της Ισπανίας, ωστόσο οι περισσότεροι Ισπανοί το αντιμετωπίζουν ως τοπικό βαλεντσιάνικο πιάτο. Στην βαλεντσιάνικη εκδοχή της περιέχει λαχανικά, ενώ άλλες δημοφιλείς παραλλαγές της είναι η paella de marisco (με θαλασσινά) ή η paella mixta (με λαχανικά, κρέας και θαλασσινά).
jamón serrano & jamón ibérico: το πιο γνωστό παστό αλλαντικό της Ισπανίας. Το πρώτο είναι το πιο φθηνό, και φτιάχνεται από γκρίζα χοιρίδια που εκτρέφονται σε φάρμες. Το δεύτερο θεωρείται πολύ πιο εκλεκτό από το πρώτο, αφού φτιάχνεται από ορεινά χοιρίδια ελευθέρας βοσκής. Εάν τα χοιρίδια έχουν μεγαλώσει τρεφόμενα αποκλειστικά με βελανίδια, ονομάζεται jamón ibérico bellota (χαμόν ιμπέρικο μπεγιότα) και η τιμή του πολλαπλασιάζεται. Ανάλογα και με τον χρόνο ωρίμανσης, μπορεί να φτάσει και ως χιλιάδες ευρώ το κομμάτι...
manchego: τυρί από πρόβατα manchega, που ζουν στην κοιλάδα La Mancha.
chorizo: πικάντικο και πολύ αλμυρό λουκάνικο, αλλά και σαλάμι, το πιο δημοφιλές της Ισπανίας, με έντονο κόκκινο χρώμα και μπόλικη καυτερή πάπρικα (βλ, φωτό).
txistorra: βάσκικο λουκάνικο με βαθυκόκκινο χρώμα, που φτιάχνεται από χοιρινό κιμά ή μείγμου χοιρινού και μοσχαρίσιου κιμά και αρωματίζεται με σκόρδο και πάπρικα, αλλά είναι πιο λεπτό σε διάμετρο από το chorizo.
lomo: αλλαντικό από ψαρονέφρι, που τοποθετείται στο -σχολαστικά καθαρισμένο- παχύ έντερο του χοίρου, αφού εμποτιστεί με αλάτι, γλυκιά ισπανική πάπρικα pimenton (πιμεντόν) και αρωματικά βότανα.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Εστιατόριο Matsuhisa Athens στον Αστέρα Βουλιαγμένης

Kατάφερα, λοιπόν, επιτέλους, να επισκεφθώ και το πολυσυζητημένο Matsuhisa στον Αστέρα Βουλιαγμένης, και μάλιστα δείπνησα στη μισή τιμή, χάρη στην προσφορά του Αθηνοράματος, βεβαίως-βεβαίως...
Mεγάλη υπόθεση στον κόσμο της γαστρονομίας ο κύριος Nobuyuki Matsuhisa ή αλλιώς
松久 信幸 (χαχα, σας κούφανα;) ή κατά κόσμον απλώς "Nobu", με εστιατόρια ανά την υφήλιο, από το Λονδίνο ως το Κέιπ Τάουν και από το Τόκυο (αλίμονο), ως το Los Angeles, όπου ο Nobu άνοιξε το πρώτο εστιατόριο με το όνομά του, το 1987... Η ιδιαίτερη πορεία του στον γαστρονομικό χάρτη της υφηλίου τον οδήγησε να δημιουργήσει ένα εντελώς προσωπικό fusion ύφος, που χαρακτηρίζεται από λατινοαμερικάνικες επιρροές επάνω σε μια ιαπωνική, κατά βάση, κουζίνα. Ο λόγος γι' αυτό το ιδιόμορφο μείγμα γεύσεων και πολιτισμών είναι η πολύχρονη θητεία του σε εστιατόρια στο Περού, αρχικά, και το Μπουένος Άιρες αργότερα. Όπως έχει εξηγήσει, τα χρόνια που εργαζόταν εκεί, δυσκολευόταν να βρει βασικά υλικά της ιαπωνικής κουζίνας που του ήταν απαραίτητα, κι έτσι σταδιακά τα αντικατέστησε με άλλα, ντόπια προϊόντα, αυτοσχεδιάζοντας και δημιουργώντας τελικά αυτό το ύφος που χαρακτήρισε τη μαγειρική του...
Το πρώτο εστιατόριο στου οποίου τον τίτλο χρησιμοποίησε το όνομά του (που, όπως είπαμε, άνοιξε το '87 στο L.A.) είχε τεράστια επιτυχία και σταθερή πελατεία από τον κόσμο του Χόλιγουντ. Μάλιστα, η στενή φιλία του Nobu με τον Robert de Niro, οδήγησε σε διάφορες συνεργασίες, από τις οποίες η πιο επιτυχημένη ήταν αυτή της δημιουργίας του Nobu στην Tribeca της Νέας Υόρκης, αλλά και σε άλλες,
μη γαστρονομικές, όπως η συμμετοχή του Nobu σε ρόλο ζάπλουτου επιχειρηματία στην ταινία "Casino", του Μάρτιν Σκορσέζε!
Κι η λατρεία που του τρέφουν οι διάσημοι σταρ δεν σταματά εκεί. Η Madonna, που παρέα με την κολλητή της την Gwyneth (μεγάλη γκουρμεδιάρα κι αυτή, και για όποιον δεν τον ξέρει, κολλητή του Mario Batagli, αλλά και fellow food blogger
-δείτε εδώ) συχνάζει συνέχεια στο Nobu του Λονδίνου, έχει πει την εξής ατάκα: “You can tell how much fun a city is going to be if Nobu has a restaurant in it.” Kαταλαβαίνετε, η πόλη μας είναι εξαιρετικά fun, ειδικά μάλιστα αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο ίδιος ο Nobu έχει πει ότι το Matsuhisa της Αθήνας είναι από τα ιδιαίτερα αγαπημένα του τέκνα και κρατά ξεχωριστή θέση στην καρδιά του. (Στη φωτό, οι σταρ καθώς αποχωρούν από το Nobu του Λονδίνου μετά από πρόσφατο δείπνο τους.)
Ένα άλλο πράγμα που μου τράβηξε το ενδιαφέρον κα
ι με έκανε να συμπαθήσω τον Nobu είναι τα λεγόμενά του σχετικά με το πως αντιλαμβάνεται ο ίδιος το φαγητό και τη σημασία του: Εν ολίγοις, ο Nobu εξηγεί πως ακόμα κι αν έχει κάποιος στη διάθεσή του τα ίδια υλικά και την ίδια συνταγή με τον δημιουργό ενός πιάτου, το πιάτο αποκλείεται να είναι ποτέ το ίδιο, να έχει δηλαδή την ίδια γεύση και την ίδια υφή. Κι αυτό γιατί, όπως λέει, ο ίδιος βάζει πάντα κάτι "έξτρα" στη μαγειρική του: την καρδιά του, ή όπως το λένε στην Ιαπωνία, το "kokoro" του. (Μη γελάτε!)
"Για μένα", λέει στο site του ο Nobu, "η μαγειρική έχει να κάνει με το να δίνω στους πελάτες μου μικρές εκπλήξεις που θα τους οδηγήσουν στο να ανακαλύψουν τις δικές τους
λανθάνουσες γευστικές προτιμήσεις. Στόχος μου είναι να δώσω με τη μαγειρική μου το kokoro μου, μέσα από κάθε πιάτο που θα παρασκευάσω."
Πολύ ευχάριστο που ο κύριος Nobu βάζει το κοκόρο του (this kills me every time, lol!) σε κάθε πιάτο που δημιουργεί, αλλά το κατά τα άλλα ολόσωστο επιχείρημά του περί του ότι κανένα πιάτο δεν μπορεί να βγει ίδιο από το χέρι άλλ
ου σεφ, δεν λειτουργεί ολίγον τι εις βάρος του; Για σκεφτείτε το: δεδομένου ότι "απανταχού παρών και τα πάντα πληρών" είναι μόνο ένας (o Θεός, ντε), τότε το κάθε ένα από τα -ουκ ολίγα- εστιατόρια του Nobu προφανώς διαθέτει και άλλον σεφ για να εκτελεί τις συνταγές που σκαρφίζεται ο προαναφερόμενος (όχι ο Θεός, ο Nobu). Άρα, πώς έχει την απαίτηση να πληρώνει η πελατεία τα ίδια λεφτά για εστιατορικές δημιουργίες που, στην τελική, δεν είναι αυθεντικές, αλλά απομιμήσεις, που δεν έχουν φτιαχνεί με το μοναδικό κοκόρο του Nobu και είναι α-κοκόροτες; Κοινώς, ανησυχούσα μήπως ίσχυε το γνωστό "όπου λαλούν πολλά κοκόρο"...
Tέλος πάντων, αυτά και πολλά άλλα τριβέλιζαν το μυαλό μου από τη μέρα που τηλεφώνησα και έκανα την πολυπόθητη κράτηση, και με είχε φάει πλέον η περιέργεια, γιατί αν και αγαπώ πολύ την ιαπωνική κουζίνα, δεν είχε τύχει ποτέ να γευματίσω σε ένα ιαπωνικό εστιατόριο πραγματικά υψηλών αξιώσεων.
Το Matsuhisa Athens, λοιπόν, επειδή έχει και ένα κύρος
να διατηρήσει, δεν θα μπορούσε, φυσικά, να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού παρά στον καραχλιδάτο Αστέρα Βουλιαγμένης. Για όποιον δεν έχει βρεθεί προς τα εκεί, η περιοχή είναι μαγευτική, με υπέροχη θέα στη θάλασσα. Κάναμε μεγάλο λάθος που επιλέξαμε τη δεύτερη βάρδια των 11:00 μ.μ. αντί για την πρώτη των 8:00 μ.μ., γιατί χάσαμε την ευκαιρία να δειπνήσουμε παρακολουθώντας το ηλιοβασίλεμα, που όπως μου είπε η φίλη μου η Ι., που είχε την απαιτούμενη έμπνευση, ήταν πραγματική εμπειρία!
Το εσωτερικό του εστιατορίου, που έχει σχεδιαστεί από το διάσημο αρχιτεκτονικό γραφείο Rockwell Group, για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να πω ότι με συγκλόνισε. Το περίμενα
πιο minimal, πιο elegant και σαφώς λιγότερο mainstream, αν κρίνω δηλαδή από τις φωτογραφίες άλλων εστιατορίων του Nobu που έχω δει. Ωστόσο, όπως έχει πει σε συνέντευξη στο Αθηνόραμα ο ένας εκ των τριών ιδιοκτητών, ο Τάσος Ιωαννίδης, στόχος ήταν "η δημιουργία ενός χώρου κλασικού, που θα κάνει τον πελάτη να αισθάνεται ζεστά και homey και όχι ένα αρχιτεκτονικό statement", και κατά τη γνώμη του ο μινιμαλισμός στην αρχιτεκτονική είναι "ελαφρώς depass". Oh, well, γούστα είναι αυτά, υποθέτω. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο χώρος είναι οπωσδήποτε καλόγουστος.
Όσον αφορά την ατμόσφαιρα τώρα, πάλι μην περιμένετε ένα κλασικό ιαπωνικό περιβάλλον απόλυτης ησυχίας, διακριτικών ελιγμών και υποκίσεων του προσωπικού και παραδοσιακής γιαπωνέζι
κης μουσικής εγχόρδων. Το Matsuhisa Athens είναι εντελώς δυτικότροπο σε αυτό τον τομέα, με πολλή βαβούρα, φασαριόζικη πελατεία που αποτελείται κυρίως από μεγάλες παρέες, και δυνατή mainstream μουσική, η οποία κλαμπίζει υπερβολικά για τα γούστα μου. Επίσης, ωραίος ο χαμηλός φωτισμός σε γενικές γραμμές, αλλά ένα κλικ παραπάνω στο dimmer δεν βλάπτει, βρε αδερφέ, ειδικά όταν καλά-καλά δεν βλέπεις να διαβάσεις το μενού.
Στο θέμα μας, τώρα: το μενού αποτελείτο από 6 πιάτα. Aμφιταλαντεύτηκα αρκετή ώρα για το αν θα έπρεπε να ξεκινήσω με ένα από τα αμέτρητα κοκτέιλ με τα πρωτότυπα υλικά -όπως το Martini με λίτσι- και πολύ διασκεδαστικά ονόματα -αυτό το Saketini ειδικά, αν είναι το να το πίνεις τόσο fun όσο το να
το λες, αξίζει τον κόπο. To Martini Bar του Matsuhisa, λάβετε υπόψη σας, είναι διάσημο, αφού περιλαμβάνει cocktails που έχει δημιουργήσει ο παγκοσμίου φήμης mixologist Dale De Groff, δημιουργός του Cosmopolitan και mixologist του Λευκού Οίκου. Tελικά, όμως, εγώ παραιτήθηκα από την ιδέα (λόγω κόστους) κι έτσι παραγγείλαμε απλώς κρασί, ένα ποτήρι αλσατικό Riesling Trimbach (8.5 ευρώ) και μία Σαντορίνη του Χατζιδάκη (8.5 ευρω).
Ξεκινήσαμε με shiromi usu zu kuri (λευκό ψάρι με σάλτσα ponzu) και αμέσως μετά, ακολούθησε ένα "new style" sashimi σολομού, με τζίντζερ, σχοινόπρασο και σάλτσα σκόρδου, φτιαγμένο με την τεχνική του θερμικού σοκ. To new style sashimi του Nobu, by the way, διαφέρει από το παραδοσιακό sashimi, καθώς κατά το σερβίρισμα περιχύνεται με ένα μείγμα από σάλτσας σόγιας και εσπεριδοειδές yuzu, και κατόπιν πιτσιλίζετα
ι με καυτό σησαμέλαιο, το οποίο και το "καψαλίζει" ελαφρώς. Βέβαια, αφότου το αντέγραψε η μισή υφήλιος, έπαψε να είναι και τόσο "new", οπότε αν συχνάζετε τακτικά σε ιαπωνικά εστιατόρια, μπορεί να μην σας φανεί πρωτότυπο. Πάντως, και τα δύο πρώτα πιάτα ήταν πολύ νόστιμα και φινετσάτα.
Η σαλάτα με baby σπανάκι, ξηρό κόκκινο miso και λάδι τρούφας που ακολούθησε, ήταν ένας ενδιαφέρων fusion πειραματισμός που εντυπωσιάζει στην αρχή, όμως, μετά από λίγες μπουκιές γίνεται κάπως μονότονος.
To black cod με yuzu miso, ο μαύρος μπακαλιάρος δηλαδή, είναι το πιο διάσημο πιάτο του Nobu. Λέγεται πως το συγκεκριμένο είδος μπακαλιάρου, που προέρχεται από
τα βαθιά νερά της Αλάσκας, το ανακάλυψε ο Nobu όταν, στην προ Matsuhisa εποχή είχε ανοίξει για ένα φεγγάρι ένα εστιατόριο στην Αλάσκα, το οποίο, όμως, δεν διήρκεσε και πολύ αφού καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά 50 μέρες μετά τα εγκαίνιά του... Ο μπακαλιάρος, λοιπόν, μαρινάρεται για τρεις ημέρες σε λευκό miso, πριν ψηθεί στο robata grill. Σερβίρεται υπέρκομψα, επάνω σε ένα φύλλο μπανανιάς και συνοδεύεται από ένα κομμάτι τζίντζερ κομμένο σε μπαστουνάκι και βρασμένο μέσα σε γλυκό ρυζόξιδο ama-zu, που όπως μας είπε ο σερβιτόρος, βρίσκεται εκεί για να καθαρίσουμε στο τέλος τον ουρανίσκο μας. Για να μην τα πολυλογώ, είναι ένα επικό πιάτο, του οποίου η φινετσάτη umami νοστιμιά θα σας στοιχειώσει για μέρες μετά το δείπνο...
Κι επειδή έχει χυθεί άφθονο μελάνι για παραφιλολογίες περί της δημιουργίας του πιάτου που έγινε σήμα κατατεθέν για τον Nobu, θα κλείσω με τα λόγια του ίδιου περί του μαύρου μπακαλιάρου του (όπως συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν εδώ τη
συνέντευξη): "Το 90% των πελατών μας παραγγέλνει τον μαύρο μπακαλιάρο." (Τυχαίο; Δε νομίζω.) "Μπορεί να υπάρχει ο God Father, εμένα, όμως, με αποκαλούν 'The Cod Father'!"(Είναι και χιουμορίστας!)
Πίσω στο δείπνο μας τώρα, αυτό που με παραξένεψε κάπως ήταν η επιλογή sushi στο συγκεκριμένο μενού. Ξέρω ότι το sushi δεν είναι αυτό για το οποίο φημίζεται ο Nobu, αλλά και πάλι, από τον πολυπράγμονα Ιάπωνα restaurateur περίμενα κάτι πιο ιδαίτερο από απλά και τετριμμένα maki με σολομό σε nori και california rolls! Σωστά εκτελεσμένα, αλλά -αν μη τι άλλο- αφόρητα mainstream και κάπως απογοητευτικό κλείσιμο για ένα τέτοιο μενού.
Ευτυχώς που το επιδόρπιο μας αποζημίωσε με το παρα
πάνω: "suntory whisky cappuccino", που περιλάμβανε παγωτό κρέμα, τραγανά κομμάτια καφέ, brulee καφέ και αφρό από whisky suntory... Iδανικό απαλό κι ελαφρύ κλείσιμο για ένα δείπνο ιαπωνικού γευστικού μινιμαλισμού, που πάντρευε τέλεια τις αρετές ενός επιδόρπιου και του καφέ!
Ανακεφαλαιώνοντας, το δείπνο στο Matsuhisa είναι μια ιδιαίτερη εμπειρία. Ο χώρος είναι κομψός και, αν το επιλέξετε για μια ιδιαίτερη βραδιά σας, ακόμα πιο καλή ιδέα είναι να δειπνήσετε σε κάποιο από τα τραπέζια έξω ή έστω κοντά στην τζαμαρία που έχει θέα στη θάλασσα. Οι τιμές είναι τσουχτερές και σίγουρα είναι αρκετά εκνευριστικό να γνωρίζεις ότι στις ΗΠΑ είναι αρκετά χαμηλότερες σε όλα τα εστιατόρια του Nobu, α
λλά υποθέτω πως αυτή είναι η μοίρα μας ως έθνος, να συνδέουμε νοερά το ακριβό με το classy, πιστεύοντας πως η ποιότητα αυξάνεται αναλογικά με το ποσό της λυπητερής... Τα 45 ευρώ (συν το κρασί και το νερό) που πληρώσαμε για το συγκεκριμένο δείπνο -λόγω της προσφοράς- ήταν φυσικά πολύ καλή τιμή, όταν, όμως, οι πελάτες καλούνται να πληρώσουν τα διπλά για ένα γεύμα που -κακά τα ψέματα- δεν θα τους χορτάσει και πλήρως, διατηρώ τις αμφιβολίες μου για το πόσοι είναι αυτοί που θα τα έδιναν ελαφρά τη καρδία... (Η πελατεία του ξενοδοχείου εξαιρείται, φυσικά, διότι είναι υπεράνω τέτοιων σκέψεων και προβληματισμών.)

Κουζίνα: ιαπωνική fusion
Τιμές: 80-100 το άτομο.
Διεύθυνση: Απόλλωνος 40, Αστέρας Βουλιαγμένης.
Τηλ: 210 89 60 510
Dress Code: Στο site γράφει "smart casual", αλλά σας παίρνει και για ένα κλικ πιο formal.

Υ.Γ.1 Για να το διαπιστώσετε και ιδίοις όμμασι τα περί τιμών
, δείτε το μενού του Matsuhisa στο Beverly Hills -90210 περικαλώ- όπου ο miso black cod στοιχίζει $22, τουτέστιν περί τα 15 ευρώ. Ναι, καλά διαβάσατε. Γι' αυτό η Naomi από το 90210 (βλ. φωτό δεξιά) το έχει κάνει ψωμοτύρι και παίρνει από εκεί όλο take-out για κολατσιό στο διάλειμμα στο σχολείο (όπως κάθε φυσιολογικό 16χρονο).
Και πείτε μου τώρα, σε ποιο εστιατόριο τρως εδώ ψάρι με αυτά τα λεφτά; Ούτε σε συνοικιακή ψαροταβέρνα! Συγκεκριμένα, για να έχουμε και ένα μέτρο σύγκρισης, σε μια ταβέρνα εδώ στη γειτονιά μου, ο τηγανητός γαλέος σκορδαλιά κοστίζει 8,5 ευρώ... Ε ρε που έχουμε φτάσει!

Υ.Γ.2 Εδώ θα βρει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του κυρίου Nobu, όποιος θέλει να εντρυφήσει στην προσωπικότητα του διάσημου Ιάπωνα σεφ και την πορεία του στον χώρο της γαστρονομίας.
Υ.Γ.3 Για να μην απορείτε γιατί μερικά εστιατόρια του Nobuyuki Matsuhisa λέγονται 'Matsuhisa' και άλλα 'Nobu', η διαφορά είναι η εξής: τα μεν Matsuhisa ανήκουν στον ίδιο ή/και σε μέλη της οικογένειάς του, τα δε Nobu τα έχει συνεταιρικά με τον de Niro ή τρίτους συνεργάτες. Αν το 'ξερα, θα τον είχα ταπώσει τον παρκαδόρο του Αστέρα, που όταν τον ρώτησα πώς πάμε προς το Matsuhisa μού απάντησε με μπλαζέ ύφος καρδιναλίου: "Ποιο; Α, το Nobu λέτε;"!
Y.Γ.4 Κι επειδή το ξέρω ότι μια περιέργεια θα την έχετε, δείτε και το απόσπασμα από το Casino με τον Nobu επί το έργον, να λιώνει πάνω στην πράσινη τσόχα...