Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Εικαστική γαστρονομία #7: Félix González-Torres

O Félix González-Torres (1957 - 1996) ήταν ένας κουβανέζικης καταγωγής Αμερικανός καλλιτέχνης που δραστηριοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη κατά τη δεκαετία του '80 και του '90. Συμμετείχε στο καλλιτεχικό κίνημα της "process art", για το οποίο η διαδικασία δημιουργίας (και επαναδημιουργίας) του έργου τέχνης είναι εξίσου σημαντική με το αποτέλεσμά της, δηλαδή το ίδιο το έργο. Ιδανικά, μάλιστα, το έργο δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αφού στόχος είναι η διαρκής αναδημιουργία του.
Ο Ross Laycock ήταν ο σύντροφος του Felix και όταν διαγνώστηκε ως οροθετικός, ο γιατρός του όρισε το ιδανικό του βάρος στα 79 κιλά. Το έργο "Πορτρέτο του Ρος" είναι ακριβώς αυτό: 79 κιλά καραμέλες τοποθετημένες σε σωρό.


Οι καραμέλες δεν φυλάσσονται, αφού σκοπός είναι να παίρνει ο επισκέπτης όσες επιθυμεί από τον σωρό, o όγκος του οποίου μειώνεται φυσικά αντίστοιχα. Κάθε μέρα, οι καραμέλες π
ου έχουν απομείνει ζυγίζονται και προστίθενται εκ νέου όσες είναι απαραίτητο προκειμένου το συνολικό τους βάρος να είναι και πάλι 79 κιλά.


Οι καραμέλες αντιπροσωπεύουν αφενός το σωματικό βάρος του Ρος και αφετέρου τη μάχη του εναντίον του AIDS. Καθώς η ασθένεια προχωρούσε, το βάρος του ασθενούς ολοένα και μειωνόταν, όμως, προφανώς, ο καλλιτέχνης διέγνωσε την ανάγκη του συντρόφου του (καθώς και του ίδιου, αλλά και κάθε ανθρώπου, τελικά) να "ανεφοδιάζει" το πνεύμα του με όποιον τρόπο αυτό είναι δυνατόν, να το αναπληρώνει με ό,τι του λείπει, έτσι ώστε η όρεξη για ζωή να μη στερεύει.

Παράλληλα, ο συσχετισμός των τυλιγμένων σε χρωματιστό σελοφάν γλυκισμάτων με το πρόσωπο του αγαπημένου του συντρόφου δεν μπορεί παρά να ανασύρει στο μυαλό του θεατή συναισθήματα ζεστασιάς, γλυκύτητας, ευτυχίας και αφθονίας, και ο καλλιτέχνης ήθελε να γίνουν οι θεατές συμμέτοχοι και κοινωνοί αυτών ακριβώς των συναισθημάτων που βίωνε ο ίδιος μέσα από την αγάπη του για τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Ο κύκλος της ζωής και του θανάτου είναι φυσικά αέναος, αλλά το μόνο που χρειάζεται τελικά είναι αισιοδοξία - και η σκέψη ότι υπάρχουν στη ζωή μας κάποια πρόσωπα που μας αγαπούν αρκετά ώστε να μην παύουν να μας σκέφτονται όταν εμείς παύουμε να υπάρχουμε, αξίζει από μόνη της για να συνεχίζει κανείς...

Υ.Γ. To έργο "Portret of Ross in L.A."(1991) βρίσκεται στο Art Institute of Chicago στις ΗΠΑ.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Εστιατόριο Nanninella στην Αγία Παρασκευή

Mέσα σ' αυτή την ατελείωτη κι εξουθενωτική ζέστη του αδίστακτου αθηναϊκου καλοκαιριού, είναι τρομερά παρήγορο να ξέρεις ότι μπορείς να γευτείς ένα απολαυστικό, δροσιστικό και άκρως καλοκαιρινό ιταλικό μενού...
To Nanninella μετρά ήδη περίπου μία πενταετία (αν δεν κάνω λάθος) στην Αγία Παρασκευή, αλλά και πριν από αυτό, γνωρίζαμε τον Marcello και τον Franco, τους δύο αδερφούς από τη Νάπολη, από το Pulcinella (το οποίο έχει πια αλλάξει χέρια).
Ο χώρος δεν θα σας γεμίσει το μάτι -ή μάλλον θα σας το γεμίσει υπερβολικά, καθώς είναι παραφορτωμένος από διάφορα καδράκια και μπιχλιμπίδια, στους τοίχους, τα τραπέζια και σε κάθε επιφάνεια που προσφέρεται για πιθανό στολισμό (βλ. φωτό).
Μη σταθείτε σ' αυτό, όμως, διότι το μεγάλο ατού του Nanninella είναι το φαγητό του, και ακόμα περισσότερο οι πρώτες ύλες του...
Ξεκινήσαμε με mozarella di bufala (16 ευρώ), σερβιρισμένη με φέτες ντομάτας και ρόκα, η οποία νομίζω ότι είναι η νοστιμότερη βουβαλίσια μοτσαρέλα από όσες έχω γευτεί σε ιταλικά εστιατόρια της πόλης μας. Το prosciutto e melone (11 ευρώ) -προσούτο με φέτες πεπονιού, δηλαδή- ήταν επίσης υπέροχο (δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που πρόκειται για κλασικό συνδυασμό) και, πραγματικά, νομίζω πως πιο καλοκαιρινό ορεκτικό δεν υπάρχει!
Το Nanninella φημίζεται για τα θαλασσινά του και ιδιαίτερα για τα ζυμαρικά με θαλασσινά (φρέσκα αμφότερα). Ακόμα θυμάμαι τη συγκλονιστική μακαρονάδα που μας είχαν φτιάξει μια φορά που έτυχε να πέσουμε σε μέρα που υπήρχε φρέσκος αχινός: η απλότητα σε όλο της το μεγαλείο! Αυτή τη φορά, αχινός δεν υπήρχε, οπότε παραγγείλαμε spaghetti με κυδώνια και μύδια - μία μερίδα σκέτη και μία με σάλτσα ντομάτας (22 ευρώ). Εγώ και η φίλη μου η Γ. είχαμε διαφωνία ως προς το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να μαγειρέψεις τέτοια θαλασσινά με ζυμαρικά: εγώ πάντοτε υποστηρίζω ότι το ζουμί τους αρκεί και με το παραπάνω για να τους δώσει γεύση, ενώ η ντομάτα σκεπάζει κάπως τη γεύση της θάλασσας. Τελικά, αποδείχτηκε ότι τσάμπα διαφωνούσαμε, διότι και οι δύο μακαρονάδες ήταν εξίσου συγκλονιστικές!
Ο φίλος Γ., πάλι, επέμεινε στην αγαπημένη του επιλογή, η οποία είναι πολύ ενδιαφέρουσα για όποιον δεν είναι φαν των θαλασσινών: φρέσκιες ταλιατέλες με σάλτσα λευκής τρούφας (19 ευρώ)!
Μετά από όλο αυτό το φαγητό και ενώ η μάχη μου με την πιατέλα ζυμαρικών (που μάλλον απευθύνεται σε τρία και όχι σε ένα άτομο) συνεχιζόταν (με μειωμένους ρυθμούς, από πείσμα πλέον, τύπου "ή εσύ ή εγώ"), ο Γ. και η Γ. άρχισαν να συζητάνε για επιδόρπια (ναι, πληθυντικός). Εγώ, παρόλο που αρνήθηκα με σθένος, δεν θέλω ποτέ πολύ για να λυγίσω (άνθρωπος είμαι κι εγώ, τι να κάνω;), οπότε αφού ήρθε ο σερβιτόρος να μας μαζέψει τα πιάτα και να με επιπλήξει που δεν έφαγα όλο το φαΐ μου (λες και ήταν ποτέ δυνατόν), παραγγείλαμε μία μαρέγκα με σιρόπι φράουλας και μία πανακότα με σιρόπι φράουλας (4 και 7 ευρώ). Επίσης εξαιρετικά καλοκαιρινές επιλογές, δεν μπορείτε να πείτε! Η μεν μαρέγκα ήταν άψογη, η δε πανακότα, ιδανικά, θα ήθελα να μην είναι τόσο σφικτή (με πολύ αυστηρά κριτήρια, βέβαια).
Αφού λοιπόν φάγαμε το άνωθεν καταπέτασμα, και ενώ περιμέναμε να μας φέρουν τον λογαριασμό, η φίλη Δ. (που δεν έχει χρονίσει ακόμα) είχε πλέον γλαρώσει στο καρότσι της (αφού πρώτα περιεργάστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό κάθε πιάτο, πιατάκι, πηρούνι, ποτήρι και φέτα ψωμιού που υπήρχε επάνω στο τραπέζι μας). Ο κύριος Marcello μας φέρνει, λοιπόν, τον λογαριασμό (και μαζί του, τρία ποτηράκια ωραιότατη γκράπα) και θαυμάζει τη Δ. (στο καρότσι), επισημαίνοντας "Bambino dorme", αλλά την περνάει για αγοράκι. Η μαμά Γ. εξηγεί ότι είναι κορίτσι και ο Marcello, με χαρακτηριστική ιταλική προφορά και έντονες χειρονομίες, απαντά: "Σκούζι, ε! Η πιπίλα, μπλε! Ροζ πιπίλα, κορίτσι, μπλε πιπίλα, αγκόρι!". Τόσο απλά. Όπως και η κουζίνα του Nanninella.
Για να συνοψίσω, το εστιατόριο προσφέρει νόστιμες, απλές και -το κυριότερο- αυθεντικές ιταλικές γεύσεις. Αν ήταν και λίγο χαμηλότερες οι τιμές θα μπορούσαμε να το επισκεπτόμαστε πιο συχνά, διότι εδώ που τα λέμε, για συνοικιακή τρατορία είναι αρκετά τσιμπημένες. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω πως αξίζει τα λεφτά του.

Κουζίνα: Ιταλική με έμφαση στα θαλασσινά.
Τιμές: 30-35 ευρώ.
Σέρβις: εξυπηρετικότατο.
Διεύθυνση: Πελοποννήσου 13, Αγία Παρασκευή.
Τηλ: 210 60 05 622.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Eικαστική γαστρονομία #6 : Fernando Botero

Kάθε καλλιτέχνης έχει και μια εμμονή. Ο Monet με τα νούφαρα, ο Magritte με τα μήλα, o Picasso με τις κιθάρες, ο Van Ghogh με τα ηλιοτρόπια και ο Botero με τους ευτραφείς κυρίους και κυρίες - αλλά απ' ό,τι φαίνεται, και με τα καρπούζια.
Ο Fernando Botero (γ. 1932) είναι ένας Κολομβιανός καλλιτέχνης που αυτοαποκαλείται "ο πιο Κολομβιανός από τους Κολομβιανούς καλλιτέχνες". Σήμα κατατεθέν του είναι οι ολοστρόγγυλες φιγούρες ανθρώπων και ζώων, για τις διαστάσεις των οποίων δεν έχει δώσει ωστόσο ποτέ κάποια εξήγηση, αφού ισχυρίζεται ότι η έλξη που του ασκούν οι παχύσαρκες μορφές είναι απλώς ενστικτώδης. Το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για προσωπικό κόμπλεξ του Λατινοαμερικανού καλλιτέχνη, αφού ο ίδιος δεν είναι υπέρβαρος! Είτε πρόκειται για νοσηρά παχύσαρκα μοντέλα είτε για κάποια ιδιαίτερη και εντελώς προσωπική θεώρηση του κόσμου, πάντως, οι φιγούρες του Μποτέρο τέρπουν το μάτι, απλά και μόνο διότι οι χαρακτήρες των πινάκων και γλυπτών του δείχνουν πάνω απ' όλα να απολαμβάνουν τη ζωή...
Μιας και φτάσαμε, λοιπόν, στο κρίσιμο σημείο του καλοκαιριού κατά το οποίο τα καρπούζια έχουν αρχίσει να γίνονται επικίνδυνα νόστιμα, ώρα είναι να τα απολαύσουμε και στην εικαστική εκδοχή τους...


Watermelon, 1989.

Nature Died with Watermelons, 1999.

Still Life with Watermelon, 1992.

Still Life with Watermelon, 1976.

Watermelon, 1998.

Βoy with watermelon.

Kράτησα αυτόν εδώ για το τέλος, γιατί είναι ο μόνος που απεικονίζει κάποια ανθρώπινη φιγούρα. Ως συνήθως, όλα τα στοιχεία του πίνακα είναι αφύσικα μεγεθυμένα, αλλά κάτι στον τεράστιο όγκο του καρπουζιού αναλογικά με το μέγεθος του παιδιού μού θύμισε τον εαυτό μου, όταν σε πολύ πολύ μικρή ηλικία, μια φέτα από καρπούζι φάνταζε στα μάτια μου εξωφρενικά μεγάλη και κάθε μεσημέρι ανυπομονούσα να χώσω τη μούρη μου μέσα της, να φτύνω με δύναμη τα κουκούτσια στο πιάτο και να μασουλάω με αχορταγιά σαν να μην υπάρχει αύριο...

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Umberto Ecο: Πώς να τρώτε παγωτό

Ο σπουδαίος Ιταλός σημειολόγος Ουμπέρτο Έκο, όπως πάντα σοφός, αλλά και χιουμορίστας, γράφει για την απόλαυση του παγωτού κατά την παιδική του ηλικία.

Όταν ήμουν μικρός, τα παιδιά είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο είδη παγωτών που πουλιούνταν από εκείνα τα άσπρα καροτσάκια με τ' ασημιά καπάκια: ή το χωνάκι για
δύο πεντάρες ή το σάντουιτς για τέσσερις πεντάρες. Το χωνάκι της δεκάρας ήταν πολύ μικρό, ό,τι έπρεπε για ένα παιδικό χεράκι, και σου το σέρβιραν βγάζοντας με τη σπάτουλα το παγωτό από το δοχείο και βάζοντάς το πάνω στο χωνάκι. Η γιαγιά μάς συμβούλευε να μην τρώμε όλο το χωνάκι, αλλά να πετάμε την άκρη του, γιατί από εκεί το είχε πιάσει ο παγωτατζής (κι όμως, εκείνο το κομμάτι ήταν το πιο νόστιμο και τραγανό και το τρώγαμε στα κρυφά παριστάνοντας ότι το είχαμε πετάξει).
Το σάντουιτς της εικοσάρας φτιαχνόταν μ' ένα ειδικό μηχάνημα, επίσης ασημί, που συμπίεζε δύο στρογγυλά μπισκότα πάνω και κάτω από έναν κύλινδρο παγωτού. Έγλειφες μετη γλώσσα το εσωτερικό, ώσπου δεν κατάφερνες πια να φτάσεις σ
τον εσωτερικό πυρήνα του παγωτού, και τότε το έτρωγες ολόκληρο, τα μπισκότα είχαν πια μουλιάσει και κόντευαν να διαλυθούν. Η γιαγιά δεν ήταν σε θέση να δώσει καμιά συμβουλή: θεωρητικά τα σάντουιτς έρχονταν σ' επαφή μόνο με το μηχάνημα, στην πράξη τα είχε πάρει ο παγωτατζής στο χέρι του, για να σ' τα παραδώσει, αλλά ήταν αδύνατο να εντοπίσεις τη μολυσμένη ζώνη.
Εγώ, όμως, μαγευόμουν με το θέαμα ορισμένων συνομιλίκων μου που οι γονείς τους τους αγόραζαν όχι ένα παγωτό της εικοσάρας αλλά δύο χωνάκια της δεκάρας. Οι προνομιούχοι αυτοί παρήλαυναν περήφανα μ' ένα χωνάκι στο δεξί χέρι και ένα στο αριστερό και, στρίβοντας επιδέξια το κεφάλι, έγλειφαν πότε το ένα και πότε το άλλο. Η τελετουργία αυτή μου φαινόταν τόσο συβαριτική και αξιοζήλευτη, που πολλές φορές ζήτησα να την απολαύσω. Μάταια. Οι δικοί μου ήταν αμε
τάπειστοι: ένα παγωτό της εικοσάρας, ναι, μα δύο της δεκάρας, ούτε συζήτηση.
Όπως είναι ολοφάνερο, ούτε τα μαθηματικά ούτε η οικονομία ούτε η διαιτητική δικαιολογούν μια τέτοια άρνηση. Ούτε καν η υγιεινή, αν υποθέσουμε ότι στο τέλος θα πετάγονταν και οι δύο άκρες από τα χωνάκια. Μια αξιοθρήνητη δικαιολογία βασιζόταν στο ψέμα ότι ένα παιδί που διαρκώς στρέφει το βλέμμα του από το ένα παγωτό στο άλλο στο τέλος θα σκοντάψει στις πέτρες, στα σκαλοπάτια ή στις ανωμαλίες του δρόμου. Διαισθανόμουν αόριστα ότι υπήρχαν κάποιοι σκληροί παιδαγωγικοί λόγοι, τους οποίους, όμως, δεν κατάφερνα να συλλάβω.
Τώρα, κάτοικος και θύμα ενός πολιτισμού κατανάλωσης και σπατάλης (αντίθετα με τη δεκαετία του τριάντα), κα
ταλαβαίνω ότι τα αγαπημένα εκείνα πρόσωπα που πια έχουν χαθεί είχαν δίκιο. Δύο παγωτά της δεκάρας, αντί για ένα της εικοσάρας, δεν ήταν μια χρηματική σπατάλη, αλλά μια συμβολική. Ακριβώς αυτός ήταν και ο λόγος που τα ήθελα: διότι δύο παγωτά υποδήλωναν μία υπερβολή. Κι ακριβώς γι' αυτό τον λόγο μου τα αρνούνταν: γιατί φαίνονταν άπρεπα, προσβολή στη φτώχεια, επίδειξη ενός ψεύτικου προνόμιου, κομπασμός για ανύπαρκτα πλούτη. Δύο παγωτά έτρωγαν μόνον τα κακομαθημένα παιδιά, εκείνα που στα παραμύθια τιμωρούνταν πάντα δίκαια, όπως ο Πινόκιο που περιφρονούσε τις φλούδες και τα κοτσάνια. Και οι γονείς που ενθάρρυναν αυτή την αδυναμία, σαν μικροί νεόπλουτοι, μάθαιναν τα παιδιά τους στο ανόητο θέατρο του "θέλω-μα-δεν-μπορώ" ή μάλλον, θα λέγαμε σήμερα, στο να εμφανίζονται στο check in της τουριστικής θέσης κρατώντας μια Gucci-μαϊμού αγορασμένη από τα κοριτσάκια στην πλαζ του Ρίμινι.
Ο απολογισμός διατρέχει τον κίνδυνο να στερείται ηθικού διδάγματος σ' έναν κόσμο όπου ο πολιτισμός της κατανάλωσης φαίνεται να έχει προβάλει ακόμα και τους ενήλικες και τους υπόσχεται ολοένα και κάτι περισσότερο, από το ρολογάκι που περιλαμβάνεται στη συσκευασία ως το μενταγιόν-δώρο για όποιον αγοράσει το περιοδικό. Όπως οι γονείς εκείνων των αμφιδέξιων λαίμαργων παιδιών που θαύμαζα, ο πολιτισμός της κατανάλωσης παριστάνει ότι δίνει περισσότερα, αλλά στην πραγματικότητα προσφέρει για τέσσερις πεντάρες αυτό που αξίζει τέσσερις πεντάρες. Θα πετάξετε το παλιό σας ραδιόφωνο για ένα καινούργιο που υπόσχεται και autoreverse, αλλά κάποιες ανεξήγητες αδυναμίες της εσωτερικής δομής του θα κάνουν το καινούργιο σας ραδιόφωνο να ζήσει μόνο έναν χρόνο. Το καινούργιο σας αυτοκίνητο για την πόλη θα έχει δερμάτινα καθίσματα, δύο πλαϊνούς καθρέφτες που θα ρυθμίζονται από το εσωτερικό και ξύλινο ταμπλό, μα θ' αντέξει πολύ λιγότερο από το ένδοξο πεντακοσαράκι που, ακόμα κι όταν σταματούσε, έπαιρνε μπροστά με μια κλοτσιά.

Αλλά η ηθική εκείνης της εποχής μας ήθελε όλους Σπαρτιάτες, ενώ η σημερινή μας θέλει όλους Συβαρίτες.

Το κείμενο, έχει τίτλο "Πώς να τρώτε παγωτό", συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο "Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως". Πρόκειται για μια συλλογή άρθρων του Umberto Eco που έχουν δημοσιευθεί στο ιταλικό περιοδικό Espresso, κατά τη δεκαετία του '80 και του '90.
Όπως βλέπετε, το άρθρο φαντάζει επίκαιρο όσο ποτέ. Ώρα να κόψουμε τον άκρατο καταναλωτισμό και να ξαναγίνουμε λιτοί σαν Σπαρτιάτες, λοιπόν. Θέλουμε δεν θέλουμε!

Υ.Γ. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γνώση σε μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη.

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

O Steve Martin παραγγέλνει "damburger"


Oρίστε τι έπαθα η δόλια, μεσημεριάτικα...
Μου το θύμισε μια φίλη και δεν μπορώ να σταματήσω να γελάω πάλι, οπότε έπρεπε να το μοιραστώ μαζί σας.
Ο Steve Martin ως επιθεωρητής Κλουζό, στο remake του "Ροζ Πάνθηρα" (2006), προσπαθεί με μεγάλη επιμονή να μάθει να παραγγέλνει hamburger στα Γαλλικά.




Aπολαυστικό! "Ντάμ-μπεγ-γκεγ!"

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Εικαστική Γαστρονομία #5 - Jean-Baptiste-Siméon Chardin

Σε συνέχεια της χθεσινής ανάρτησης περί Μαρίας Αντουανέτας και της διάσημης φράσης (που τελικά ουδέποτε ξεστόμισε η δόλια καρατομημένη μονάρχης): "Αφού δεν έχουνε ψωμί, γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι;" ή αλλιώς brioche στην αυθεντική γαλλική εκδοχή, σας παρουσιάζω σήμερα έναν πίνακα του Jean-Baptiste-Siméon Chardin.
O Γάλλος αυτός ζωγράφος (1699 – 1779), που είναι ιδιαίτερα γνωστός για τη μαστοριά του στις νεκρές φύσεις, δημιούργησε τον παρακάτω πίνακα, που είναι γνωστός με τον τίτλο "Νεκρή φύση με μπριός" και σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου.


Ο πίνακας ζωγραφίστηκε το 1763, έναν χρόνο δηλαδή μετά την ολοκήρωση του έργου "Εξομολογήσεις" του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, όπου απαντάται η πρώτη γραπτή αναφορά του περιστατικού περί παντεσπανιού/μπριός, το οποίο άδικα αποδόθηκε στη Μαρία Αντουανέτα.
Αμάν αυτές οι ιστορικές συμπτώσεις, θα μου πείτε, αλλά όχι, η αλήθεια είναι πως η κατανάλωση του brioche ήταν πολύ διαδεδομένη (όχι στον φτωχό λαό, προφανώς, όπως αποδεικνύει και η μνημειώδης ατάκα) και μάλιστα η πρώτη του καταγεγραμμένη αναφορά απαντάται σε λεξικό του 1404!


Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Food Quote #15: Μαρία Αντουανέτα


Food Quote #15


"Αφού δεν έχουνε ψωμί, γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι;"
"Qu' ils mangent de la brioche!"


Μαρία Αντουανέτα (1755-1793)

Αυτή η φράση έχει μείνει στην ιστορία ως η πιο άκαρδη δήλωση αρχηγού κράτους όλων των εποχών και λέγεται πως η αναίσθητη μονάρχης που είχε το θράσος να την ξεστομίσει ήταν η περιβόητη Μαρία Αντουανέτα, σύζυγος του Λουδοβίκου ΙΣΤ', βασιλιά της Γαλλίας.
Σύμφωνα με τον μύθο, η φράση ειπώθηκε κατά τη διάρκεια ενός λιμού που έπληξε τους κατοίκους του Παρισιού κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΣΤ'. Εξαγριωμένος ο λαός φώναζε στους δρόμους συνθήματα του τύπου "Ο λαός πεινάει, δεν έχει ψωμί να φάει" και η Μαρία Αντουανέτα, όταν ενημερώθηκε για την υπόθεση, υποτίθεται πως απάντησε "Ας φάει παντεσπάνι", ή brioche, στα Γαλλικά, ένα έδεσμα, φυσικά πολύ πιο ακριβό, εμπλουτισμένο και, εν τέλει, πολυτελές σε σχέση με το απλό ψωμί.
Ωστόσο, πολλοί είναι αυτοί που σπεύδουν να υπερασπιστούν τη διάσημη Γαλλίδα κοκέτα και πρώτη απ' όλους η βιογράφος της, λαίδη Antonia Fraser, στο βιβλίο της οποίας βασίστηκε, παρεμπιπτόντως, και η ταινία της Sophia Coppola:
"H φράση αυτή ειπώθηκε 100 χρόνια πριν τη Μαρία Αντουανέτα, από τη Μαρία-Θηρεσία της Ισπανίας, σύζυγο του Λουδοβίκου ΙΕ'. Ήταν μια δήλωση ανθρώπου άκαρδου και αδαούς, κι εκείνη δεν ήταν τίποτα από τα δύο."
Το αν η Μαρία-Θηρεσία ήταν ο ηθικός αυτουργός μιας τέτοιας κοτσάνας επίσης δεν έχει εξακριβωθεί ιστορικά. Κατά καιρούς, η φράση έχει αποδοθεί σε πολλά ακόμη ιστορικά πρόσωπα, όπως για παράδειγμα τις δύο κόρες του Λουδοβίκου ΙΕ', τις πριγκήπισσες Σοφί και Βικτουάρ. Παράλληλα, στην κινεζική μυθολογία απαντάται επίσης μια παρόμοια ιστορία (από προφορική παράδοση), μόνο που αυτή τη φορά υπεύθυνος είναι κάποιος Κινέζος αυτοκράτορας του 3ου αιώνα, ο οποίος ακούγοντας τα παράπονα του λαού περί έλλειψης ρυζιού, πρότεινε να το αντικαταστήσουν με κρέας...
Σε κάθε περίπτωση, ιστορικά,
η πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά αυτής ή έστω μίας παρόμοιας φράσεως απαντάται στις "Εξομολογήσεις" του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, βιβλίο το οποίο προηγείται ενθρόνισης της Αντουανέτας, και μάλιστα, όταν γράφτηκε, η Αντουανέτα ήταν μόλις εννιά ετών. Ο Ρουσσώ, συγκεκριμένα, στο έργο του, αναφέρει ένα παρόμοιο περιστατικό το οποίο αποδίδει αόριστα σε κάποια πριγκίπισσα, χωρίς να την κατονομάζει. Δεδομένου δε, ότι μεγάλο μέρος της υποτιθέμενης αυτοβιογραφίας του Ρουσσώ είναι πέρα για πέρα φανταστικό, είναι, λοιπόν, πολύ πιθανό και το συγκεκριμένο περιστατικό να μην είναι παρά ένα κωμικό συμβάν που επινόησε ο ίδιος...
Στο μεταξύ, επειδή έχω και μεταφραστικές ανησυχίες, έχω χρόνια τώρα την απορία
πώς στο καλό κατέληξε να γίνει το brioche "παντεσπάνι" στη γλώσσα μας... Τείνω να καταλήξω απλώς ότι, την εποχή που πρωτομεταφράστηκε η διάσημη ατάκα, το μπριος δεν ήταν ακόμα ιδιαίτερα γνωστό στη χώρα μας, οπότε ο μεταφραστής που ανέλαβε να καλύψει το... ρεπορτάζ (χαχα) αποφάσισε να το αντικαταστήσει με κάτι που θα ήταν πιο οικείο στο ελληνικό κοινό ή έστω στις Ελληνίδες νοικοκυρές!









Αριστερά, το παντεσπάνι. Δεξιά, το μπριός. Βρείτε τις διαφορές, λολ!

Εντωμεταξύ, δεν θα ήταν πολύ πιο απλό, αντί για το παντεσπάνι, να χρησιμοποιηθεί η λέξη "τσουρέκι", που είναι άλλωστε και ό,τι πλησιέστερο διαθέτει η ελληνική παράδοση στο γαλλικό μπριός; (Μη γελάτε, το γράφει και η wikipedia, δείτε εδώ , στην παράγραφο History.) Μα, φανταστείτε το λίγο, σας παρακαλώ:

Λαός: Ο λαός πεινάει, δεν έχει ψωμί να φάει!
Αντουανέτα: Αφού δεν έχουνε ψωμί, γιατί δεν τρώνε τσουρέκι;
Λαός: Τσουρέκια μας τα 'κανες, Αντουανέτα!

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Εστιατόριο Indian Kitchen στο Σύνταγμα

Ακόμα ένα εστιατόριο ήρθε να προστεθεί στη multiethnic παρέα της οδού Απόλλωνος στο Σύνταγμα. Λέγεται Indian Kitchen, σερβίρει ινδική κουζίνα -duh- και είναι αδερφάκι του Red Indian στου Ψυρρή (διαβάστε εδώ και εδώ) και του Indian Masala στο Μοναστηράκι (διαβάστε εδώ), που είχε ανοίξει πέρυσι.
Ο χώρος είναι συμπαθητικός, πολύ λιτός, με απλούς καναπέδες και τραπεζοκαθίσματα και λίγες ινδικές πινελιές στη διακόσμηση, όπως μία σκαλιστή πόρτα στο βάθος του μακρόστενου εστιατορίου. Για να φτάσετε στα τραπέζια, περνάτε και μπροστά από την ανοιχτή κουζίνα, μοτίβο που οι ιδιοκτήτες επανέλαβαν κ
αι εδώ μετά το Massala και είναι ευχάριστο, γιατί δίνει ζωντάνια στο μαγαζί, αν και κάποιοι μπορεί να ενοχληθούν από τις έντονες μυρωδιές του τηγανιού (εγώ πάντως, όχι).
Το μενού των τριών εστιατορί
ων είναι παρόμοιο. Κάποια πιάτα είναι κοινά, κάποια διαφέρουν, αλλά η λογική είναι η ίδια, όπως σε κάθε ινδικό εστιατόριο του δυτικού ημισφαιρίου (για την Ινδία επιφυλάσσομαι, διότι υποψιάζομαι ότι, όπως συμβαίνει με όλες τις εθνικές κουζίνες, καταλήγουμε να τρώμε μια light εκδοχή των αυθεντικών γεύσεων προσαρμοσμένη στον δυτικό τρόπο σερβιρίσματος).
Ξεκινήσαμε με τα papadam καλ
ωσορίσματος, που μάς ήρθαν λιγάκι καμένα και με τo mango chutney αδύναμο και νερουλό, πράγμα απογοητευτικό, αλλά η συνέχεια μας αποζημίωσε.
Από τα ορεκτικά παραγγείλαμε το aloo chaat, που στο μενού περιγράφεται ως crispy potato mix με γιαούρτι και γλυκόξινη σάλτσα (5.40 ευρώ). Ήταν συμπαθητικό,
αν και δεν νομίζω ότι με ενθουσίασε αρκετά ωστε να το ξαναπαραγγείλω. Το dal tarka (κρεμώδης, καυτερή σούπα με φακές και πολλά μπαχαρικά - 7.20 ευρώ) ήταν πεντανόστιμο και μια ωραιότατη επιλογή για τους Ινδόφιλους vegetarians.
To korma με αρνί μου άρεσε περισσότερο εδώ συγκριτικά με τα άλλα δύο εστιατόρια (πράγμα που αποδεικνύει ότι ο μάγειρας κάνει τελικά τη διαφορά), γιατί ήταν λιγότερο π
ηχτό και πιο γλυκό, με εντονότερη τη γεύση από το γάλα καρύδας. Το chicken tikka (1ο ευρώ) ήταν αρκετά αρωματικό και αξιοπρεπώς ψημένο (αν και λίγο πιο στεγνό από ό,τι θα το ήθελα), αλλά πραγματικά τόσα χρόνια αδυνατώ να καταλάβω σε τι διαφέρει από το chicken tandoori. Εμένα γευστικά μου φαίνονται ίδια και η κυριότερη διαφορά που εντοπίζω είναι ότι, στο πρώτο, το κρεας σερβίρεται χωρίς κόκκαλα, σε κομματάκια (tikka, άλλωστε, σημαίνει ακριβώς αυτό). H άλλη διαφορά είναι ότι το ένα είναι κίτρινο, ενώ το άλλο κόκκινο, πράγμα που στη μεν πρώτη περίπτωση οφείλεται στην προσθήκη κιτρινόριζας, στην δε δεύτερη υποψιάζομαι chili powder, αν και το tandoori δεν είναι ιδιαίτερα καυτερό οπότε κάπου η θεωρία μου χωλαίνει. Μια πρόχειρη έρευνα στο Γουγλ έδειξε ότι πολλοί μάγειρες χρησιμοποιούν απλώς food coloring, πράγμα που με ξενέρωσε εντελώς (αν και έτσι λύνεται το μυστήριο της ολόιδιας γεύσης), οπότε νίπτω τας χείρας μου. Αν κάποιος από εσάς μπορεί να μου λύσει την απορία, be my guest, θα σας είμαι αιώνια ευγνώμων.
Άφησα το καλύτερο για το τέλος, γιατί ινδικό χωρίς πίτες είναι σαν πουρές χωρίς πατάτα: δεν έχει νόημα! Με χαρά μου διαπίστωσα ότι στο Indian Kitchen σερβίρονται εκτός από naan, πίτες paratha και roti, που αν δεν απατώμαι, δεν τις βρίσκου
με στα άλλα δύο εστιατόρια. Αυτή τη φορά επιλέξαμε το paratha (2.5 ευρώ), που ήταν πολύ yummy! Η διαφορά από το κλασικότερο naan είναι ότι πρώτον, αυτό εδώ, επειδή δεν γίνεται με μαγιά είναι λίγο πιο flat, δεύτερον, θυμίζει ελαφρώς σφολιάτα (όντως, φτιάχνεται σε στρώσεις) και τρίτον έχει έντονη γεύση βουτύρου. Απολαυστικό!
Όσον αφορά το σέρβις, έχω να πω πως το προσωπικό είναι πάρα πολύ ζεστό και ευγενικό. Το καλό
είναι ότι δεν χρειάζεται κράτηση -τουλάχιστον προς το παρόν, αφού το εστιατόριο δεν είναι ακόμα πολύ γνωστό- αλλά δεδομένου ότι, όταν το επισκεφθήκαμε, οι μόνοι συνδαιτυμόνες ήμασταν εμείς και άλλες δύο παρέες, οι παραγγελίες θα έπρεπε να βγαίνουν με μεγαλύτερη ταχύτητα. Ωστόσο, το μαγαζί είναι ακόμα στην αρχή του, και αυτά τα πράγματα, όσο να πεις, χρειάζονται ένα διάστημα για να μπουν σε μια πορεία.Το σίγουρο είναι πως το Indian Kitchen είναι ένα συμπαθέστατο ινδικό εστιατόριο για κάθε μέρα, σε πολύ βολικό σημείο και με καλές τιμές.

Κουζίνα: ινδική
Τιμές: 15-25 ευρώ το άτομο
Διεύθυνση: Απόλλωνος 6Β, Σύνταγμα/Κέντρο
Τηλ: 210 32 37 720

Υ.Γ. Mία πρόχειρη έρευνα για το al
oo chat αποκάλυψε -εκτός του ότι πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή street foods της Ινδίας- ότι υπάρχει:
Πρώτον, ομότιτλη ρομαντική κομεντί του Μπόλιγουντ. Δεν ξέρω ποια είναι η υπόθεσή της, αλλά το πόστερ, πιστεύω, λέει πολλά.


Δεύτερον, ομότιτλο χιπ-χοπ τραγούδι που γράφτηκε ειδικά για την ταινία.
Tο κομμάτι είναι... Χμ... Ξεσηκωτικό να το πούμε; Τελοσπάντων, θα σας αφήσω απλώς να το απολαύσετε. Αξίζει.



Νομίζω ότι το ρεφρέν λέει: "Υo, mix it up, let's rock with it, aloo chaat." Kαι αργότερα, επαναλαμβάνεται η φράση "put the chutney". That's the stuff, yo.

Y.Γ.2 Η φωτογραφία του εστιατορίου είναι από το Αθηνόραμα.