Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Παρίσι εναντίον Νέας Υόρκης: Βρείτε τις γαστρονομικές διαφορές!

O Παριζιάνος εικονογράφος Βαχράμ Μουρατιάν, ενώ μια μέρα περιπλανιόταν στη Νέα Υόρκη σκεφτόταν δίπολα μεταξύ των δύο μεγαλουπόλεων. Αμελί Πουλέν εναντίον Κάρι Μπράντσο. JFK εναντίον Σαρλ ντε Γκολ. Ζαν Λικ Γκοντάρ εναντίον Γούντι Άλεν. Προυστ εναντίον Σάλιντζερ. Αζναβούρ εναντίον Σινάτρα. Και πάει λέγοντας. Κάπως έτσι, αποφάσισε να κάνει πράξη την ιδέα του και να εικονογραφήσει τις αντιθέσεις μεταξύ της Πόλης του Φωτός και του Μεγάλου Μήλου. Οι εικονογραφήσεις του, τις οποίες αναρτά στο blog του με τίτλο Paris vs New York, a tally of two cities, έγιναν αμέσως δημοφιλείς και στη συνέχεια τυπώθηκαν και εκδόθηκαν σε βιβλίο.
Ακολουθούν οι αγαπημένες μου, που είναι -φυσικά- γαστρονομικού περιεχομένου.

To σνακ: κροκ-μεσιέ (που δημιουργήθηκε το 1910 στην οδό des Capucines) εναντίον χοτ-ντογκ (που έγινε πραγματικότητα το 1870 στο Κόνι Άιλαντ). I say yummy to both.

H εμμονή: μακαρόν (από το Laduree) εναντίον κάπκεϊκ (από το Magnolia Bakery). Mεγάλο δίλημμα για μένα, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο. Χειρότερο και από την εκλογή της Σόφι.)

To ψωμί: μπαγκέτα (με βούτυρο αλατισμένο) εναντίον μπέιγκελ (με τυρί κρέμα). Εδώ ψηφίζω με διαφορά το δεύτερο.

To απεριτίφ: μπορντό εναντίον κοσμοπόλιταν.

To πρωί της Κυριακής. Παρίσι: "Όλα τα γλέντια ολοκληρώνονται στον φούρνο". Νέα Υόρκη: "Όλα τα πάρτι πρέπει να λήγουν μ' αυτό το τραγούδι."
Κατά την ταπεινή μου άποψη, τι να σου κάνει ένα τραγούδι -έστω και από τους λατρεμένους Velvet Underground- μπροστά σε ένα ζεστό, ολόφρεσκο, αφράτο, αυθεντικό παριζιάνικο κρουασάν;

Kαι τέλος, μια διαφορά τόσο χαρακτηριστική: το τυρί. Για τους Νεοϋορκέζους, είναι επιδόρπιο. Για τους Παριζιάνους, είναι ένα κεφάλαιο από μόνο του.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Όταν το Sex & the City συνάντησε το naked body sushi

Αυτή η σκηνή με τρελαίνει. Η Σαμάνθα, στην ταινία Sex & the City, έχει ετοιμάσει naked body sushi για να γιορτάσει την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου με τον Σμιθ κι ενώ είναι ξάπλα στο τραπέζι στολισμένη πατόκορφα με maki rolls, nigiri, sashimi και διάφορες άλλες γαρνιτούρες που καλύπτουν στρατηγικά όλα τα επίμαχα σημεία, αυτός της αφήνει μήνυμα στον τηλεφωνητή ότι δεν θα τα καταφέρει να έρθει.
Παρεμπιπτόντως, η φάτσα της στο 00:54 με πεθαίνει.



H πρακτική του Nyotaimori περιλαμβάνει το σερβίρισμα ποικιλίας από sushi επάνω στο σώμα μιας ξαπλωμένης γυμνής γυναίκας.
Η έννοια nyotaimori στα Ιαπωνικά γράφεται 女体盛り και προέρχεται από τις λέξεις nyo (女) που σημαίνει γυναίκα, tai (体) = σώμα και mori (盛り), που μπορεί να αποδοθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ως σερβίρισμα.
Για να μην αρχίσουν να φωνάζουν οι φεμινίστριες περί φαλλοκρατίας και εκμετάλλευσης της γυναίκας ως σκεύους ηδονής (κυριολεκτικά, χαχα), υπάρχει αντίστοιχα και σερβίρισμα επάνω σε γυμνό άντρα και ονομάζεται Nantaimori (Ιαπωνικά: 男体盛り - παρεμπιπτόντως, να μια καλή ιδέα για το bachelorette πάρτι σας, δεσποινίδες, βλ. δεξιά).
Στη σύγχρονη αποστειρωμένη κοινωνία μας, φαίνεται ότι αυτή η πρακτική θεωρείται από πολλούς ανθυγιεινή, οπότε συχνά μεσολαβεί ένα κομμάτι πλαστικού ανάμεσα στο sushi και τη ζωντανή πιατέλα, ενώ σε χώρες όπως η Κίνα, το nyotaimori και το nantaimori έχουν πλέον απαγορευθεί. Οι θιασώτες του, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια μορφή τέχνης.
Σε κάθε περίπτωση, το πρωτόκολλο υπαγορεύει ότι τα μοντέλα, πριν το σερβίρισμα, θα πρέπει να έχουν κάνει σχολαστική αποτρίχωση (για ευνόητους λόγους) και μπάνιο με άοσμο σαπούνι και κρύο νερό, για να διατηρηθεί το sushi σχετικά δροσερό. Παραδοσιακά, σύμφωνα με την κουλτούρα των γκεϊσών, μέρος της οποίας είναι και η τεχνική nyotaimori, το μοντέλο θα πρέπει να είναι παρθένα, αλλά οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο τη σήμερον ημέραν είναι... Χμμ, ας πούμε ίσες με τις πιθανότητες να πάει ένας άντρας σε ένα τέτοιο εστιατόριο καθαρά για τη γαστρονομική εμπειρία.
Δύσκολα θα συναντήσετε τη συγκεκριμένη τεχνική σερβιρίσματος έξω από τα σύνορα της Ιαπωνίας, καθώς τα ελάχιστα εστιατόρια του δυτικού κόσμου που αποτόλμησαν να τη συμπεριλάβουν στα μενού τους, σύντομα αναγκάστηκαν να τα αποσύρουν αφού αντιμετώπισαν την κατακραυγή του κοινού. Το 2003, για παράδειγμα, όταν ένα εστιατόριο αποφάσισε να σερβίρει nyotaimori στο Σιάτλ, μια ομάδα εξοργισμένων φεμινιστριών μπούκαρε στο μαγαζί κραδαίνοντας αντιφαλλοκρατικά πλακάτ και τα έκανε ρημαδιό. (Κάπου εδώ φαντάζομαι κι έναν φαγητοπόλεμο με σούσι και γελάω μόνη μου.)
Ακόμα και στην Ιαπωνία, όμως, δεν είναι κάτι που θα συναντήσετε συχνά. Κι εκεί έχει σε μεγάλο βαθμό στιγματιστεί το nyotaimori, ενώ τα εστιατόρια αυτού του τύπου σπανίζουν και μάλλον συσχετίζονται με τη yakuza και το οργανωμένο έγκλημα γενικότερα.
Κι αν δεν θεωρείτε το nyotaimori αρκετά σοκαριστικό, πού να ακούσετε και για το wakame sake. Σύμφωνα με αυτό το -ας το πούμε- έθιμο, πρέπει να χυθεί sake επάνω στην κοιλιά της γυμνής γυναίκας, και αφού αυτό κατρακυλήσει προς τα νότια, οι συνδαιτημόνες καλούνται να το πιουν από τη γούβα που σχηματίζεται ανάμεσα στους κλειστούς μηρούς της. Και για να μην απορείτε, η λέξη wakame σημαίνει "μαλακά φύκια" και αναφέρεται στις τρίχες που επιπλέουν μέσα στο sake. Άσπρο πάτο.

Υ.Γ. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα ενδιαφέρον άρθρο, στο οποίο η δημοσιογράφος Julie Binder της εφημερίδας Guardian περιγράφει γλαφυρά την εμπειρία της από ένα δείπνο nyotaimori στο Λονδίνο, τον Φεβρουάριο του 2010.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Εικαστική γαστρονομία #10: Από τη Lady Gaga στον Francis Bacon και τούμπαλιν

Σίγουρα όλοι θα θυμάστε (πολλοί από εσάς παρά τη θέλησή σας, φοβάμαι) το περιβόητο meat dress που φόρεσε η Lady Gaga(ούγκαγκα) στα βραβεία VMA του MTV. Λίγοι, όμως, από εσάς θα γνωρίζουν ποιος είναι ο ηθικός αυτουργός του όλου εγχειρήματος. Πρόκειται για τον Nicola Formichetti, τον ιταλο-ιαπωνικής καταγωγής σχεδιαστή μόδας που σήμερα είναι και creative director του οίκου μόδας Thierry Mugler, ο οποίος μετά την απoχώρηση του ομώνυμου σχεδιαστή μετονομάστηκε σε MUGLER. Ο Formichetti γνωρίστηκε με την Gaga το 2008 και έκτοτε είναι ο στυλίστας της. Μεταξύ πολλών άλλων σουρεαλιστικών έως και ημι-παρανοϊκών εμφανίσεων είχε και την ιδέα για το φόρεμα από ωμό κρέας με το οποίο εμφανίστηκε επί σκηνής η Lady Gaga στα VMAs του 2010.
(Για την ιστορία, ο Formichetti, ωστόσο, έκανε μόνο το styling στη συγκεκριμένη εμφάνιση. Το φόρεμα το σχεδίασε ο Franc Fernandez, ο οποίος δήλωσε ότι χρησιμοποίησε "100% αληθινό, ολόφρεσκο κρέας από τον χασάπη της γειτονιάς του". Eδώ μπορείτε να διαβάσετε μία συνέντευξή του, με την οποία θα σας λυθούν όλες οι απορίες για τη δημιουργία του φορέματος, του τύπου πόσα κιλά ζύγιζε το φόρεμα, τι είδους κρέας χρησιμοποιήθηκε, πώς στερεώθηκε επάνω στη μικροκαμωμένη ποπ σταρ κλπ.)
Φέτος, το γκέι περιοδικό OUT συμπεριέλαβε τον Formic
hetti στo τεύχος με τη λίστα με τους 100 πιο influential gays του 2011. Eκείνος επέλεξε να φωτογραφηθεί κρατώντας δύο μεγάλα αρνίσια (θαρρώ) μπούτια από το κότσι. O Formichetti, στη συνέντευξη του για το περιοδικό OUT δήλωσε ότι ήταν η πρώτη φορά που του ζητήθηκε να ξαναδημιουργήσει κάτι με κρέας μετά το meat dress, αλλά ότι σε κάθε περίπτωση βρίσκει παρωχημένη τη χρήση υφασμάτων για τη δημιουργία ρούχων και ότι τελευταία πειραματίζεται με τη χρήση τροφίμων, αλλά και άλλων ανστισυμβατικών υλικών για ενδυματολογικούς σκοπούς με την εταιρεία του Uniclo στην Ιαπωνία. (Την υπόλοιπη συνέντευξη και τη φωτογράφιση του Formichetti για το OUT μπορείτε να δείτε εδώ.)
Η φωτογράφιση ήταν φόρος τιμής στη Lady Gaga, τη γυναίκα που τον έβαλε στον
παγκόσμιο χάρτη της μόδας, πράγματι, αλλά ταυτόχρονα και σε έναν πολύ σπουδαίο καλλιτέχνη: τον Francis Bacon και το έργο του "Figure with meat", του 1954 (δεξιά). Το έργο αυτό αποτελούσε εικαστική αναφορά τόσο στο διάσημο πίνακα-σταθμό στην ιστορία της τέχνης του Rembrandt με το σφαγμένο βόδι, όσο και στο πορτρέτο του πάπα Ινοκέντιου του Ντιέγκο Βελάσκεθ.
Στη συνέχεια, βέβαια, ο φωτογράφος John Deakin απαθανάτισε τον Βρετανό ζωγράφο σε αυτήν εδώ την πόζα με τον (διασκεδαστικό, θα έλεγα) τίτλο "Bacon with Meat", το 1964 (αριστερά), την οποία, ουσιαστικά ξεπατήκωσε ο Formichetti για τη δική του φωτογράφιση. Για την ιστορία και πάλι, ο Deakin ήταν ένας καλλιτέχνης που κατά κύριο λόγο φωτογράφιζε τον Bacon και την παρέα του, αλλά είχε μάλλον κόμπλεξ κατωτερότητας και θεωρούσε ότι τα έργα του δεν είχαν καλλιτεχνική αξία. Ωστόσο, φαίνεται ότι ο Bacon πίστευε πολύ στο ταλέντο του, δεδομένου ότι βάσισε αρκετούς πίνακές του σε φωτογραφικά έργα που του ετοίμαζε ο Deakin κατόπιν παραγγελίας.
Αλλά για πάμε αρκετά πιο πίσω και θα δούμε ότι το
κεφάλαιο "σφαχτά" στην τέχνη ξεκινάει πολύ πιο πριν. Ο Φλαμανδός Joachim Beuckelaer, τo 1564, ζωγραφίζει ένα σφαγμένο γουρούνι. Oι ιστορικοί τέχνης πιστεύουν ότι ο πίνακας έχει θρησκευτική σημασία και πρόκειται για μια αλληγορία της σταύρωσης, πεποίθηση η οποία ενισχύεται και από τη λεπτομέρεια των ανθρώπων που φέρνουν κρασί από το κελάρι, στο βάθος του πίνακα.
Το 1640 περίπου, ο Isaac van Ostade ζωγραφίζει το "Das gespaltete Schwein", (άλλο γουρούνι πάλι), ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1657, ο Rembrandt δημιουργεί τον περίφημο πίνακά του με το σφαγμένο βόδ
ι (δεξιά).















Και η κρεατολαγνεία δεν σταματά εκεί. Ακολουθεί ο Γερμανός Lovis Corinth με το "Le boeuf abattu à l’abattoir", το 1905 (κάτω αριστερά), και ο εβραϊκής καταγωγής εξπρεσιονιστής ζωγράφος Chaim Soutine από τη Λευκορωσία με το -ανατριχιαστικά ανθρωπόμορφο, θα έλεγα- "Boeuf ecorche", το 1925 (κάτω δεξιά). (Παρεμπιπτόντως, ο Soutine ζωγράφισε μια σειρά δέκα πινάκων με το συγκεκριμένο θέμα, ένας εκ των οποίων πουλήθηκε το 2006 σε δημοπρασία του οίκου Christie's για 7,8 εκατομμύρια λίρες σε έναν ανώνυμο ιδιώτη. Δεν τα λες και λίγα...) Ένα ενδιαφέρον trivia είναι επίσης ότι όταν ο Soutine κουβάλησε το κουφάρι του βοδιού στο ατελιέ του για να το ζωγραφίσει, οι γείτονές του σκανδαλίστηκαν και, με το πρόσχημα της ανυπόφορης δυσωδίας, κάλεσαν την αστυνομία. Εν συνεχεία, ο Soutine έκανε κήρυγμα στους αστυνομικούς για το κατά πόσον η σημαντικότητα της τέχνης υπερβαίνει κατά πολύ αυτή των κανόνων υγιεινής.
















M'
αυτά και μ' αυτά πλησιάζουμε χρονολογικά και πάλι στον Bacon, ο οποίος πριν το βόδι του 1954 είχε ξανακαταπιαστεί με βόδια το 1946, σε αυτόν εδώ τον πίνακα (κάτω αριστερά). Έναν χρόνο μετά, o Εβραίος Marc Chagall πρέπει να ζήλεψε κάτι από τη δόξα όλων των προαναφερόμενων, αφού τοποθετεί δίπλα σε μία από τις περίφημες ιπτάμενες φιγούρες του ένα κρεμάμενο βόδι (κάτω δεξιά).
















Aλλά τα βάσανα των τετράποδων δεν τελειώνουμε εδώ. Τη δεκαετία του '60, o Aυστριακός καλλιτέχνης Hermann Nitsch της ομάδας των Vienna Aktionists ξεκινά μια σειρά από σπλάτερ εγκαταστάσεις και τελετουργικού χαρακτήρα performances, μία εκ των οποίων περιλαμβάνει ένα εσταυρωμένο και ξεκοιλιασμένο αρνί, του οποίου τα έντερα είναι τοποθετημένα ακριβώς μπροστά του, επάνω σε ένα τραπέζι.



Eίκοσι χρόνια μετά, ο Βρετανός John LeKay, εμπνευσμένος κι αυτός με τη σειρά του από τα έργα του Rembrandt και του Bacon δημιουργεί μια σειρά με κρεατικά, από τα οποία ίσως το γνωστότερο είναι το "This is my body, this is my blood", μια εγκατάσταση που αποτελείται από ένα αρνί σταυρωμένο πάνω σε μια επιφάνεια κοντραπλακέ.


Για την ιστορία και πάλι, ο LeKay, στις αρχές της δεκαετίας του '90 άρχισε να κατασκευάζει κρανία από κρύσταλλο και στη συνέχεια κατηγόρησε τον (κατά πολύ διασημότερό του) Damien Hirst ότι του έκλεψε την ιδέα όταν αντίκρισε το περιβόητο κρανίο του Hirst με τα διαμάντια (προς αποφυγή παρεξηγήσεων, το έργο του Hirst είχε διαμάντια btw, όχι το κρανίο του ίδιου, λολ). Ωστόσο εγώ δεν μπορώ να μην παρατηρήσω και μία ύποπτη ομοιότητα του έργου του LeKay με αυτό του Nitsch, ακριβώς από πάνω. Τυχαίο; (Παρεμπιπτόντως, αυτή την περίοδο και για λίγες μέρες ακόμη, μπορείτε να δείτε την πολύ ενδιαφέρουσα ατομική έκθεση του Damien Hirst με τίτλο "New Religion" στο Μουσείο Μπενάκη. Για πληροφορίες δείτε εδώ.)
Και ενώ, λοιπόν, έχουμε διατρέξει κάμποσου
ς αιώνες καλλιτεχνικής δημιουργίας εμπνευσμένης από σφαγμένα γουρούνια, αρνιά και βόδια, η υπόθεση δεν σταματά εδώ. Η Παλαιστίνια καλλιτέχνιδα Mona Hatoum, το 1998, κρέμασε και φωτογράφισε δύο σφαγμένα βόδια στην είσοδο ενός καταστήματος (αριστερά). H Hatoum έχει κατά καιρούς καταπιαστεί με τη θνητότητα και το εύθραυστο του -ανθρώπινου και μη- σώματος και στα έργα της χρησιμοποιεί συχνά "θραύσματά" του: μαλλιά, ιστό, όργανα, κουφάρια ζώων κλπ.
Παράλληλα, σε ένα παρόμοιο πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει
και το έργο της Βρετανίδας Jenny Saville, της γενιάς των Young British Artists. Η Saville (που πολλοί μπορεί να τη γνωρίζετε από τα εξώφυλλα που έχει κάνει για δύο άλμπουμ των Manic Street Preachers) έχει ασχοληθεί στη ζωγραφική της κυρίως με θύματα κακοποιήσεων, σωματικές παραμορφώσεις και transgender ασθενείς, αλλά ένα αρκετά γνωστό (και πολύ δυνατό) έργο της είναι και ο πίνακας "Torso" του 2004 (δεξιά).
Με λίγα λόγια, όπως καταλάβατε, ο κλέψας του κλέψαντος πάει το θέμα με τα σφάγια στην τέχνη και δεν ξέρω κατά πόσον ο όρος "αναφορά στον τάδε" δικαιολογεί την κατά καιρούς ξεδιάντροπη κλοπή του πνευματικού έργου ενός άλλου καλλιτέχνη. Βέβαια το θέμα μας δεν είναι αυτό και εντωμεταξύ, είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν και πολλές παραλείψεις σε τούτο εδώ το άρθρο. Ωστόσο, επειδή υποψιάζομαι ότι η συγκεκριμένη θεματολογία κάθε άλλο παρά σας άνοιξε την όρεξη για μπάρμπεκιου, είπα να κλείσω με κάτι λίγο πιο διασκεδαστικό.
Διότι το φόρεμα της διάσημης ποπ σταρ το είδατε πολλοί...
Το τσαντάκι-φάκελο, όμως, που το συνόδευε, ΤΟ ΕΧΕΤΕ ΠΡΟΣΕΞΕΙ ΠΑΡΑΚΑΛΩ;;;;;
(Στη φωτό αριστερά, η Gaga με τον Formichetti.)

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Έκθεση φωτογραφίας Fashion Food στο Βερολίνο

Η γαστρονομία και η μόδα είναι δύο χώροι που έχουν έρθει πολλές φορές κοντά. Αξίζει να θυμηθούμε το περίφημο meat dress της Lady Gaga στα VMA (εμπνευστής του οποίου είναι ο σχεδιαστής Nicola Formichetti, creative director του οίκου Mugler), τη φούστα από μπανάνες της διάσημης χορεύτριας Josephine Baker τη δεκαετία του '20 στο παριζιάνικο καμπαρέ Folies Bergère, ή και ακόμα πιο πίσω, τα φύλλα συκής που έκρυβαν στρατηγικά τα επίμαχα σημεία του Αδάμ και της Εύας!
Πριν λίγες μέρες, λοιπόν, ξεκίνησε στο Βερολίνο μια ακόμη γαστρονομικού ενδιαφέροντος έκθεση φωτογραφίας με τίτλο Fashion Food, στο Museum für Kommunikation (Μουσείο Επικοινωνίας). Πρόκειται για μια συνεργασία μεταξύ του Αυστριακού σεφ Roland Trettl (που έχει ένα αστέρι Michelin για το εστιατόριό του Ikarus στο Σάλτσμπουργκ) και του Γερμανού φωτογράφου Helge Kirchberger, που στόχο έχει να ενώσει όχι απλά το φαγητό και τη μόδα, αλλά την haute cuisine και την haute couture!
Ο πρώτος σχεδίασε ρούχα κατασκευασμένα από φαγώσιμα και ο δεύτερος απαθανάτισε τα μοντέλα που τα φορούσαν.
Η συλλογή περιλαμβάνει πληθώρα ρούχων και αξεσουάρ φτιαγμένων από χταπόδια, καβούρια, φύκια, προσούτο, σοκολάτα, σολομό, αυγά ορτυκιού, ζυμαρικά και πολλά άλλα γκουρμέ προϊόντα, με άλλα λόγια, ένα σωστό κέρας Αμάλθειας. Σύμφωνα με τους εμπνευ
στές του project, στόχος δεν ήταν μονάχα η δημιουργία έργων τέχνης με τρόφιμα ως πρώτη ύλη, αλλά η καταγραφή ενός σχολίου για την καταναλωτική κοινωνία και για το πόσους πόρους της φύσης σπαταλάμε άσκοπα. Η διευθύντρια του μουσείου, Lieselotte Kugler, είπε ότι το project είναι μια "γιορτή του φαγητού" και ότι θα πρέπει να αναλογιστούμε σοβαρά πόσες χιλιάδες τόννοι τροφίμων πετιούνται κάθε χρόνο σε όλο τον κόσμο. (Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι στη Γερμανία καταλήγουν ετησίως 5.000 τόννοι ψωμιού στις χωματερές). Μάλιστα, ακριβώς επειδή οι δημιουργοί ήθελαν να αποδείξουν ότι η συλλογή αυτή δεν είναι μία ακόμα σπατάλη αγαθών αλλά ένας "κώδων κινδύνου" που πρέπει να μας προβληματίσει, τα τρόφιμα που χρησιμοποιήθηκαν για τη φωτογράφιση, στη συνέχεια μαγειρεύτηκαν και καταναλώθηκαν σε ένα δείπνο που διοργανώθηκε για τους συμμετέχοντες! (Πόσο σουρεάλ μπορεί να είναι να τρως το ίδιο σου το μπλουζάκι by the way; Μου θυμίζει τον Ρόμπαξ, που έπειτα από κάθε ήττα από τον Σκρουτζ έβαζε αλάτι στο καπέλο του και το έτρωγε μουγκρίζοντας δυσαρεστημένος "σγκρουντ-σγκρουντ".)
Μόνη εξαίρεση από το δείπνο αποτέλεσε ένα σοκολατένιο
φόρεμα, που δεν μπορούσε να αφαιρεθεί και το μοντέλο αναγκάστηκε να το ξεπλύνει από πάνω του. Ήταν μάλιστα και η δημιουργία που δυσκόλεψε περισσότερο τον φωτογράφο, αφού είχε μόλις 20 λεπτά για να την αιχμαλωτίσει στον φακό πριν αυτή αρχίσει να ξεραίνεται και να διαλύεται...
Ο Trettl, σε μία ενδιαφέρουσα συνέντευξή του, δήλωσε ότι το φαγητό και η μόδα έχουν πολλά κοινά, σημαντικότερο των οποίων είναι η εποχικότητα, αλλά ένα εξίσου σημαντικό, ίσως, συνεκτικό τους στοιχείο είναι η ομορφιά, αφού όπως λέει, οι άνθρωποι που ασχολούνται με την εμφάνισή τους και ντύνονται όμορφα, συνήθως ενδιαφέρονται και για το καλό φαγητό.
Άξιο αναφοράς βρίσκω επίσης
το γεγονός ότι πρόκειται για έναν από τους λίγους σεφ που δηλώνουν ότι "η γαστρονομία δεν είναι τέχνη". O Trettl λέει ότι δεν θεωρεί τον εαυτό του καλλιτέχνη, αλλά τεχνίτη ή μάστορα και ότι ο λόγος είναι το εφήμερο των γαστρονομικών δημιουργιών, αφού κατά τη γνώμη του, η τέχνη οφείλει να είναι διαχρονική, να έχει αντοχή στον χρόνο.
Και για να μην αναρωτιέστε, από πάνω προς τα κάτω, στις φωτογραφίες βλέπουμε:
1. Περιδέραιο από χταπόδι και φόρεμα από φύκια nori.
2. Μοντέλο με φόρεμα από ζυμαρικά με μελάνι σουπιάς και περιδέραιο από αυγά ορτυκιών. Αριστερά του ο σεφ Trettl, δεξιά του ο φωτογράφος Kirchberger.
3. Ο Trettl φοράει σε ένα μοντέλο μια μάσκα από δέρμα ψαριού.
4. Κάπα από μπέικον (oh, yes).
5. Αριστερά: καπέλο από τσόφλια αυγών, τοπάκι από χοιρινό λίπος (yummy).
6. Headpiece από σαλάτα φριζέ, κάρδαμο και κόκκινες πιπεριές τσίλι.
7. Μπλούζα από κομμάτια σολομού και headpiece από δέρμα ψαριού. Ο μοντέλος φορούσε από κάτω και σώβρακο από μαρουλόφυλλα, αλλά δεν φαίνεται στη συγκεκριμένη φωτό.

Υ.Γ. Την υπόλοιπη συνέντευξη του Trettl μπορείτε να διαβάσετε
εδώ.
Υ.Γ.2 Εδώ μπορείτε να δείτε και το backstage της φωτογράφισης, με τους δύο καλλιτέχνες εν ώρα δημιουργίας.



Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Εστιατόριο Rincon Mexicano στου Μακρυγιάννη

Για τις σωστές εθνικές κουζίνες και το πόσο δυσεύρετο πράγμα είναι μακριά από τον τόπο τους τα έχουμε πει και ξαναπεί. Ειδικά στην περίπτωση της μεξικάνικης κουζίνας, η οποία μπορεί να φαίνεται εύκολη (τι στο καλό, κρέατα πασπαλισμένα με τυρί και τυλιγμένα σε πίτες είναι ως επί το πλείστον, σου λέει), αλλά δεν είναι, πολλά πράγματα μπορούν να πάνε στραβά. Το κυριότερο πρόβλημα που έχω συναντήσει είναι να μου σερβίρουν μια απροσδιόριστη μάζα από διάφορα πράγματα (κιμάδες, φασόλια, λαχανικά) ανακατεμένα όλα μαζί και πνιγμένα σε έναν ωκεανό από φτηνιάρικο τσένταρ. Είτε παίρνεις μπουρίτο, είτε εντσιλάδας, είτε τάκος, είτε κεσαντίγιας, ένα και το αυτό...
Παρόλα αυτά, επειδή το Μεξικό πέφτει λίγο μακριά και πότε-πότε (το ομολογώ) με πιάνει νοσταλγία για ένα μπουρίτο, ένα γκουακαμόλε, ένα τσίλι κον κάρνε, βρε αδερφέ, I have to make do with what I have, που λένε και στο χωριό μου. Επομένως, μια συμπαθητική λύση είναι το Rincon Mexicano, στου Μακρυγιάννη, το οποίο δοκίμασα πρόσφατα.
Εάν περιμένετε πολυτέλειες, σας το λέω εκ των προτέρων ότι δεν πρόκειται να σας γεμίσει το μάτι. Στην ουσία, πρόκειται για ένα μικρό, συνοικιακό, οικογενειακό μαγαζάκι, αντίστοιχο λίγο-πολύ των δικών μας σουβλακερί. (Eξάλλου, το λέει και το όνομά του, αφού"rincón mexicano" σημαίνει "μεξικάνικη γωνιά".) Ωστόσο, αν αποφασίσετε να του δώσετε μια ευκαιρία, μπορώ να σας πω αρκετά συν για τη λίστα των pros & cons.
Καταρχάς, είναι πολύ-πολύ φθηνό και ειδικά εάν αντί για μερίδες παραγγείλετε μεζεδάκια και τα μοιραστείτε, πράγμα που σας συνιστώ.
Ξεκινήστε με νάτσος και γκουακαμόλε (2 ευρώ), που έρχονται στο τραπέζι ζεστά και είναι ό,τι πρέπει για μασούλημα ώσπου να έρθει το φαγητό (αν και λίγη μεγαλύτερη απλοχεριά στο γκουάκα δεν θα ήταν κακή, ένα αβοκάντο είναι for god's sake, δεν είναι από χρυσάφι, people!). Εμείς, από τα ορεκτικά παραγγείλαμε ένα μπουρίτο με κιμά (σάλτσα ντομάτας, ρύζι, φασόλια, τυρί κρέμα) και κεσαντίγιας (μαλακές τορτίγιας γεμιστές με τυρί και σάλτσα), που στοίχιζαν 4 ευρώ έκαστο και ήταν αξιοπρεπέστατα. Ενδιαφέρουσα επιλογή είναι και τα ταμάλες ντε ελότε (5 ευρώ). Είναι ζυμαράκια από αλεύρι καλαμποκιού με κοτόπουλο, τυλιγμένα σε φύλλα μπανανιάς και είναι μια ιδιαίτερη επιλογή που δεν την έχω ξανασυναντήσει σε κάποιο άλλο από τα μεξικάνικα της πόλης που έχω δοκιμάσει ως τώρα. By the way, τα φύλλα της μπανανιάς ΔΕΝ τρώγονται, στόχος είναι απλώς να δώσουν άρωμα κατά το μαγείρεμα. Εγώ προειδοποιώ καλού-κακού, όχι τίποτα άλλο, μη διαμαρτυρηθεί και κανείς ότι τον δηλητηρίασα. (προσοχή: η φωτό δεν είναι από το συγκεκριμένο εστιατόριο).
Η σαλάτα βερακρουζάνα, πάλι, ήταν μια ατυχής επιλογή. Μας παρέσυρε ο κάκτος που λειτούργησε ως κράχτης (εγώ βρίσκω τη γεύση και την υφή του πολύ διασκεδαστική, η φίλη μου η Α. από την άλλη επέμενε ότι είναι "σαν αγγουράκι τουρσί ψιλοκομμένο", αλλά γούστα είναι αυτά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα κτλ.), αλλά τελικά στο τραπέζι προσγειώθηκε μια άνοστη και σχεδόν συμπαγής μάζα από κομμάτια κάκτου αγκαζέ με βρασμένες γαρίδες, πνιγμένα αμφότερα στην κρέμα γάλακτος, πράγμα που φυσικά δεν τρωγόταν.
Και τώρα πάμε στον -κατά τη γνώμη μου- κύριο λόγο για να επισκεφθεί κανείς το Rincon Mexicano, που δεν είναι άλλος από το μόλε πομπλάνο (8 ευρώ). Πρόκειται για ένα παραδοσιακό, γιορτινό μεξικάνικο πιάτο που μαγειρεύεται σε special occasions και περιλαμβάνει κοτόπουλο μαγειρεμένο με μια spicy σάλτσα με σοκολάτα και μπόλικα τσίλι και ροζ πιπέρι και σερβιρισμένο με πουρέ φασολιών, ρύζι και τορτίγιας (προσοχή: η φωτό δεν είναι από το συγκεκριμένο εστιατόριο). Ναι, σωστά διαβάσατε, σάλτσα με σοκολάτα. Ναι, το ξέρω ότι ακούγεται weird, αλλά αν μπορείτε να προσπεράσετε την ιδέα ότι μπορεί να τρώτε κάτι που ταυτόχρονα είναι γλυκό και αλμυρό (τύπου παστός μπακαλιάρος με μαρμελάδα βερίκοκο) -διότι σας διαβεβαιώ ότι φτιάχνεται με σοκολάτα άγλυκη- δώστε του μια ευκαιρία και είμαι σίγουρη ότι η γεύση του θα σας αποζημιώσει. Aν μη τι άλλο, την ίδια επιφυλακτικότητα είχαν και οι χωρικοί στην ταινία Chocolat (TI; Δεν την έχετε δει; Και τολμάτε να αυτοαποκαλείστε foodies;) όταν η Juliette Binoche άνοιξε τη σοκολατερί της, αλλά στο τέλος όλοι έγλυφαν τα δάχτυλά τους όταν τους μαγείρεψε ένα ολόκληρο δείπνο με βάση το κακάο, το οποίο μεταξύ άλλων περιλάμβανε και mole poblano!
Συνοψίζοντας, οι γεύσεις είναι συμπαθητικές και το σέρβις κεφάτο και γρήγορο. Βέβαια, η ταχύτητα οφείλεται δυστυχώς στο ότι όλα τα φαγητά είναι έτοιμα από πριν και απλώς τα ζεσταίνουν (πράγμα που συμπεράναμε από το γεγονός ότι όλα εμφανίστηκαν στο τραπέζι μας ταυτόχρονα), αλλά αυτά σε μια οικογενειακή επιχείρηση δύσκολα αποφεύγονται.
Eν ολίγοις, στο Rincon Mexicano θα φάτε αξιοπρεπή (μην περιμένετε να ενθουσιαστείτε, ωστόσο) πιάτα σε καλές τιμές. Κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι μια καλή προσπάθεια, που θέλει ωστόσο αρκετή δουλειά, αλλά από την άλλη βρίσκω το συγκεκριμένο εστιατόριο πολύ πιο τίμιο και αυθεντικό από κάτι άλλα γιαλλαντζί μεξικάνικα που χρεώνουν τη μαργαρίτα 12 ευρώ λες και πρόκειται για κοκτεϊλόμπαρα σε roof πεντάστερου ξενοδοχείου ή πετάνε μέσα σε μια πίτα ό,τι κρέατα τους έχουν ξεμείνει και τα βαφτίζουν εντσιλάδας. Ονόματα δεν λέμε, ο νοών νοείτω.
Και το μεγαλύτερο ατού του Rincon Mexicano; Μπορείτε να το συνδυάσετε ανετότατα με ένα (ή και περισσότερα) ποτά στο Tiki bar ή σε κάποιο άλλο από τα πολύ ενδιαφέροντα μπαράκια, που βρίσκεται στα πέριξ, σε απόσταση αναπνοής...

Κουζίνα: μεξικάνικη
Τιμές: 13-20 ευρώ το άτομο (με ποτό)
Διεύθυνση:Δημητρακοπούλου 5, Μακρυγιάννη
Τηλ: 211 4054659, 6933354265. (Δεν χρειάζεται κράτηση, μην μπείτε στον κόπο.)


Y.Γ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορία της δημιουργίας του mole poblano. Λέγεται ότι τα πρώτα χρόνια της αποικιακής περιόδου, κάποιες καλόγριες της μονής Σάντα Ρόζα στην περιοχή Πουέμπλα (από όπου παίρνει και το δεύτερο κομμάτι του ονόματός του το πιάτο, ενώ "mole" σημαίνει "σκεύασμα" ή "σάλτσα"), όταν πληροφορήθηκαν ότι θα τις επισκεπτόταν ο αρχιεπίσκοπος αποφάσισαν ότι έπρεπε να του μαγειρέψουν ένα σπέσιαλ γεύμα. Όντας, όμως, πολύ φτωχές, αναγκάστηκαν να αυτοσχεδιάσουν με ό,τι είχαν διαθέσιμο. Έτσι, έσφαξαν μια γέρικη γαλοπούλα που είχαν, τη μαγείρεψαν και τη σέρβιραν με μια σάλτσα που περιείχε πολλές πιπεριές τσίλι, μπαχαρικά και λίγη σοκολάτα. Εννοείται ότι ο αρχιεπίσκοπος ενθουσιάστηκε. Το πιάτο θεωρείται από πολλούς εθνικό πιάτο του Μεξικού και σερβίρεται συνήθως σε γάμους, βαφτίσεις, γενέθλια, αλλά και κατά το Cinco de Mayo (5 Μαΐου), την εθνική γιορτή του Μεξικού.


Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Επιτραπέζιο για foodies


Χαζεύοντας τις προάλλες σε ένα από τα αγαπημένα μου sites με ρετρό ρούχα, αξεσουάρ και αντικείμενα, βρήκα αυτό εδώ το παιχνιδάκι που σκέφτηκα ότι θα το εκτιμήσετε. Είναι ένα διασκεδαστικό επιτραπέζιο για τους απανταχού foodies, αλλά και για όσους έχουν βαρεθεί να ακούν τους gastro-lover φίλους τους να μιλούν σε μια ακατανόητη γλώσσα με άγνωστες κωδικές έννοιες των οποίων τη σημασία δεν γνωρίζουν: Το σετ καρτών "better plate than never" (Παίρνουν και επιπλέον πόντους για το ευρηματικό όνομα!) περιλαμβάνει πενήντα κάρτες με γαστρονομικούς όρους όπως "foodie", "gastropub", "slow food", "fusion", "foam", οι οποίοι εξηγούνται με εύστοχα (και χιουμοριστικά) παραδείγματα και ρετρό 50s style σκίτσα, καθώς επίσης και οδηγίες για πέντε παιχνίδια που μπορείτε να παίξετε μ' αυτές! Enjoy!


Υ.Γ. Όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να το βρει εδώ.