Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Απόψε θα χιονίσει, θα το δεις...

Πρόσφατα διάβασα το πρώτο βιβλίο της ταλαντούχου ηθοποιού -και πλέον και συγγραφέως- Δάφνης Μανούσου με τίτλο "Απόψε θα χιονίσει, θα το δεις..." και έχω να παρατηρήσω πως εκτός του ότι είναι ένα πολύ τρυφερό και φρέσκο coming of age μυθιστόρημα, είναι και γεμάτο αναφορές σε διάφορες λιχουδιές.
Το μυθιστόρημα αφορά τις περιπέτειες της νεαρής Ίλιας στη Νέα Υόρκη όπου πηγαίνει για να σπουδάσει υποκριτική στα τέλη των 90s, αλλά και τη ζωή της στην Αθήνα μετά το τέλος των σπουδών της, τις ερωτικές της σχέσεις και τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα. Συχνά-πυκνά μου έτρεξαν τα σάλια καθώς θυμόμουν κι εγώ με νοσταλγία (για γαστρονομικούς και όχι μόνο λόγους) τα δικά μου ταξίδια στο Μεγάλο Μήλο, αφού το βιβλίο είναι γεμάτο τερψιλαρρύγειους τίτλους όπως "Pancakes, bagels and a lot of Hudson river", γεύματα σε γραφικές τρατορίες του Village -όπου συχνάζουν celebrities σαν τον Ethan Hawke και την Uma Thurman- και αναφορές σε αγαπημένα αμερικάνικα σνακς όπως bagels με σταφίδες, muffins από το περίφημο Angelica και σοκολατοκαφέδες από το Chocolate Factory... Για cupcakes και donuts δεν είδα βέβαια να γίνεται λόγος πουθενά, αλλά η συγγραφέας με διαβεβαίωσε ότι καταναλώθηκαν άφθονα στη διάρκεια της παραμονής της στις ΗΠΑ!

Θα σταθώ σε ένα απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου, παρμένο από το κεφάλαιο με τίτλο "Φιλί από μπίρα και mentos". Eίναι μια τρυφερή περιγραφή της πρώτης φοράς που η ηρωίδα ερωτεύεται με ανταπόκριση έναν ξανθό Σουηδό στις διακοπές της στο Λονδίνο:

Καθώς ανέβαινα με τις κυλιόμενες σκάλες, τον είδα που στεκόταν στη μέση της κεντρικής αίθουσας, ξανθός, μ' εκείνο το ξεφτισμένο μπλε παλτό του, που ήταν λες κι είχε φτιαχτεί γι' αυτόν. Εκείνη την ώρα που τον είδα, ξέχασα τα πάντα, ότι είχαμε μπροστά μας μόνο ένα βράδυ, ότι καλά-καλά δεν τον ήξερα, ότι, ότι... Με πλησίασε και με φίλησε στο στόμα, "Φιλί με γεύση από μπίρα", σκέφτηκα, -εντάξει, ήμουν τελείως άβγαλτη, αλλά από τότε συμβαίνει το εξής περίεργο, έτσι και με φιλήσει άντρας στο στόμα έχοντας προηγουμένως πιει μπίρα, ασυναίσθητα θυμάμαι τον Ματίας.
Το Λονδίνο ήταν φωτισμένο χριστουγεννιάτικα, πήγαμε για μπίρες και όχι για ψώνια, και μετά στο σπίτι του, που το μοιραζόταν με συγκάτοικους. Μπίρες με γεύση φραγκοστάφυλου, αυτό πίναμε. Και μου φαινόταν η πιο τέλεια μπίρα του κόσμου! Όταν φτάσαμε στο σπίτι του, στο Στόουκ Νιούινγκτον, πέθαινα της πείνας. Θυμάμαι πως με πήρε αγκαλιά και μου είπε:
"Για να δούμε τι θα σε ταΐσουμε τώρα;" Σουρεάλ. Μου εμφάνισε κάτι κρητικά παξιμάδια που είχε φέρει ο συγκάτοικός του, ο Άντονι, από τις διακοπές του στην Κρήτη.
Καθώς μασουλούσα ένα παξιμάδι, τον άκουγα να μου λέει, ενώ με είχε στα πόδια του, ότι θα έρχεται τουλάχιστον μία φορά το μήνα στη Νέα Υόρκη. Μου είχε κοπεί η ανάσα, δεν ήξερα τι να πω!
"Δεν είναι και τόσο ακριβά τα εισιτήρια πια!"
"Θα το κάνεις;"
"Φυσικά και θα το κάνω! Αφού θέλω να είμαι συνέχεια μαζί σου, χαζό! Γιατί δεν μετακομίζεις εδώ; Τόσες καλές σχολές υπάρχουν στο Λονδίνο!"
[...]
Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι του κι αρχίσαμε να φιλιόμαστε, φιλιόμασταν για πάντα. Και ενώ δεν κάναμε τίποτα άλλο πέρα από χάδια και φιλιά, εγώ νόμιζα πως ανακάλυψα την Αμερική. Κάποια στιγμή μας πήρε ο ύπνος και ξυπνήσαμε με το πρώτο φως που μπήκε στο δωμάτιο. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Ματίας ήταν να ανοίξει ένα πακέτο καραμέλες mentos που είχε αγοράσει το προηγούμενο βράδυ, στο δρόμο για το σπίτι. Έβαλε μία στο στόμα του και μού 'δωσε κι εμένα μία.
"Για να έχουμε ωραία γεύση", μου είπε και αρχίσαμε πάλι να φιλιόμαστε για πάντα. Είχαμε κάτι σαν άγχος και οι δύο, ξέραμε ότι ο χρόνος περνάει, ο χρόνος τελειώνει, σε λίγες ώρες θα έπαιρνα το τρένο για το Εδιμβούργο και ότι μπορεί να μην ξανασυναντιόμασταν.

Υ.Γ. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Anubis.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Ύπουλη πίτσα

Εσείς πόσες φορές έχετε πάθει εγκαύματα τρίτου βαθμού στον ουρανίσκο σας επειδή απλά δεν αντέχατε να περιμένετε να κρυώσει η πίτσα;

Δείτε το σε μεγαλύτερη ανάλυση εδώ: Problem With Pizza

Πείτε μου, σας παρακαλώ. Πώς γίνεται κάτι τόσο νόστιμο να είναι τόσο διαβολικό;

Υ.Γ. Το στριπ είναι από το διαδικτυακό κόμικ Doghouse Diaries.

Τα γλειφιτζούρια και ο Salvador Dalí

Δεν θυμάμαι αν το έχω αναφέρει ξανά, πάντως η τελευταία μου εμμονή είναι τα γλειφιτζούρια και συγκεκριμένα τα Chupa Chups, τα οποία έχουν και τεράστια ποικιλία σε γεύσεις (πεθαίνω για καρπούζι και για raspberry & cream). Διαπίστωσα, δε, πως είναι ό,τι καλύτερο για να γλυκαθεί κανείς έπειτα από ένα γεύμα -χωρίς πολλές θερμίδες- ή σαν σνακ στο σινεμά αντί για τα καθιερωμένα υπερ-παχυντικά νάτσος και το ποπκόρν. Μάλιστα, το χρονομέτρησα: μία ταινία = περίπου τρία γλειφιτζούρια (χωρίς το διάλειμμα).
Ο Ν. λοιπόν, σαν καλός φίλος, μού συμπαραστέκεται στον εθισμό μου και μου έστειλε ένα ωραίο άθρο για την ιστορία του λογότυπου των Chupa Chups, το οποίο έχει σχεδιάσει -είμαι σίγουρη ότι δεν θα πήγαινε ποτέ με τίποτα το μυαλό σας- ο Salvador Dalí!
Το καταλανικής προέλευσης γλειφιτζούρι πρωτοέκανε την εμφάνισή του το 1958, όταν ο Ισπανός επιχειρηματίας Enric Bernat (ιδρυτής της Chupa Chups) είχε την ιδέα να τοποθετήσει μια στρογγυλή καραμέλα πάνω σε ένα ραβδάκι. Ονόμασε το προϊόν του "GOL", γιατί φαντάστηκε, λέει, το γλειφιτζούρι σαν μια μπάλα ποδοσφαίρου και το ανοιχτό στόμα σαν τέρμα στο οποίο μπαίνει γκολ. Το σλόγκαν που χρησιμοποιήθηκε για την προώθησή του ήταν "És rodó i dura molt, Chupa Chups", που σημαίνει "είναι σφαιρικό και έχει μεγάλη διάρκεια".
Το προϊόν ωστόσο δεν είχε επιτυχία. Έτσι, ο Bernat προσέλαβε αργότερα ένα διαφημιστικό πρακτορείο, το οποίο μετονόμασε το προϊόν σε "chupa chups", από το ισπανικό ρήμα "chupar" που σημαίνει "γλείφω". Μια ωραία πρωΐα, λοιπόν, το 1969, ενώ ο Bernat έπινε τον καφέ του παρέα με τον διάσημο καλλιτέχνη και καλό φίλο του Salvador Dalí και του γκρίνιαζε για το αποτυχημένο του γλειφιτζούρι, ο ιδιοφυής Dali έπιασε μια εφημερίδα που είχε δίπλα του κι έπεσε με τα μούτρα στα σχέδια. Αυτό ήταν! Το λογότυπο δεν έχει αλλάξει έκτοτε, έπειτα από 4.000.000.000 πωλήσεις. Συν τοις άλλοις, ο Dali έκανε και την εξής εύστοχη παρατήρηση: το logo έπρεπε να τοποθετηθεί στην κορυφή του γλειφιτζουριού και όχι στο πλάι, για να είναι πάντοτε ευδιάκριτο.
Bέβαια, μη νομίζετε ότι ο Dali τα έκανε όλα αυτά από την καλή του την καρδιά, όοοχι. Το κίνητρό του ήταν φυσικά το χρήμα. Άλλωστε, ποτέ του δεν μπορούσε να απορρίψει μια καλή αρπαχτή, γεγονός που ώθησε τον άλλο διάσημο σουρεαλιστή André Breton να του χαρίσει το παρατσούκλι "Avida Dollars": έναν αναγραμματισμό του ονόματος Salvador Dalí από τη φράση "avide à dollars", που μπορεί να αποδοθεί ως "πρόθυμος για δολάρια". (H φωτό είναι του Philippe Halsman από το 1954.)

Y.Γ. Για την ιστορία της υπόθεσης, δεν είναι εξακριβωμένο πότε εφευρέθηκαν τα πρώτα γλειφιτζούρια, αλλά λέγεται ότι κατά πάσα πιθανότητα πρωτοεμφανίστηκαν κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο (1861-1865). Άλλοι ωστόσο ισχυρίζονται ότι υπάρχουν από την αρχή του 19ου αιώνα. Ο Βρετανός επιχειρηματίας George Smith ισχυρίζεται ότι εφηύρε το σύγχρονο γλειφιτζούρι το 1908, καθώς επίσης και ότι επινόησε το όνομα '"lollipop" το 1931. Η ιδέα τού ήρθε, λέει, από ένα διάσημο άλογο κούρσας ονόματι "Lolly Pop" και η λέξη "lolly" επιλέχθηκε γιατί στη βόρεια Αγγλία σημαίνει "γλώσσα". Παρόλα αυτά, η λέξη "lolly pop" υπάρχει από το 1784, αν και τότε αναφερόταν σε ένα μαλακό και όχι σκληρό ζαχαρωτό.

Υ.Γ.2 Και φυσικά, αυτό το post δεν θα ήταν ολοκληρωμένο χωρίς το "Lollipop" των Chordettes!



Call my baby lollipop
Tell you why
His kiss is sweeter than an apple pie
And when he does his shaky rockin' dance
Man, I haven't got a chance

I call him
Lollipop lollipop
Oh lolli lolli lolli
Lollipop lollipop

Sweeter than candy on a stick
Huckleberry, chimry or lime
If you had a choice
He'd be your pick
But lollipop is mine


Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Food Quote #18: Ο Karl Lagerfeld για πρώτη φορά σε σουπερμάρκετ

"Πρώτη φορά πατάω το πόδι μου σε σουπερμάρκετ. Είναι σκέτη τρέλα - είναι συναρπαστικό το τι μπορείς να αγοράσεις. Εδώ μέσα έχει αρκετά για να πάρεις εύκολα καμιά εικοσαριά 20 κιλά.



Ο Καρλ Λάγκερφελντ πηγαίνει για πρώτη φορά στη ζωή του σε σουπερμάρκετ σαν κοινός θνητός για τις ανάγκες μιας φωτογράφισης στο γαλλικό Elle και προφανώς έχει ενθουσιαστεί. Σαν παιδάκι στο ζαχαροπλαστείο, που λένε.

Και συνεχίζει ακάθεκτος:
"Όπως καταλαβαίνετε, δεν πηγαίνω ποτέ για ψώνια, αφού δεν τρώω ποτέ!"
(Mάλλον κάποιος πρέπει να του πει ότι αυτα που κοιτάει εκεί είναι σαμπουάν. Φαίνεται ότι έχει ξεχάσει ακόμα και πώς είναι στην όψη τα πραγματικά τρόφιμα.)

E, βέβαια δεν τρώει ο άνθρωπος. Άλλωστε είναι γνωστό ότι έτσι και φας, κινδυνεύεις να καταλήξεις σαν την Adele, που όπως είπε ο Καρλ σε πρόσφατη συνέντευξή του (και φυσικά έσπευσαν να τον κράξουν σύσσωμα τα ΜΜΕ και η Αdele:
«
Είναι λίγο χοντρή αλλά έχει πανέμορφο πρόσωπο και θεϊκή φωνή».

Εγώ απορώ, ο Καρλ ξέχασε ότι κάποτε ήταν κι ο ίδιος αρκετά πιο chubby (βλ φωτό); Σας υπενθυμίζω ότι το 2001 έκανε σκληρή δίαιτα και μέσα σε διάστημα 13 μηνών έχασε 42 ολόκληρα κιλά. Ο λόγος; Η μόδα βρε κουτά! Όπως είπε, ήθελε να μπορεί να φοράει άφοβα δημιουργίες υψηλής ραπτικής, όπως και τα μοντέλα του.
Εξάλλου, όπως είπε και ο ίδιος, "η μόδα είναι το πιο υγιές κίνητρο για να χάσει κανείς βάρος."


Y.Γ.1 Τις υπόλοιπες φωτογραφίες του αφιερώματος του Elle στον Καρλ μπορείτε να δείτε εδώ.

Υ.Γ.2 Κι ένα τραγουδάκι ειδικά αφιερωμένο στον θείο Καρλ. (The Clash - Lost In the Supermarket)



I'm all lost in the supermarket
I can no longer shop happily
I came in here for that special offer
A guaranteed personality

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Food-Related Injuries

Γέλασα πολύ με το "grapefruit eye", χαχαχαχα!
(Ο τραυματισμός ισχύει για όλα τα εσπεριδοειδή.)


Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Παγωτό χωνάκι και κουκουρουκουκού σουπίτσα


Αχ, αυτά είναι.
Εκεί που έχεις τις ψιλομαύρες σου, σου στέλνει ένας φίλος κάτι τέτοια και σου φτιάχνει αυτόματα τη διάθεση. Άντε, τι σας έχω, τι σας έχω, τυχερά!
Καλτιές από τα 80s τρελές και μάλιστα με food theme. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα σας βάλουν και σε καλοκαιρινό mood!


1) Αντρέας Μπονάτσος, "Παγωτό Χωνάκι"



Παρακαλώ δώστε βάση στο στίχο που έχει και διπλό νόημα.

Για να δροσιστείς, δώσ' μου ένα φιλάκι,
ποτέ να μην τελειώσει το καλοκαιράκι
Για να δροσιστείς, δώσ' μου ένα φιλάκι,
έλα, κερνάω εγώ παγωτό χωνάκι.

2) Γιώργος Μαρίνος, "Κουκουρουκουκού Σουπίτσα"



Πάντα ένα νησί στον Eιρηνικό θα μας περιμένει
Σαν μια ζωγραφιά στο μυαλό μας το ταξιδιάρικο
Σ' αμμουδιά χρυσή θα 'μαστε γυμνοί κι οι δυο ξαπλωμένοι
Μ' ένα τραγουδάκι λίγο σόκιν και λίγο κουλτουριάρικο
Πέφτουν οι μπανάνες, πέφτουν οι χουρμάδες, πέφτουν οι καρύδες
Φεύγουν οι βδομάδες, φεύγουνε οι μήνες και τα βάσανα
Πλάκωσαν λιακάδες, πλάκωσαν τυφώνες, στρείδια και γαρίδες
Έρωτας, κοκτέιλ κάτω από τ' αστέρια
Γι' αυτό,
κουκουρουκουκού σουπίτσα
κουκουρουκουκού γιαχνίιιι (x4)

Kαι η καλύτερη στιγμή του κομματιού, φυσικά, είναι η αποκρυπτογράφηση των βαθύτερων νοημάτων του από τον ίδιο τον τραγουδιστή στο 1:19'':

Αυτό το τραγούδι έχει πολύ βαθύ νόημα. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται. Σου λέει ο άλλος,
"Κουκουρουκουκού σουπίτσα; Ε, βλακείες!". Όμως; Τι λέει βασικά; Οι προεκτάσεις τι λένε του τραγουδιού; Ότι φεύγουμε από αυτό τον τόπο με τα καυσαέρια και πάμε σε ένα εξωτικό νησί όπου έχει καθαρή ατ(ι)μόσφαιρα! Άρα; Φυγή! Άρα; Εναντίον του κατεσ(ι)τημένου! Άρα κουλτουριάρικο!

Υ.Γ. Ευχαριστώ Γιώργο. (Όχι ο Μαρίνος, ο άλλος!)

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Eικαστική Γαστρονομία #12: Οι Πατατοφάγοι του Van Gogh και το Κίνημα της Πατάτας

Το περίφημο Κίνημα της Πατάτας που ξεκίνησε δυναμικά και συνεχίζει να εξαπλώνεται με καταιγιστικούς ρυθμούς σε ολόκληρη τη χώρα μου έφερε στο μυαλό έναν διάσημο πίνακα του πασίγνωστού Ολλανδού ζωγράφου Vincent Van Gogh.



Το έργο φέρει τον τίτλο "Οι Πατατοφάγοι" και ο Van Gogh το φιλοτέχνησε τον Απρίλιο του 1885. Για τον πίνακα αυτόν, ο Van Gogh έχει πει ότι σκοπός του ήταν να απεικονίσει τους χωρικούς "όπως πραγματικά είναι". Σε επιστολή προς τον αδερφό του Τεό, τον Απρίλη του 1885, γράφει τα εξής:

"Χρησιμοποίησα επίτηδες μοντέλα άσχημα και ταλαιπωρημένα. [...] Ήθελα, βλέπεις, να τον φτιάξω έτσι ώστε ο κόσμος να καταλάβει ότι οι άνθρωποι αυτοί, που τρώνε τις πατάτες τους κάτω από το φως της μικρής τους λάμπας, έχουν σκάψει το χώμα με τα ίδια τους τα χέρια, τα οποία βλέπουμε να βάζουν μέσα στα πιάτα τους, και να μιλήσω με τον τρόπο αυτό για τη χειρωνακτική εργασία και για το ότι οι άνθρωποι αυτοί κέρδισαν πράγματι με κόπο το φαγητό τους. Ήθελα να δείξω μια ζωή εντελώς διαφορετική από τη δική μας - των πολιτισμένων ανθρώπων."

(Το πλήρες γράμμα μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.)

Κοιτάζω, λοιπόν, τον πίνακα από τη μία, σκέφτομαι το Κίνημα της Πατάτας από την άλλη, βλέπω και τα σχετικά ρεπορτάζ στις ειδήσεις και παρακολουθώ πόσο μεγάλη ανταπόκριση είχε το όλο εγχείρημα και αναρωτιέμαι, πραγματικά, πόσο ακόμα απέχουμε (ξανά) ως λαός από τη θλιβερή αυτή εικόνα που παρουσίαζε ο Van Gogh το 1885;












Scrubs: Brinner = Breakfast for Dinner

Μιας και μιλούσαμε χθες για brunch, μην ξεχνάμε και το brinner. Ναι, brinner. Τουτέστιν, breakfast for dinner, δηλαδή πρωινό για βραδινό, aka ό,τι θα τρώγατε για πρωινό σερβιρισμένο την ώρα του δείπνου. Μη μου πείτε ότι δεν είναι επική ιδέα. Ελάτε τώρα, παραδεχτείτε το, όσο κι αν η μαμά σας ποτέ δεν θα το ενέκρινε, ξέρετε ότι κατά βάθος το θέλετε. Αυγά scrambled, benedict, ομελέτα; Αυγόφετες ή τοστάκι ζαμπόν-τυρί; Μπέικον τηγανητό ή λουκανικούμπα; Τηγανίτες με φρούτα και σιρόπι ή βάφλες με μερέντα ή κρέπες με παγωτό; Δημητριακά και φρουτοσαλάτα; Τάρτα μήλου a la mode; Δεν ακούγεται τέλειο;;; Μεταξύ μας, πιστεύω ότι το πρωινό στα διάφορα καφέ και diner θα έπρεπε να σερβίρεται all day long, όπως επίσης και στα ξενοδοχεία όλου του κόσμου.
Την ιδέα μου πρωτοέβαλε στο μυαλό ο Turk από την τηλεοπτική σειρά Scrubs (την οποία λατρεύω, όπως άλλωστε σας έχω ξαναπεί.), όταν στο επεισόδιο 7 της 7ης σεζόν με τίτλο "My Bad Too" διαδραματίστηκε ο ακόλουθος διάλογος:


Eliott: (Στην Carla και τον Turk.) Λοιπόν, παιδιά, θα κάνετε κάτι ιδιαίτερο για την επέτειό σας;
Turk: Ξέρεις τι θα ήταν ωραίο;
Carla: Να 'τα μας πάλι.
Turk: Brinner.
Eliott: Τι πράμα;
Carla: Πρωινό για βραδινό. Του έχει γίνει έμμονη ιδέα.
Turk: Πού είναι το κακό; Είναι κακό δηλαδή να απολαμβάνεις ένα ποτήρι κρασί παρέα με τις τηγανίτες σου;

* * *

Turk: Μωρό μου, το ξέρω ότι δεν με πιστεύεις, αλλά το παγωτό με μπέικον είναι το τέλειο επιδόρπιο μετά από ένα δείπνο.
Carla: Eίσαι έτοιμος να ανταλλάξουμε δώρα;
Turk: Μα μωρό μου, μου έφτιαξες το brinner!
Carla: Σου έχω κι αυτό εδώ. (Βγάζει τη ρόμπα κι αποκαλύπτει ένα σέξι νυχτικό.)
Turk: (Την κοιτάει με γουρλωμένα μάτια.) Είσαι θεά! (Το ξανασκέφτεται.) Αλλά δύσκολα ξεπερνάς το brinner.
Carla: (ξενερωμένη) Τέλεια. Εμένα μου πήρες τίποτα;
Turk: Ναι, αμέ.
Αφήγηση JD: Λένε ότι είναι πιο ωραίο να δίνεις, παρά να παίρνεις, αλλά μερικές φορές το να μην χαρίσεις το τέλειο δώρο μπορεί να σου δώσει πολύ περισσότερα από ό,τι ποτέ φανταζόσουν. (Ζουμ στις τηγανίτες, τα λουκάνικα, το μπέικον και τα τοστ που είναι αραδιασμένα επάνω στο τραπέζι.)
Turk: Αύριο θα σε πάω στο κοσμηματοπωλείο και μπορείς να πάρεις ό,τι θέλεις.
(Η Carla καταχαρούμενη πέφτει στην αγκαλιά του και τον φιλάει.)
Turk: Ό,τι θες λέμε! (Βουτάει το μπέικον στο παγωτό και το τρώει πωρωμένος.)





Εντάξει, το παραδέχομαι.
Δεν ήταν αυτή η πρώτη φορά που μου πέρασε από το μυαλό η ιδέα του brinner, απλώς ως τότε δεν είχε δοθεί ένα όνομα στο όλο concept.
Και όχι μόνο το έχω σκεφτεί, αλλά το έχω εφαρμόσει κιόλας.
Εντάξει, εντάξει, το ομολογώ. I'm actually having brinner right now.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Eστιατόριο Hip Café στο Σύνταγμα

Δυσεύρετο πράγμα το brunch στην πόλη μας (πόσο μάλλον το καλό brunch), αν και τώρα τελευταία έχει γίνει τάση, οπότε ευελπιστώ ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί σιγά-σιγά. Βέβαια, όπως επεσήμανε και ο φίλτατος Μ., τώρα μου έμαθε ως και η κουτσή Μαρία το brunch και συνέχισε προσθέτοντας "Tρώγατε brunch και στο χωριό σου, μαρή;;;". Εντωμεταξύ και μόνο στην ιδέα δύο θειάδων στο χωριό να παίρνουν το brunch τους ξεραίνομαι στα γέλια, γιατί στο μυαλό μου τις φαντάζομαι κάπως σαν την Παναγούλα και τη Γιαννούλα από εκείνη τη διαφήμιση της cosmote, να αναλύουν με "στατίστικς" ποιανής η κότα είναι "πιο αποδοτικιά" και κάνει τα καλύτερα αυγά για "σκραμπλ εγκς".



Από την άλλη, δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις. Η συνήθεια του brunch υπήρχε από παλιά στα μέρη μας, μόνο που τότε την έλεγαν δεκατιανό ή κολατσιό και ήταν το μικρογεύμα που έτρωγαν, ας πούμε, οι αγρότες στο χωράφι όταν έκαναν το διάλειμμά τους από τις αγροτικές τους εργασίες και όχι όταν ξυπνούσαν αργάμιση μετά το κλάμπινγκ του Σαββατόβραδου για να συναντήσουν τις φιλενάδες τους και να μιλήσουν για Manolo Blahniks,
Jimmy Choos και τεχνικές για επιτυχημένες blow jobs πίνοντας mimosas. (Carry, συγχώρεσέ με. Είσαι θρησκεία, αλλά η αλήθεια να λέγεται.)
Με λίγα λόγια, το μπραντς τότε ήταν κάπως έτσι:


Και σίγουρα δεν είχε ουδεμία σχέση με τούτο εδώ:




('Ντάξει, απλά πεθαίνω:
Samantha: Τhis guy is very sour. Like asparagus gone bad or something.
Carry: Can I cancel my rice pudding?)

Και τώρα, ας περάσουμε στο ψητό. Έχω μεγάλη αδυναμία τόσο στα αυγά scrambled όσο και στα benedict και πάντα δυσκολεύομαι τρομερά να αποφασίσω ποια από τις δύο επιλογές θα θυσιάσω. Αυτή τη φορά με κέρδισαν τα benedict, τα οποία το Hip Café τα προσφέρει σε διάφορες παραλλαγές.
To κλασικό benedict αποτελείται από δύο αυγά ποσέ σερβιρισμένα επάνω στα δύο μισά ενός English muffin, που επάνω τους τοποθετούνται δύο κομμάτια ζαμπόν ή μπέικον, περιχυμένα με σος ολαντέζ. Εγώ παρήγγειλα ό,τι πλησιέστερο διέθετε το μενού στην κλασική βερσιόν (7.50 ευρώ), τουτέστιν ποσέ αυγά με prosciutto cotto (ζαμπόν είναι κι αυτό επί της ουσίας, απλώς ακούγεται πιο fancy), μια σ
ος παραλλαγή της ολαντέζ με λάιμ αντί για λεμόνι και ένα ψωμάκι που, όμως, δυστυχώς, δεν ήταν english muffin (και ήταν και λίγο αρπαγμένο). Αυτό ομολογώ πως απογοήτευσε και εμένα και τον Μ., ο οποίος παρήγγειλε τα benedict με γαρίδες και αβοκάντο (7.80) και είχε επιπλέον να παρατηρήσει ότι η γαρίδα δεν ήταν σωστά καθαρισμένη. Εν ολίγοις, αρκετά καλή προσπάθεια, αλλά δεν ενθουσιαστήκαμε.
Meanwhile, ο χυμός 4 φρούτων (5.20 ευρώ) που παρήγγειλα ήταν δροσιστικότατος και ο συνδυασμός ανανάς/πορτοκάλι/φράουλα/κόκκινο γκρέιπφρουτ πάρα πολύ πετυχημένος. Εγώ βέβαια είμαι περισσότερο φαν των πιο πηχτών χυμών που έχουν και λίγο pulp μέσα και δεν είναι τόσο σουρωμένοι, αλλά αυτό είναι καθαρά θέμα γούστου.
Οι pancakes που ακολούθησαν ως επιδόρπιο, πάντως ήταν πάρα πολ
ύ καλά και σίγουρα θα τις ξαναπροτιμήσω. Ωραίο μέγεθος, σωστό ψήσιμο, επαρκώς αφράτες και όμορφο topping με μπανάνα, φράουλα, blueberries και σιρόπι σφένδαμου. Ε, το maple syrup μπορούσε να πέσει και λίγο πιο απλόχερα από πάνω βέβαια, εδώ που τα λέμε.
Το προσωπικό του
Hip Café ήταν ευγενέστατο και θέλω να επισημάνω πως, δεδομένου ότι κάναμε κάποιες παρατηρήσεις για το φαγητό μας, στο τέλος μας κέρασαν ένα cheesecake με μέλι και βάση από μπισκότο digestive που ήταν ό-νει-ρο.
Στο μεταξύ, δεν είπαμε και για τον χώρο, ο οποίος είναι σίγουρα το μεγάλο ατού του
Hip Café. Ευχάριστος και φωτεινός -ό,τι πρέπει για πρωί- με ανοιχτή κουζίνα και πολλά επίπεδα, με ζωηρά χρώματα και στιλάτα έπιπλα -οι κίτρινες και γαλάζιες πολυθρόνες των Εames από τη vitra πάντοτε μετράνε. Στο μενού, εκτός από τις κλασικές επιλογές για brunch, θα βρείτε και διάφορα σάντουιτς, γλυκά και σαλάτες, όλα σε λογικές τιμές, που αν ήταν και ένα κλικ πιο κάτω θα μπορούσαν να εντάξουν το Hip Café άνετα στο καθημερινό σας πρόγραμμα, δεδομένου ότι βρίσκεται και σε τρομερά βολικό σημείο, δύο βήματα από το μετρό και με τα μαγαζιά της Ερμού στα πόδια σας.

Κουζίνα: Brunch, all-day cafe.
Τιμές: 10-18 ευρώ το
άτομο.
Διεύθυνση: Μητροπόλεως 26 & Πετράκη 3, Σύνταγμα,

Tηλ: 213 01 54 698.


Υ.Γ.1 Η φωτογραφία του καταστήματος είναι από το site του Γαστρονόμου.

Y.Γ. 2
Noμίζω ήρθε η ώρα για λίγα trivia για τα English muffins. Tα ψωμάκια αυτά (που καμία σχέση δεν έχουν στη γεύση και την εμφάνιση με τα σύγχρονα αμερικανικά muffins, φυσικά) λέγεται ότι πρωτοεμφανίστηκαν στην Ουαλία τον 10ο αιώνα και είχαν μεγάλη πέραση στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, καθώς παρασκευάζονταν με απλά και φθηνά υλικά. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, όμως, όταν το τσάι είχε αρχίσει πια να αποτελεί ένα γεύμα από μόνο του, άρχισαν να κάνουν την είσοδό τους και στα σαλόνια, και πήραν πια τη θέση τους ανάμεσα σε άλλα, πιο fancy γλυκά και ζαχαρωτά, σερβιρισμένα συνήθως με βούτυρο και μαρμελάδες. Τον 19ο αιώνα πια ήταν τόσο δημοφιλή, που στους δρόμους των πόλεων κυκλοφορούσαν οι λεγόμενοι "muffin men", πωλητές των muffins, οι οποίοι κουβαλούσαν κάτι τεράστιους δίσκους με muffins επάνω στο κεφάλι τους και βαρούσαν κάτι κουδούνια για να διαλαλήσουν την πραμάτεια τους και να προμηθεύσουν με ζεστά ψωμάκια τους περαστικούς - κάτι σαν τους δικούς μας, εγχώριους κουλουρτζήδες ένα πράγμα.
Tόσο χαρακτηριστική φιγούρα ήταν ο muffin man τον 19ο αιώνα στην Αγγλία, που τον αναφέρει μέχρι και η Jane Austen στο μυθιστόρημά της με τίτλο Persuasion ("Πειθώ" στα Ελληνικά και παρεμπιπτόντως το αγαπημένο μου της συγγραφέως, μετά -φυσικά- την "Υπερηφάνεια και Προκατάληψη"/ξεφεύγω, να με συγχωράτε, had to be said.):

"When Lady Russell, not long afterwards, was entering Bath on a wet afternoon, and drivng through the long course of streets from the Old Bridge to Camden Place, amidst the dash of other carriages, the heavy rumble of carts and drays, the bawling of newspapermen, muffin-men and milkmen, and the ceaseless clink of pattens [horse-shoes] she made no complaint."

"Όταν, ύστερα από λίγο καιρό, ένα υγρό απομεσήμερο, η Λαίδη Ράσελ έμπαινε με την άμαξα στο Μπαθ και διέτρεχε τους απανωτούς δρόμους από την παλιά γέφυρα ως την Πλατεία Κάμντεν μες στον κρότο από τις άλλες άμαξες, τον αχό από τα κάρα και τα καροτσάκια, την κλαγγή από τα τακούνια και τις φωνές των εφημεριδοπωλών, των ζαχαροπωλών και των γαλατάδων, διόλου δεν παραπονέθηκε. Όχι, όλοι αυτοί οι θόρυβοι ανήκαν στις τέρψεις του χειμώνα. Στο άκουσμά τους άνοιγε η καρδιά της και, όπως η Κα Μάσγκρωβ, ένιωθε κι αυτή, χωρίς να το ομολογεί, ότι ύστερα από μια μακρά περίοδο στην εξοχή, τίποτα δεν θα την ωφελούσε περισσότερο από λίγη ήρεμη ευθυμία."

[Btw, πανέμορφο απόσπασμα και όμορφα μεταφρασμένο από τον Δημήτρη Κίκιζα. Το πώς βέβαια ο "muffin man" κατέληξε να γίνει "ζαχαροπώλης" είναι ένα άλλο θέμα, αλλά κάτι τέτοιες λεπτομέρειες ανήκουν στην κατηγορία "χαμένες στη μετάφραση" και εξάλλου πώς αλλιώς θα απέδιδε κανείς τον muffin man στη γλώσσα μας; Μαφινοπώλη; Χάλια. Εξού και παρέθεσα και το σχετικό απόσπασμα στα Αγγλικά. (Το βιβλίο κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Σμίλη.)]

Τα trivia για τα muffins και τον Muffin Man δεν τελειώνουν εδώ, όμως.
Κυκλοφορεί και μια ιστορία -μπορούμε να το πούμε και urban legend- για έναν εγκληματία με το παρατσούκλι Muffin Man o οποίος ήταν ένας παιδεραστής που έδρασε τον 16o αιώνα στην Αγγλία.
O Muffin Man, που ήταν φούρναρης, υφίστατο, λέει, όταν ήταν μικρός συστηματικά κακοποίηση από τον πατέρα του, ο οποίος τον "αντάμοιβε" με muffins. Έτσι, μεγαλώνοντας, (δεδομένου ότι το muffin όπως και το μήλο, κάτω από τη μηλιά θα πέσει) κατέληξε να παρασύρει παιδάκια φιλεύοντάς τα με muffins για να τα μπάσει στο σπίτι του και να τα βιάσει. Έτσι, στην Αγγλία από ένα σημείο κι έπειτα άρχισε να κυκλοφορεί ένα δημοφιλές παιδικό τραγουδάκι, το οποίο έλεγαν οι γονείς στα παιδιά τους για να τα προειδοποιήσουν για τον κακό Muffin Man -μπαμπούλας ένα κάτι.



Το πώς κατέληξε από ένα τόσο creepy θέμα να προκύψει ένα τόσο χαρωπό τραγουδάκι που σήμερα πια το τραγουδάνε τα παιδάκια στο νηπιαγωγείο είναι πραγματικά άξιον απορίας. Επίσης διασκεδαστικό βρίσκω. Anyway, οι στίχοι έχουν ως εξής:

Do you know the Muffin Man,
The Muffin Man, the Muffin Man?
Do you know the Muffin Man,
Who lives on Drury Lane?

Η Drury Lane, στο σημερινό Covent Garden του Λονδίνου, ήταν τότε πολύ κακόφημο σοκάκι, γεμάτο μπορντέλα και διάφορες άλλες ύποπτες επιχειρήσεις. Πολύ ενδιαφέρουσα, δε, βρίσκω και τη φήμη ότι το κλασικό παραμύθι των αδερφών Γκριμ "Χάνσελ και Γκρέτελ" γράφτηκε με βάση την υπόθεση του βιαστή Muffin Man, αλλά οι κοινωνιολογικές και σημειολογικές προεκτάσεις του Χάνσελ και της Γκρέτελ μάλλον αξίζουν ένα post από μόνες τους.
Θα κλείσω, όμως, με το "Muffin Man" του Frank Zappa, το οποίο ειλικρινά δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχει με όλα αυτά, αλλά αν δεν κολλάει κι εδώ, ε τότε δεν ξέρω πού.



Girl you thought he was a man,
But he was a muffin,
He hung around till you found,
That he didn’t know nuthin’.

Γιαούρτια στον Νταλάρα, μπίρες στη Μέρκελ.

Όλοι μάθαμε για τα γιαούρτια που εκτόξευσε το κοινό στον Νταλάρα στις πρόσφατες συναυλίες του ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Εκτός από γιαούρτια βέβαια, του πέταξαν και καφέδες και ντομάτες. Aααα, όλα κι όλα, αν μη τι άλλο είναι τα εθνικά μας προϊόντα. (Τις καρέκλες, βέβαια, τις βρήκα κάπως too much και εκτός κλίματος. Εκτός αν ήταν πλάγια αναφορά στον καρεκλοκενταυρισμό.)
Δείτε μετά το 1:40'' για το πρώτο μπουγέλωμα.




Το καλύτερο σχόλιο που άκουσα σχετικά με το συμβάν είναι ότι ο Νταλάρας πλέον δεν θα τραγουδάει τη "Μισιρλού", αλλά τη "Γιαουρτλού".
Σκεφτείτε το λίγο, σας παρακαλώ. Σιγοτραγουδίστε το κιόλας, αν θέλετε. Ο τελευταίος στίχος του ρεφρέν ειδικά ταιριάζει κουτί στο νέο, γιαουρτωμένο προφίλ του λαϊκού αοιδού.

Γιαουρτλού μου, η γλυκιά σου η ματιά
φλόγα μου 'χει ανάψει μες στην καρδιά,
αχ γιαχαμπίμπι, αχ γιαλελέλι, αχ
τα δυο σου χείλη στάζουνε μέλι, οϊμέ.


Αλλά όπως κι εμείς πετάμε τα εθνικά μας προϊόντα στα πρόσωπα στα οποία θέλουμε να εκφράσουμε την αποδοκιμασία μας, φαίνεται πως κι άλλοι λαοί κάνουν ακριβώς το ίδιο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για την πολυαγαπημένη μας Μέρκελ και μπορεί να έγινε καταλάθος, ωστόσο δεν παύει να είναι εξίσου απολαυστικό. Το περιστατικό αυτό δεν πολυακούστηκε, οπότε ίσως και να μην το έχει πάρει ακόμα το μάτι σας.
Πριν λίγες ημέρες, την ώρα που η καγκελάριος της Γερμανίας βρισκόταν σε δείπνο, ένας σερβιτόρος την πλησίασε προκειμένου να ακουμπήσει επάνω στο τραπέζι της ποτήρια γεμάτα με μπίρα. Την ώρα πουβρισκόταν όμως επάνω από την ατυχή καγκελάριο, ο δίσκος αναποδογύρισε και η Μέρκελ λούστηκε στις μπίρες.
Enjoy! (Too mean?)



Υ.Γ. Μη μου πείτε, όμως, ότι η ψυχραιμία της δεν είναι εντυπωσιακή;


Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Τα Χελωνονιντζάκια και οι πίτσες του Μικελάντζελο

Πριν λίγες μέρες, ο φίλτατος Α. μου έστειλε ένα βίντεο, το οποίο σκέφτηκα ότι επρεπε ο-πωσ-δή-πο-τε να μοιραστώ μαζί σας.
Πρόκειται για μια παρέα φίλων (στην Αμερική, unsurprisingly), που αποφάσισε να διεξάγει ένα πείραμα: να αναπαραγάγει όλους τους παλαβούς συνδυασμούς υλικών που σκαρφιζόταν ο Μικελάντζελο από τα Χελωνονιντζάκια στις πίτσες που παρήγγελνε κατά καιρούς.
Εάν ήσασταν κι εσείς παιδιά των early 90s όπως κι εγώ, είναι αδύνατο να μην παρακολουθούσατε φανατικά αυτή την τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων και είμαι σίγουρη ότι πολλοί από εσάς (ελάτε τώρα, μεταξύ μας είμαστε, I know it's embarrasing, αλλά παραδεχτείτε το) κάνατε και συλλογή με τα αυτοκόλλητα με τα Χελωνονιντζάκια και τα ανταλάσσατε με τους συμμαθητές σας στα διαλείμματα στο σχολείο.
Αχ, μη μου πείτε ότι δεν θυμάστε κι εσείς με νοσταλγία τον Μικελάντζελο, τον Λεονάρντο, τον Ντονατέλο και τον Ραφαέλ (θυμάμαι δε πόσο ετεροχρονισμένα επήλθε η συνειδητοποιήση ότι τα ονόματά τους ήταν εμπνευσμένα από τους τέσσερις διάσημους καλλιτέχνες της Αναγέννησης και πόση περηφάνια είχα αισθανθεί για αυτήν ακριβώς την αναλαμπή), που τριγύριζαν στους υπονόμους της Νέας Υόρκης κάνοντας σκέιτ και πολεμώντας αδίστακτους εγκληματίες, ενώ ανέβαιναν στην επιφάνεια της Γης μόνο για να παραγγείλουν πίτσες (το αγαπημένο τους σνακ) απο κάποιον τηλεφωνικό θάλαμο;
Φυσικά τότε, στην πρώτη ή δευτέρα δημοτικού δηλαδή, δεν είχα γκουρμέ ανησυχίες και δεν είχα μπει στη διαδικασία να προβληματιστώ για τα υλικά που επέλεγαν να βάλουν στις προαναφερόμενες πίτσες οι αγαπημένοι μου μεταλλαγμένοι ήρωες. (Εδώ που τα λέμε, ούτε και για το ποιος μπορεί να είχε την παρανοϊκή ιδέα να κάτσει να φτιάξει ένα κόμικ με χελώνες νίντζα, είχα προβληματιστεί στην τελική. Τζίζας, και μόνο που το λέω φωναχτά αυτή τη στιγμή ακούγεται τρομερά ηλίθιο. Χελώνες. Νίντζα. Χελώνες, for god's sake. Μεταλλαγμένες χελώνες.) Ωστόσο, οι γαστρονομικές επιλογές του Μικελάντζελο είναι πραγματικά παρανοϊκές. Δείτε μερικές από αυτές και προσπαθείστε να τις φανταστείτε, αξίζει τον κόπο.

1) Τόννος, φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα.
2) Φυστικοβούτυρο και γυαλιστερές.
3) Φυστικοβούτυρο και αβοκάντο με έξτρα πίκλες.
4) Μάρσμαλοους και πεπερόνι.
5) Μάρσμαλοους και σπαράγγια.
6) Γκουακαμόλε και μάρσμαλοους
7) Μπάτερσκοτς με κρεμμύδια και αντζούγιες.
8) Σοκολατένια τρούφα και σως από γυαλιστερές.
9) Κούκις με τσιπ σοκολάτας.
10) Σοκολατένιο φατζ με έξτρα σκόρδο.
11) Σοκολατένιο φατζ, σαρδέλες, πιπεριές τσίλι και μπόλικη σαντιγί.
12) Σοκολατένιο φατζ και αντζούγιες.
13) Σοκολατένιο φατζ και πεπερόνι.
14) Λουκάνικο και τζέλι μπινς.
15) Πίκλες και τριμμένη καρύδα.
16) Φράουλες και σος αντζούγιας.
17) Πίτσα με ποπκόρν.
18) Αντζούγιες και μπανάνες.
19) Πίτσα με γκούλας.
20) Γκρανόλα και γλυκόριζα.

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά το πιο αηδιαστικό από όλα νομίζω πως θα ήταν με διαφορά το σοκολατένιο φατζ σε συνδυασμό με σαρδέλες, τσίλι ΚΑΙ σαντιγί. Anyhoo, δείτε εδώ το βίντεο με την παρέα που αποφάσισε να φτιάξει ΚΑΙ ΝΑ ΦΑΕΙ τις πίτσες και κρίνετε μόνοι σας.



Υ.Γ.1 Με πεθαίνει στο 00:28'' το σημείο όπου ο Μικελάντζελο λέει: "Face it, budd! Peanut butter and clams is an acquired taste!"

Υ.Γ.2 Kowabunga duuuuuuudes!!! (Έπρεπε να το πω).

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

How I Met Your Mother: Ο Μάρσαλ και το γκούντα

To How I Met Your Mother είναι νομίζω η καλύτερη κωμική σειρά που παίζεται στην τηλεόραση και αυτή τη στιγμή είναι και στο peak του. Άσε που έχει και άφθονες αναφορές σε φαγητό - μία οι γκουρμέ ανησυχίες της Λίλι, μία τα τζανκ γουρουνιάσματα του Τεντ και του Μάρσαλ, κάτι το 'να κάτι τ' άλλο, μου έχει προσφέρει άφθονο υλικό για να μοιραστώ μαζί σας! Μην ξεχνάμε άλλωστε και το επεισόδιο με το καλύτερο μπέργκερ όλων των εποχών...
Χθες ξαναείδα το 4ο επεισόδιο της 5ης σεζόν, με τίτλο "Best Night Ever", στο οποίο ο Μάρσαλ και η Λίλι κάνουν απεγνωσμένες προσπάθειες να βρουν ένα φιλικό ζευγάρι για double dating, και νομίζω πως όποιος έχει υπάρξει το εν ήμισυ ενός ζεύγους σε μακροχρόνια σχέση είναι αδύνατο να μην τους συμπονέσει. Το πιο διασκεδαστικό πράγμα στο επεισόδιο είναι σίγουρα με διαφορά ο Μάρσαλ με τη θλιβερή πιατέλα του με το γκούντα.

Μπάρνι: Και μας έχωναν συνέχεια πιατέλες με φαγητό μες τα μούτρα!
Τεντ: Άσε με να μαντέψω: Κι ο Μάρσαλ είχε εκστασιαστεί με το τυρί;
Ρόμπιν: Ναι! Πού το ήξερες;
Τεντ: Αχ, ο καημένος ο Μάρσαλ. Η Λίλι είναι γκουρμέ μαγείρισσα και το μόνο που τον αφήνει πάντα να κάνει είναι να διαλέγει ένα θλιβερό κομμάτι τυρί.
Λίλι: (Παρουσιάζοντας υπερήφανα τις δημιουργίες της) Εδώ είναι πεπόνι τυλιγμένο σε φέτες από προσούτο.
Μάρσαλ: Παιδιά, δοκιμάστε το γκούντα.
Λίλι: Εδώ έχω χτένια σοτέ με τσάτνεϊ μάγκο.
Μάρσαλ: Σοβαρά, μην παραλείψετε το γκούντα.
Λίλι: Κι εδώ εχω ραβιόλι με αστακό και λάδι μαύρης τρούφας.
Μάρσαλ: Αν δεν το φάτε, το γκούντα θα πετάξει!
Μπάρνι: Δεν ξέραμε ότι θα έχει φαγητό. Χλαπακώσαμε κάτι τάκος έξω από το μετρό.
Ρόμπιν: Που παρεμπιπτόντως, μου έχουν κάτσει στο στομάχι.


Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Φυστικοβούτυρο: το τελευταίο γεύμα ενός θανατοποινίτη

Ακόμη ένα πολύ πετυχημένο στριπ από το πιο καυστικό και κυνικό κόμικ όλων των εποχών, το Cyanide & Happiness. Enjoy!

Cyanide and  Happiness, a daily webcomic
Cyanide & Happiness @ Explosm.net


Cyanide & Happiness @ Explosm.net

Y.Γ. Το Cyanide & Happiness δημοσιεύεται καθημερινά στο explosm.net.