Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεραμεικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεραμεικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Εστιατόριο Funky Gourmet στον Κεραμεικό

Ενώ καθόμουν εδώ και λίγες βδομάδες σε αναμμένα κάρβουνα, αναρωτώμενη εάν το Αθηνόραμα θα επαναλάμβανε και φέτος την προσφορά της μισής τιμής για τα prix fixe menus στα εστιατόρια των Χρυσών Σκούφων, κι έμπαινα και ξανάμπαινα στην ιστοσελίδα του περιοδικού και προσφορά δεν έβλεπα και το είχα πια ξεγράψει, με πήρε τηλέφωνο η φίλη μου η Ν. την προηγούμενη Πέμπτη και μου είπε πως άκουσε σχετική διαφήμιση. Έσπευσα φυσικά να αγοράσω το τεύχος και να κάνω κρατήσεις...
Αποφάσισα, λοιπόν, να ξεκινήσω με το Funky Gourmet, για το οποίο ακούω πολύ καλά λόγια από την πρώτη στιγμή που άνοιξε τις πόρτες του. Οι ιδιοκτήτες του, Αργυρώ και Γεωργιάννα Χιλιαδάκη και Νίκος Ρούσσος (οι τελευταίοι δύο είναι και οι chef του Funky Gourmet), ξεκίνησαν την επιχείρηση ως εταιρεία private cheffing, διοργανώνοντας δείπνα κατά παραγγελία είτε στον χώρο των πελατών, είτε στον δικό τους χώρο, στον Κεραμεικό, ώσπου αποφάσισαν να λειτουργήσουν και ως κανονικό εστιατόριο.
Το κτήριο είναι ένα πανέμορφο, αναπαλαιωμένο νεοκλασικό και το εστιατόριο βρίσκεται στη βεράντα του επάνω ορόφου, η οποία περιστοιχίζεται από τζαμαρία, προσφέροντας θ
έα στα τριγύρω -υπέρκομψα επίσης- νεοκλασικά. Ο χώρος είναι λιτός, με μαύρα τραπέζια και λευκές καρέκλες, ενώ τους επίσης μαύρους τοίχους κοσμούν πίνακες του Στέφανου Ρόκκου.
Αμέσως μόλις καθίσαμε, μας πρόσφεραν το μενού τυπωμένο, καθώς και τη λίστα κρασιού, για να επιλέξουμε τι θα πιούμε. To menu αποτελείτο από πέντε πιάτα, από τα οποία το πρώτο προσγειώθηκε μπροστά μας σχεδόν με το που καθίσαμε. Μας έκανε αρνητική εντύπωση το γεγονός ότι το εστιατόριο δεν πρόσφερε ούτε amuse bouche ούτε καν ένα ντιπ ή έστω ένα βούτυρο για να συνοδεύσουμε το ψωμί μας, αλλά υποθέτω ότι αυτό μπορεί να είναι και θέμα concept.
Το πρώτο πιάτο, λοιπόν, ήταν χωριάτικη σαλάτα σε μορφή γρανίτας, μέσα σε μια σούπα αμυγδάλου. Ενδιαφέρου
σα ιδέα, αλλά μετά τις δύο πρώτες μπουκιές, που έχεις ξεπεράσει πια την πρωτοτυπία του εγχειρήματος, δεν σου μένει κάτι γευστικά -το δε αμύγδαλο δεν μπορώ να πω ότι "ακουγόταν" με ένταση.
Το επόμενο πιάτο, ο σολομός με αρώματα thai και κρέμα wasabi, ήταν κατά τη σύμφωνη άποψη και των δύο μας το καλύτερο του μενού. Άψογη αισθητική, άρτια γεωμετρία και εντυπωσιακές αντιθέσεις χρωμάτων και υφών: τρεις κύβοι σολομού στη σειρά, καλυμμένοι από μια λωρίδα ζελατίνης από ξύδι ρυζιού, δύο σταγόνες μαρμελάδας και κρεμμυδιού στο πλάι του καθενός και μπροστά τους τρία λοφάκια από ψίχουλα φρυγανισμένου ψωμιού με τριμμένο τζίντζερ και ξύσμα λεμονιού. Πραγματική απόλαυση για τον ουρανίσκο!

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το ασιατικό αυτό πιάτο, κατά τη γνώμη μου, δεν έδενε αρμονικά με το επόμενο, που ήταν κα
θαρά μεσογειακής έμπνευσης: το ριζότο κουνουπιδιού ήταν μάλλον το πιο αδύναμο πιάτο του μενού, αφού η υπερπληθώρα συστατικών στοιχείων δεν παρουσίαζε συνοχή ως σύνολο. Ωραία μεν τα μεμονωμένα στοιχεία, όμορφα χυλωμένο το ριζότο, χαριτωμένη πινελιά το τσιπς κουνουπιδιού, ενδιαφέρον και πρωτότυπο το βάσκικο τυρί Idiazábal, όμως, το μπρόκολο, η κρέμα πιπεριάς Φλωρίνης, καθώς και η ελιά θεωρώ πως δεν εξυπηρετούσαν γευστικά σε κάτι και απλώς προκαλούσαν σύγχυση.
Στο μεταξύ, το ένα πιάτο προσγειωνόταν στο τραπέζι μας μετά το άλλο, σχεδόν πριν καλά-καλά προλάβουμε να ακουμπήσουμε κάτω το πηρούνι, πράγμα που σε ένα τέτοιο δείπνο, όπου η κάθε μπο
υκιά θέλει και νοητική επεξεργασία, ήταν τουλάχιστον αγχωτικό.
Το επόμενο πιάτο, το κοτοπουλάκι poussin με πατάτες, ήταν συμπαθέστατο, αλλά όχι απογειωτικό. Το κρέας αυτό καθαυτό ήταν φυσικά τρυφερότατο και άψογα ψημένο. Ωραία και η πανακότα φέτας, ωραία και η αλοιφή πιπεριάς, νοσταλγική πινελιά παράδοσης η μίνι σαλατούλα μαρουλιού και άνιθου, όμως, το πιάτο δεν είχε κάποιο στοιχείο που να κάνει την έκπληξη.

Μ' αυτά και μ' αυτά, φτάσαμε και στο επιδόρπιο, που είναι -απ' ό,τι έχω καταλάβει, καθότι έχω δει ουκ ολίγες αναφορές γι' αυτό στον Τύπο- και το grand succès του καταστήματος: το Black Forest. Κυριολεκτικά!
Εν ολίγοις, ένα σκοτεινό, παραμυθένιο δάσος, βγαλμένο κατευθείαν από το σύμπαν του Τόλκιν, τις ιστορίες το
υ Σαρλ Περό ή ακόμα και ταινία του Τιμ Μπάρτον ή του Τέρι Γκίλιαμ, φτιαγμένο αποκλειστικά από γλυκίσματα! Δεντράκια με κορμό από σοκολάτα και φύλλωμα από μαλλί της γριάς, χώμα από κακάο σε σκόνη και βραχάκια από σοκολάτα που περίκλειαν παγωτό βανίλια... Με άλλα λόγια, ένα επιδόρπιο με άψογη παρουσίαση αφενός και διασκεδαστικό και παιχνιδιάρικο στην κατανάλωσή του αφετέρου!
Συνοψίζοντας, το Funky Gourmet είναι όντως και funky και gourmet. Έχω κάποιες ενστάσεις, κυρίως ως προς τον σχεδιασμό του συγκεκριμένου μενού, διότι θεωρώ ότι δεν ήταν πολύ ταιριαστή η ακολουθία των πιάτων, αλλά και ως προς το σερβίρισμα του συγκεκριμένου event, που θα έπρεπε να είναι λιγάκι πιο χαλαρό. Φανταστείτε ότι 5 πιάτα μας πήραν περίπου μία ώρα κι ένα τέταρτο: ένιωσα λες και κυνηγούσαμε κάποιο παγκόσμιο ρ
εκόρ της ταχύτερης κατανάλωσης μενού degustation! Όλα τα πιάτα έχουν άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα, και αυτό που κάνει το εστιατόριο να ξεχωρίζει είναι κατά τη γνώμη μου η πρωτοτυπία στην παρουσίαση των πιάτων, με ένα κέφι και μια πληθωρικότητα που είναι πολύ διασκεδαστική -και funky, αν μη τι άλλο. Αυτή η πληθωρικότητα των συστατικών στοιχείων που λειτουργεί πολύ καλά στην εμφάνιση, όμως, ένιωσα ότι δεν είχε πάντα την ίδια ανταποδοτικότητα και στον τομέα της γεύσης. Για παράδειγμα, το πέταλο βιολέτας (ναι, εδώδιμη είναι, μην απορείτε) στόλιζε μεν ωραιότατα το ριζότο, αλλά του πρόσθετε κάτι γευστικά; Θετική εντύπωση μου έκανε και η μετρημένη χρήση των τεχνικών της μοριακής γαστρονομίας (μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η Γεωργιάννα Χιλιαδάκη έχει θητεύσει και στο τριάστερο El Bulli, πλάι στον πολύ Ferran Adrià), γιατί πραγματικά δεν είναι ανάγκη να αποτελείται ολόκληρο το πιάτο από χημικά τρικ, ένα ή δύο στοιχεία του αρκούν και κάνουν τη διαφορά.
Βέβαια, για όλα αυτά, μια επίσκεψη δεν αρκεί για να βγάλει κανείς ετυμηγορία, και εστιατόρια αυτή της κατηγορίας χρειάζονται επαναληπτικές επισκέψεις για να τα εμπεδώσεις στην πλήρη έκτασή τους, οπότε επιφυλάσσομαι. Και το θετικό είναι ότι το Funky Gourmet οπωσδήποτε με τραβάει να το εξερευνήσω περισσότερο...

Κουζίνα: σύγχρονη διεθνής δημιουργική
Τιμές: 70-100 ευρώ το άτομο
Spotted: Αλέξανδρος Παπανδρέου
Διεύθυνση: Παραμυθιάς 13 & Σαλαμίνος, Κεραμεικός
Τηλ: 210 52 42 727


Y.Γ. Ρίξτε μια ματιά στις εικόνες, στην ιστοσελίδα του Funky Gourmet. Θα εντυπωσιαστείτε!
Y.Γ.2 Η φωτογραφία είναι από το qubo.gr.

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Χρύσα στον Κεραμεικό, Part II

Πέρασαν έξι μήνες από την πρώτη φορά που επισκέφθηκα τη Χρύσα στον Κεραμεικό και ανυπομονούσα να ξαναπάω, γιατί ήταν ένα από τα λίγα εστιατόρια που δοκίμασα την προηγούμενη (ακαδημαϊκή, λολ) χρονιά τα οποία με είχαν αφήσει απόλυτα ικανοποιημένη. Με λίγα λόγια, ήμουν προετοιμασμένη για ένα δείπνο από πολύ καλό (τουλάχιστον) έως εξαιρετικό (με λίγη τύχη).
Το εστιατόριο συνεχίζει να έχει το ίδιο γοητευτικό και κομψό ambience. Όλα λειτουργούν σωστά: από τον χαμηλό φωτισμό και το τεράστιο βάζο με φρέσκα λουλούδια στο χολ ως τα στρωμένα με λευκά τραπεζομάντηλα τραπέζια και την απαλή μουσική (αυτή τη φορά ακούσαμε κυρίως bossa nova διασκευές γνωστών κομματιών, ποικιλία από oldies -Piaf, Un homme et une femme κ.α.- αλλά και το In the Summertime των Mungo Jerry που με εξέπληξε ευχάριστα).
Το ξεκίνημα ήταν πολύ ευχάριστο και το πρώτο εικοσάλεπτο κύλησε με βούτες (ναι, το παραδέχομαι) των μικρών και μυρωδάτων χειροποίητων καρβελακίων (αυτή η γενική πλυθηντικού των υποκοριστικών είναι από μόνη της ανέκδοτο) στο μπολάκι με τον λευκό ταραμά και φιλικούς διαξιφισμούς σχετικά με το από ποιο hit των 70s πήρε η Madonna τον ρυθμό του Hang Up (Τελικά ήταν από τους ΑΒΒΑ. Είχες δίκιο, Σ., και όπως υποσχέθηκα, αποκαθιστώ την τιμή σου δημοσίως.)
Στον κατάλογο δεν διαπίστωσα αλλαγές, αλλά ένα ήταν το σίγουρο. Και οι τρεις μας θέλαμε να γευτούμε ξανά το ίδιο ακριβώς πιάτο που είχαμε παραγγείλει και την τελευταία φορά (ναι, πήγα με την ίδια ακριβώς παρέα): το ψαρονέφρι, γεμιστό με ρικότα και μανούρι σε σάλτσα από μαριναρισμένα σύκα και μέλι (16 ευρώ). Τελικά, ο ένας μας αποφάσισε να θυσιαστεί για να μην ρεζιλευτούμε εντελώς και να διαλέξει κάποιο από τα πιάτα ημέρας. Παρεμπιπτόντως, τον Απρίλιο, το ίδιο πιάτο είχα σημειώσει ότι στοίχιζε 20 ευρώ, πράγμα που -αν δεν έχω κάνει εγώ κάποιο λάθος, φυσικά- είναι οπωσδήποτε ευχάριστο. Δυστυχώς, όμως, το πιάτο δεν είχε την ίδια δυναμικότητα και δεν άφησε την ίδια ευχαρίστηση στον (αρκετά απαιτητικό, το ομολογώ) ουρανίσκο κανενός από τους δύο μας. Καταρχάς, ερωτηθήκαμε πώς επιθυμούμε ψημένο το κρέας και η σερβιτόρα είπε ότι συνήθως το σερβίρουν μέτριο, κι έτσι συμφωνήσαμε. Το κρέας, όμως, έφτασε και στα δύο πιάτα υπερβολικά στεγνωμένο και οπωσδήποτε ψημένο πολλή ώρα πιο πριν. Τα μαριναρισμένα σύκα ήταν άψογα, αλλά από το πιάτο έλειπε η απαλή σάλτσα κρέμας που το συνόδευε την προηγούμενη φορά, η οποία αντιστάθμιζε ιδανικά τη γλύκα του μελιού και του σύκου. Τέλος, το φορμαρισμένο -σκέτο- λευκό ρύζι που συνόδευε το κρέας από αισθητική θύμιζε πυργάκι 5χρονου στην παραλία με το κουβαδάκι και όχι εστιατόριο του επιπέδου της Χρύσας -εν ολίγοις, καμία σχέση με το food styling που είχα θαυμάσει την άλλη φορά. Δεν ξέρω σε τι οφείλεται η αλλαγή αυτή, αλλά με λυπεί. Το δεύτερο κυρίως πιάτο, από το οποίο δοκίμασα λίγο, ήταν αρνί τσιγαριαστό με μπουρέκι χανιώτικο. Όταν ρωτήσαμε τι ακριβώς ήταν το χανιώτικο μπουρέκι και αν ήταν κάτι με ζύμη, η σερβιτόρα αδυνατούσε να μας το περιγράψει και απλώς λάβαμε την απάντηση ότι, "Ναι, είναι" και ότι "Θα μας αρέσει σίγουρα." Δεν το πολυψειρίσαμε και το παραγγείλαμε. Ήταν νόστιμο, αλλά δεν σε απογείωνε. Τελικώς το "μπουρέκι", ήταν ένα κυλινδρικό πυργάκι από κολοκύθι, τομάτα και κάποιο λευκό τυρί και σίγουρα δεν είχε ζύμη.
'Αρχισα ανάποδα αυτή τη φορά και ξέχασα τη σαλάτα και το πρώτο πιάτο. Μοιραστήκαμε, λοιπόν, τη σαλάτα με λόλα, ραντίτσιο, κρουτόν, καρύδια, μελιτζάνα, κατσικίσιο τυρί και μπαλσάμικο (12 ευρώ), η οποία ήταν νόστιμη -αν και χιλιοσερβιρισμένος πια συνδυασμός- και τα χειροποίητα ραβιόλια γεμιστά με σέσκουλα, παρμεζάνα και σάλτσα φασκόμηλου (10 ευρώ). Ήταν πολύ συμπαθητικά, αλλά ήθελαν λίγο λιγότερο βράσιμο και προσωπικά θα ήθελα το φασκόμηλο κάπως πιο έντονο. Όλα αυτά τα συνοδεύσαμε με μία φιάλη Σκούρα Ερυθρό Πελοποννησιακό Οίνο (Αγιωργήτικο-Cabernet), του οποίου η χαμηλή τιμή με ευχαρίστησε πολύ (18 ευρώ δεν είναι καθόλου άσχημα για εστιατόριο αυτής της κατηγορίας).
Τέλος, ο σιμιγδαλένιος χαλβάς με μασκαρπόνε και καραμέλα, τον οποίο διακαώς να ξαναγευτούμε και οι τρεις μας, ήταν πάρα πολύ νόστιμος, αλλά δεν είχε την απαλή υφή που θυμόμασταν επίσης και οι τρεις μας.
Εν ολίγοις, συνεχίζω να θεωρώ τη Χρύσα ένα καλό και ενδιαφέρον εστιατόριο, αλλά στη δεύτερή μου επίσκεψη δεν αισθάνθηκα την ίδια γευστική ικανοποίηση με την πρώτη φορά. Στην τρίτη φορά θα βγει η πραγματική και πάγια ετυμηγορία (πράγμα που -λίγο ως πολύ- το πιστεύω για όλα τα εστιατόρια).

Τιμές: 30-45 ευρώ το άτομο
Κουζίνα: Έμφαση στην ελληνική κουζίνα, αλλά και κάποια διεθνή πιάτα
Σέρβις: Ευγενικό, αλλά κάπως αμήχανο και όχι τόσο ενημερωμένο. Η (συμπαθέστατη κατά τα άλλα) σερβιτόρα ίδρωνε και ξίδρωνε να θυμηθεί και να μας απαγγείλει όλα τα πιάτα ημέρας.
Διεύθυνση: Αρτεμισίου 4 & Κεραμεικού, Γκάζι
Τηλ: 210 3412515

P.S. Η φωτογραφία είναι από το greakeat.gr

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

Εστιατόριο Βαρούλκο στον Κεραμεικό

Τρίτο και τελευταίο (σνιφ) εστιατόριο που επέλεξα από τη λίστα των Χρυσών Σκούφων της σχετικής προσφοράς του Αθηνοράματος είναι το Βαρούλκο. Και ενώ περίμενα επί μία βδομάδα πώς και τι να έρθει η μεγάλη στιγμή, οφείλω να σας πω πως απογοητεύτηκα κάπως. Και πριν με πάρετε με τις πέτρες, εξηγώ.
Το Βαρούλκο έχει τη φήμη του δεύτερου καλύτερου εστιατορίου της χώρας, αμέσως μετά τη Σπονδή. Κι ενώ η Σπονδή είναι σε μια κατηγορία από μόνη της, εκεί ψηλάαααα με τα δύο της αστραφτερά Michelin και την haute cuisine της που βασίζεται στη μοριακή γαστρονομία, υπάρχουν κι άλλα εστιατόρια που διαθέτουν ένα αστέρι στην Ελλάδα. Το Βαρούλκο είναι ένα από αυτά, αλλά παράλληλα χαίρει ξεχωριστής φήμης, χάρη στο γεγονός ότι ο πασίγνωστος σεφ του, ο Λευτέρης Λαζάρου, επικεντρώνει τη μαγειρική του στην ελληνική δημιουργική κουζίνα και ακόμα πιο συγκεκριμένα στα ψάρια και τα θαλασσινά.
Με λίγα λόγια, περίμενα ότι θα εκστασιαστώ, αλλά δεν. Διευκρινίζω, όμως, για ακόμα μία φορά, ότι επειδή πρόκειται για τέτοιας κατηγορίας εστιατόριο, είμαι κι εγώ ανάλογα αυστηρή. (Ίσως κάποιοι με βρουν περισσότερο αυστηρή από ό,τι θα ήθελαν, αλλά δεν μπορούμε να συμφωνούμε όλοι.)
Θα ξεκινήσω λέγοντας πως το μεγαλύτερο μειονέκτημα του Βαρούλκου , κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι που από μόνο του μπορεί να σου χαλάσει τη διάθεση, όσο καλό και αν είναι το φαγητό: το σέρβις είναι από απλώς διεκπεραιωτικό ως αγενές. Παρόλο που η κοπέλα και ο κύριος που μας υποδέχτηκαν και μας οδήγησαν στο τραπέζι μας ήταν ευγενέστατοι και χαμογελαστοί, οι σερβιτόροι βαριούνταν, ήταν αγενείς και μας έκαναν να αισθανόμαστε ανεπιθύμητοι. Αυτό είναι γενικότερα απαράδεκτο, αλλά σε ένα εστιατόριο αυτής της κλάσης, ακόμα περισσότερο. Από την ώρα που μας έφεραν το πρώτο πιάτο ως τη στιγμή που πληρώσαμε, απλώς ακουμπούσαν τα πιάτα μας επάνω στο τραπέζι ανακοινώνοντας βαριεστημένα τι ήταν το καθένα, και όταν ρωτούσαμε περισσότερες λεπτομέρειες έδειχναν να ενοχλούνται. Συν τοις άλλοις, έκαναν και αρκετά λάθη στην περιγραφή των πιάτων.
Προτού έρθει το πρώτο πιάτο και ενώ μελετούσαμε τη wine list, έκανε την εμφάνισή του και ο sommelier, του οποίου τη συμπεριφορά βρήκαμε συνολικά αρκετά πιεστική και κάπως υπεροπτική. Αρχικά, μας ρώτησε αν θέλουμε να μας προτείνει κάτι και όταν τον ρωτήσαμε τι, μας υπέδειξε μόνο ένα κρασί, την Παλαιοκάστρα από το κτήμα Καραδήμου (μαλαγουζιά και ασύρτικο του 2010, 24 ευρώ). Σε ερώτησή μου γιατί, υποστήριξε πως αυτό ταιριάζει απόλυτα με τα πρώτα πιάτα. Όχι ότι είχα κάποια αντίρρηση, αλλά η μία πρόταση δεν είναι πρόταση , αλλά μάλλον υπόδειξη. Τελικά το πήραμε.
Στο μενού υπήρχαν αρκετές αλλαγές σε σχέση με αυτό που διαβάσαμε στο Αθηνόραμα. Το πρώτο ορεκτικό υποτίθεται πως θα ήταν σούπα με αγκινάρα Ιεροσολύμων και καπνιστό σολομό, αλλά αντ' αυτού (και χωρίς να ενημερωθούμε), μας σερβιρίστηκε ψαρόσουπα με σφυρίδα, λαχανικά και σαφράν, που συνοδευόταν από ένα μικρό πουράκι με σφυρίδα και χορταρικά της θάλασσας τυλιγμένα σε φύλλο κρούστας (σας τα λέω όπως μας τα ανακοίνωνε η σερβιτόρα έπειτα από χίλια παρακάλια). Η σούπα ήταν, ομολογώ, εξαιρετικά νόστιμη! Μόλις γευτήκαμε την πρώτη κουταλιά, όλοι κοιταχτήκαμε, ενθουσιασμένοι για το τι θα επακολουθούσε. Δυστυχώς, όμως, αυτό ήταν και το πιο αξιόλογο πιάτο, όπως συμφώνησε όλη η παρέα. Παρεμπιπτόντως, το κρασί ήταν πολύ καλό, αλλά το βρήκα λίγο αδύναμο για τη σούπα αυτή, η οποία ήταν αρκετά πικάντικη. Με το επόμενο πιάτο ταίριαζε περισσότερο.
Λίγο μετά, λοιπόν, ακολούθησε το δεύτερο ορεκτικό, το ταρτάρ φρέσκου μπακαλιάρου με μους καπνιστής μελιτζάνας αρωματισμένης με μελάνι σουπιάς και γεμιστής με κρέμα πιπεριάς Φλωρίνης. Από αισθητική πήγαινε πολύ καλά (όπως και τα περισσότερα από τα πιάτα που το ακολούθησαν). Η μους μελιτζάνας -ζελέ περισσότερο στην ουσία- σχημάτιζε έναν λείο θόλο, κι όταν την έκοβες εγκάρσια έβρισκες την κόκκινη πιπεριά στο κέντρο της. Δίπλα της βρισκόταν το ταρτάρ, φορμαρισμένο σε κύλινδρο. Από γεύση, συμπαθητικό, αλλά σίγουρα δεν σε απογείωνε. Βρίσκω πως το μελάνι σουπιάς εξουδετέρωνε τη γεύση της μελιτζάνας. Αν γευόσουν τη μους μαζί με το ταρτάρ, η κατάσταση βελτιωνόταν αισθητά, αλλά ως εκεί.
Στη συνέχεια, μας ανακοίνωσαν ότι "ο σεφ δε βρήκε λυθρινάκια σήμερα", κι έτσι αντί για τα τραγανά λυθρινάκια σε μαξιλάρι καπνιστής μελιτζάνας που θα ήταν το τρίτο ορεκτικό μας, θα μας σέρβιραν καλαμάρι al pesto με τραγανή πατάτα. Το καλαμαράκι ήταν ψιλοκομμένο και φορμαρισμένο σε κυλινδρικό σχήμα πάνω σε τριμμένη σχεδόν, ξεροτηγανισμένη πατάτα. Πολύ νόστιμο, πράγματι, αλλά δεν ήταν κάποιος πρωτότυπος συνδυασμός γεύσεων.
Γενικά, μέχρι και το τρίτο πιάτο, η αίσθηση ήταν, "Καλά πάμε, αλλά για να δούμε και το επόμενο", ενώ θα έπρεπε να είναι "Δε θέλω να τελειώσει αυτό, πώς γίνεται να το φτιάξω κι εγώ;".

Στη φάση αυτή ήρθε ξανά ο sommelier να μας προτείνει -στα πεταχτά- ένα δεύτερο μπουκάλι κρασιού για τα κυρίως πιάτα μας. Δύο επιλογές αυτή τη φορά (λες να άκουσε τη συζήτησή μας;): Montes Chardonnay, από την Curicó Valley της Χιλής (18 ευρώ) ή Δάκρυ Αμπέλου (chardonnay και πάλι) από το κτήμα Συμεωνίδη. Διαλέξαμε το πρώτο.
Το πρώτο κυρίως πιάτο ήταν δύο μικρά μπιφτεκάκια ψαριού από ξεκοκαλισμένη σφυρίδα, με σος μπάρμπεκιου. Νόστιμα. Αλλά και πάλι, όχι κάτι το εξαιρετικό. 'Ασε που τη σος μπάρμπεκιου δεν τη θεωρώ και καμία σπουδαία έμπνευση.
Το δεύτερο πιάτο ήταν κριθαράκι με γαρίδες, μαγειρεμένο με Μοσχάτο Λήμνου. Τείνω να επαναλαμβάνομαι, αλλά έλα που αυτή ήταν η γενική αίσθηση που σου έδιναν όλα τα πιάτα! Πολύ νόστιμο. Αλλά δεν έπεσα και από την καρέκλα. Ενδιαφέρουσα η προσθήκη του Μοσχάτου. Οι γαρίδες, για κάποιο λόγο, ως πρώτη ύλη, δεν είχαν έντονη γεύση "θαλασσίλας".
Το τρίτο και τελευταίο πιάτο, ήταν παμψηφεί το πιο αδιάφορο γευστικά: φιλέτο πεσκανδρίτσας με ντοματίνια Σαντορίνης, πουρέ καπνιστής πατάτας και ξινόμηλο. Η πεσκανδρίτσα δεν κόλλαγε με την καπνιστή πατάτα, τα δε κομματάκια ξινόμηλου, σφήνα διάσπαρτα μέσα στον πουρέ συμφωνήσαμε όλοι πως ήταν ο πιο ατυχής συνδυασμός όλου του μενού. Αλλά και η αισθητική ήταν απογοητευτική. Η πεσκανδρίτσα στη μέση, κι ο πουρές αραδιασμένος γύρω-γύρω, χωρίς καμία έμπνευση. Αυτό το πιάτο με άφησε να αναρωτιέμαι, "Μα πώς είναι δυνατόν να επιλέχθηκε αυτό από τον Λαζάρου για την κορύφωση του μενού;". Ειδικά δε, από τη στιγμή που υποτίθεται πως ο Λαζάρου έχει στην πεσκανδρίτσα ιδιαίτερη αδυναμία και πως είναι αυτός που την επανέφερε στο γαστρονομικό προσκήνιο από εκεί που ήταν ένα ψάρι περιφρονημένο και λαϊκό.
Το επιδόρπιο με παρηγόρησε αρκετά: καραμελωμένα αχλάδια με φρέσκια βανίλια και απόσταγμα από αχλάδι, συνοδευμένα από παγωτό βανίλια και σορμπέ αχλάδι πάνω σε τραγανό φύλλο μπακλαβά. Είναι, βέβαια, που έχω και αδυναμία στα γλυκά με αχλάδι (Εντωμεταξύ, επιτρέψτε μου την άσχετη παρένθεση, γιατί δεν μπορώ να πω "αχλάδι" χωρίς να μου έρθει στο μυαλό η σκηνή με τον Μπάρκουλη και την Καρέζη, "Θες ένα αχλάδι, αγάπη μου;"), αλλά το βρήκα ενδιαφέρον επιδόρπιο ούτως ή άλλως. Είχε κι έναν απόηχο ελληνικότητας -μέσω των φύλλων του μπακλαβά, ήταν και καλαίσθητο -τα ορθογώνια φύλλα σχημάτιζαν μια ωραία γεωμετρία με τις μπάλες του παγωτού.
Συνολικά, τα 55 ευρώ που πληρώσαμε για 7 πιάτα ήταν, φυσικά, καλά. Τα διπλάσια, όμως, μάλλον όχι (ειδικά σε τέτοιους καιρούς -αν δεν το 'λεγα, θα 'σκαγα). Γενικά, υπολόγισα ότι για ορεκτικό, κυρίως, επιδόρπιο και κρασί, χρειάζεται κανείς 75-100 ευρώ, πράγμα που καθιστά το Βαρούλκο το δεύτερο ακριβότερο εστιατόριο της Ελλάδας μετά τη Σπονδή. Για το αν είναι, όμως, τελικά και το δεύτερο καλύτερο, επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Η αγάπη του Λαζάρου για τη θάλασσα και τα προϊόντα της είναι αισθητή και είμαι βέβαιη πως είναι γνήσια και ειλικρινής (όντας άλλωστε γιος καραβομάγειρα και Πειραιώτης). Σεβαστή και η μακροχρόνια πορεία του στην ελληνική εστίαση, αλλά και το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό ανανέωσε την ελληνική γαστρονομία, τουλάχιστον όσο αφορά τα ψάρια, ωστόσο -και το λέω μετά λύπης μου- δεν ένιωσα τις γεύσεις να με απογειώνουν όπως περίμενα και ήλπιζα.
Το δε σέρβις, που σας το περιέγραψα, για μένα λειτουργεί αρκετά αποτρεπτικά, όσο καλή κουζίνα κι αν έχει ένα εστιατόριο. Πόσο μάλιστα όταν στο site του Βαρούλκου διάβαζει κανείς ότι "χαρακτηρίζεται από καλή ισορροπία ανάμεσα στο φιλικό και το επαγγελματικό, με κύριο γνώμονα τη χαλάρωση του πελάτη"! Λίγο απογοητευτική βρήκα επίσης τη selection που έγινε από τον κατάλογο, διότι εφόσον επρόκειτο και για το "μενού των Χρυσών Σκούφων", περίμενα να δοκιμάσω τα πιο χαρακτηριστικά πιάτα που έχει δημιουργήσει ο Λαζάρου και που τον έχουν κάνει τόσο αγαπητό στη χώρα μας, όπως ας πούμε την περιβόητη σούπα με μελάνι σουπιάς. Συνοψίζοντας, δε λέω φυσικά ότι δε θα ξαναπήγαινα στο Βαρούλκο, γιατί υπάρχουν πολλά ακόμα πιάτα στον κατάλογό του που μου κινούν την περιέργεια. 'Ασε που έχει κι αυτή την ταράτσα με την καταπληκτική θέα στην Ακρόπολη...

Κουζίνα: ελληνική δημιουργική με έμφαση στη θάλασσα.
Τιμές: 75-100 ευρώ
Διεύθυνση: Πειραιώς 80, Κεραμεικός
Τηλ: 210 52 28 400

P.S. Ε, συγγνώμη, δεν κρατήθηκα.
Μπάρκουλης: "Θες ένα αχλάδι, αγάπη μου;"
Καρέζη: "Όχι, λατρεία μου."




P.S. 2 Η φωτό είναι από το in2life.

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Εστιατόριο Mataroa στον Κεραμεικό

Για να είμαι ειλικρινής, αυτό που με τράβηξε να δοκιμάσω το Mataroa δεν ήταν η κουζίνα, αλλά η θέα. Το εστιατόριο βρίσκεται στον Κεραμεικό, επί της Ιεράς οδού και έχει μια υπέροχη βεράντα με θέα στο Γκάζι και τη φωτισμένη Ακρόπολη. Παρεμπιπτόντως, "Mataroa" σημαίνει στη γλώσσα των νεοζηλανδών Μαορί "γυναίκα με μεγάλα μάτια", αλλά είναι και το όνομα του διάσημου πλοίου που το 1945 μετέφερε στην Κάτω Ιταλία και από εκεί στο Παρίσι Έλληνες διανοούμενους διασώζοντάς τους.
Το Mataroa είναι ένα καθαρόαιμο bar restaurant. Το ισόγειο είναι bar που κλαμπίζει (αν και στη 1.00 π.μ. που φύγαμε παρέμενε άδειο, ενώ στον επάνω όροφο βρίσκεται το εστιατόριο, το οποίο, όμως, barίζει υπερβολικά -τουλάχιστον για τα γούστα μου. Αδυνατώ πραγματικά να καταλάβω γιατί, εφόσον οι ιδιοκτήτες μπαίνουν στη διαδικασία να χωρίσουν το χώρο του εστιατορίου από αυτόν του bar, να παίζεται η μουσική σε ένταση τόσο δυνατή που να είναι αδύνατο για όσους δειπνούν να ανταλλάξουν έως και την παραμικρή κουβέντα χωρίς ντουντούκα.
Ο χώρος, βέβαια, είναι καλαίσθητος και η θέα όντως καταπληκτική. Παρόλο που ο καιρός ήταν ακόμα κρύος για να καθίσει κανείς στη βεράντα -αν και υπήρχαν και κάποιοι τολμηροί- τη θέα μπορείς να την απολαύσεις και από μέσα, αφού κατά μήκος της μίας πλευράς το εστιατόριο έχει τζαμαρία. Όσον αφορά τη διακόσμηση, το Mataroa συνδυάζει επιτυχημένα το βιομηχανικό design που τόσο ταιριάζει στην περιοχή του Κεραμεικού με πιο ζεστά στοιχεία όπως το μπορντώ χρώμα της μπάρας και τα κομψά του ξύλινα τραπεζοκαθίσματα.
Από το γαστρονομικό κομμάτι, όμως, απογοητεύτηκα πλήρως. Η κουζίνα είναι μεσογειακή και μοντερνίζουσα, όμως, ο κατάλογος είναι απογοητευτικός. Ευθύς εξαρχής αισθάνθηκα από τις περιγραφές του μενού ότι τα πιάτα είναι όλα εμπλουτισμένα με στοιχεία εντυπωσιασμού χωρίς γευστική ουσία. Σχεδόν κάθε πιάτο, από τα ορεκτικά και τις σαλάτες ως τα κυρίως, διαθέτει ένα τουλάχιστον πρωτότυπο συστατικό-κράχτη: το μπιφτέκι γαλοπούλας από βιολογικό κιμά, ας πούμε, είναι γαρνιρισμένο με σος ιβίσκου, ενώ η φάβα Σαντορίνης (την οποία και παραγγείλαμε) συνοδεύεται από κοτόπουλο τυλιγμένο με προσούτο και πουρέ από ακτινίδιο (8.00 ευρώ). Η μεν φάβα είχε σωστή υφή, αλλά ήταν πολύ στεγνή και οι δε μπουκιές κοτόπουλου αισθάνθηκα ότι ήταν προψημένες και ξαναζεσταμένες. Το ακτινίδιο θα μπορούσε να είναι μια ενδιαφέρουσα πινελιά αν ήταν σε λίγο μεγαλύτερη ποσότητα, διότι η έντονη γεύση του μπέικον το υπερκάλυπτε. Παρόλα αυτά, δεν αισθάνθηκα ότι επρόκειτο και για κανέναν επαναστατικό συνδυασμό αλλαντικού με φρούτο που θα γίνει κλασικός (τύπου φέτες πεπονιού τυλιγμένες με προσούτο).
Από τα κυρίως πιάτα δυσκολευτήκαμε να βρούμε κάποιο που να ακούγεται πραγματικά δελεαστικό. Το μοσχαρίσιο φιλέτο (που παρατήρησα ότι παρήγγελναν σχεδόν όλοι στο κατάστημα) κόστιζε 28 ευρώ -τιμή όχι εξωφρενική, αλλά αρκετά τσουχτερή σε περίοδο επιτήρησης από το ΔΝΤ- αλλά το πιάτο αυτό προτιμώ να το παραγγέλνω σε εστιατόρια που ειδικεύονται στο κρέας και είναι εγγυημένο ότι θα είναι σωστό. Το μιλφέιγ (άντε πάλι αυτός ο εκνευριστικός όρος -αν θέλετε να μάθετε γιατί τον έχω άχτι, το θέμα το έχω ξαναθίξει εδώ) από γλώσσα, σολομό και μπακαλιάρο σε βελουτέ πατάτας με λάδι κολοκυθόσπορου και μους σχοινόπρασου (23 ευρώ) θα ακουγόταν ενδιαφέρον αν ο σεφ είχε εστιάσει σε ένα αντί για τρία ψάρια (πραγματικά δε βλέπω το λόγο, νομίζω ότι είναι απλώς άλλη μια νεωτερίζουσα κίνηση εντυπωσιασμού, αλλά πάλι ας μην το κρίνω δίχως να το έχω δοκιμάσει). Τελικά, διαλέξαμε το μπιφτέκι σχάρας με ρύζι και λαχανικά (15 ευρώ) το οποίο ήταν μετριότατο. Αν και ήταν ικανοποιητικά ψημένο, ο κιμάς ήταν εντελώς αδιάφορος γευστικά ως πρώτη ύλη και η γαρνιτούρα άνοστη. Τα λαχανικά παραψημένα, το ρύζι άβραστο, όσο για τη σος, πραγματικά μου θύμισε το Golden Burger των Goodies (ναι, αυτό που είχε πρωτολανσαριστεί γύρω στο '99). Το δεύτερο κυρίως, τα χειροποίητα νιόκι κολοκύθας με φιλετάκια μόσχου και κουκουνάρι, σερβιρισμένα σε φωλιά παρμεζάνας (13 ευρώ) ήταν ένα πιάτο που διάλεξα πρώτον απλώς ελλείψει άλλου πιο θελκτικού και δεύτερον επειδή μου έκαναν κλικ τα νιόκι κολοκύθας -και φυσικά όχι η φωλιά παρμεζάνας την οποία πλέον σερβίρει ως και το μεξικάνικο κουτούκι της γειτονιάς μου (ονόματα δε λέω, αλλά έχω και γι' αυτουνού τη γούνα ράμματα κάποια στιγμή). Δυστυχώς, από τα νιόκι γευόμουν σκέτο ζυμάρι και ακόμα και το σχήμα τους απέπνεε προχειρότητα. Το πιάτο ήταν υπερβολικά άλμυρό και η φωλιά παρμεζάνας έπρεπε να είναι τουλάχιστον 2 χιλιοστά πιο λεπτή, γιατί με το πάχος αυτό, το τυρί όταν πήξει είναι αδύνατο να γίνει τραγανό.

Εν ολίγοις, και τα τρία πιάτα που δοκιμάσαμε ήταν τόσο απογοητευτικά που αν και δε χορτάσαμε, αποφύγαμε να παραγγείλουμε κάποιο επιδόρπιο. Άλλωστε, δεν υπήρχε και κάτι που να σε βάλει σε πειρασμό. Και ενδεικτικά παραθέτω: ψητό μήλο με παγωτό, παγωτό με nutella (πόσο επαρχιακή καφετέρια 90s;) και πανακότα με μαστίχα (what else is new?).
Συν τοις άλλοις, το προσωπικό ήταν οριακά ευγενικό και όλοι μου έδιναν την εντύπωση ότι βαριούνται τη ζωή τους. Με λίγα λόγια, το μόνο θετικό της όλης υπόθεσης για μένα ήταν ...η θέα. Αν αυτό σας αρκεί, είστε εντάξει.

Ετυμηγορία: Neeext!!
Κουζίνα: fusion
Τιμές: 28-40 ευρώ
Crowd: Καταρχας, celebrities (το λέει και στο Αθηνόραμα). Εμείς είδαμε τον Αιμίλιο Χειλάκη, και μία κυρία που ο Σ. επέμενε αρχικά ότι ήταν η Άννα Διαμαντοπούλου και στη συνέχεια έκοβε το χέρι του ότι ήταν η Άντζι Σαμίου (δεν ξέρω, οι παραλίγο σελέμπριτις πιάνονται;). Επίσης, πολλοί 50-60άρηδες με/χωρίς καράφλα, με/χωρίς μουστάκι, αλλά εξάπαντος με blue μπλέιζερ με χρυσά κουμπιά (το απόλυτο αξεσουάρ του 50άρη που σέβεται τον εαυτό του).
Μουσική: loungίζουσα jazz.
Διεύθυνση: Κεραμεικού 116 και Ιεράς Οδού, Γκάζι
Τηλ: 210 34 28 312

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Εστιατόριο Χρύσα στον Κεραμεικό

Θα ξεκινήσω διευκρινίζοντας ότι η Χρύσα είναι ίσως το καλύτερο εστιατόριο που δοκίμασα φέτος και το μόνο που, όσον αφορά το γαστρονομικό κομμάτι, με άφησε ικανοποιημένη σε τέτοιο βαθμό που δεν έχω ούτε το παραμικρό παράπονο.
Ο χώρος είναι πολύ κομψός και ιντελεκτουέλ: μια παλιά μονοκατοικία χωρισμένη σε δωμάτια, με διακριτική, σοφιστικέ διακόσμηση σε αποχρώσεις του γκρι και του μπεζ, τεράστια βάζα με λευκά lilium oriental και ατμοσφαιρικό χαμηλό φωτισμό -όχι, όμως, τόσο που να μη βλέπεις τι τρως! Η μουσική ήταν ότι ακριβώς θα ήθελα να ακούσω σε ένα εστιατόριο αυτής της κατηγορίας: λίγη Edith Piaf (Padam padam), λίγος Ray Charles (Hit the Road, Jack), λίγος Perry Como (Papa Loves Mambo), Elvis, Henry Mancini, Barry White και κάμποσο 50s do-woop, όλα στη σωστή ένταση, τέτοια που να σε αφήνει να συζητήσεις.
Η κουζίνα είναι σύγχρονη, φινετσάτη και με δημιουργική διάθεση. Ξεκινήσαμε με μια ανάμεικτη σαλάτα με πορτοκάλι, φασόλια μαυρομάτικα, άνηθο, φρέσκο κρεμμυδάκι και σος μπαλσάμικου (9 ευρώ). Ήταν δροσιστική -στη σος είχε προστεθεί και χυμός πορτοκαλιού έχω την εντύπωση- και τα μαυρομάτικα φασόλια ήταν ένα ευχάριστο touch που στο αυτί μου ακούστηκαν παράταιρα, αλλά στη γεύση ήταν απολύτως ταιριαστά.
Το κυρίως πιάτο που παρήγγειλα ήταν ένα ωραιότατο ψητό λαυράκι με σταμναγκάθι και σάλτσα από σελινόριζα αρωματισμένη με τρούφα (20 ευρώ). Το ψάρι ήταν πολύ ωραία ψημένο, με την πέτσα, και ο αραιός πουρές σελινόριζας αντιστάθμιζε ιδανικά την πικρίλα του χόρτου. Όμως, ο νικητής της βραδιάς ήταν το πιάτο που παρήγγειλαν οι υπόλοιποι της παρέας, από το οποίο έκλεψα κάμποσες πηρουνιές: φιλέτο χοιρινό γεμιστό με ρικότα και μανούρι και σάλτσα από μέλι και σύκα (20 ευρώ). Το πιάτο αυτό, εκτός από εντυπωσιακά κομψό food styling, είχε και υπέροχη γεύση. Το φιλέτο ήταν μοιρασμένο σε μικρά κομμάτακια, τυλιγμένα έτσι ώστε να περικλείουν το λιωμένο τυρί, και αναπαυόταν πάνω σε με μια σάλτσα από μέλι και σύκο, ενώ μια δεύτερη, πιο ουδέτερη σος απαλής κρέμας δίπλα του βρισκόταν σε ετοιμότητα για να ξεκουράζει κάθε τόσο τον ουρανίσκο από τη γλύκα.
Και ενώ έχουμε απολαύσει ένα τόσο ωραίο γεύμα και επιθυμούμε ένα επιδόρπιο, τίποτα δεν μας προετοίμασε για την απίστευτη απόλαυση που θα επακολουθούσε. Ζητήσαμε τον σιμιγδαλένιο χαλβά με μασκαρπόνε και καραμέλα, ο οποίος ήταν αληθινή αποκάλυψη. 'Ηταν πραγματικά εντυπωσιακό το πώς ο σεφ πήρε μια απλώς συμπαθητική παραδοσιακή συνταγή (αντικειμενικά δε νομίζω ότι είναι και το εθνικό μας γλύκισμα) και το ανέβασε σε αυτό το επίπεδο. Ο χαλβάς, στον οποίο απ' ό,τι πληροφορηθήκαμε ο σεφ προσθέτει γάλα, είχε μια πολύ ωραία, απαλή αλλά συμπαγή υφή και μπόλικη κανέλα, και δίπλα του ήταν τοποθετημένο ένα μικρό ποτηράκι με μασκαρπόνε και σος καραμέλας -και πραγματικά ήταν μπουκιά και συχώριο. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το κατάστημα μας κέρασε και ένα τσιζκέικ με μέλι (για το οποίο απ' ό,τι έχω ακούσει φημίζεται το μαγαζί) . Ήταν εξαιρετικό, αλλά όχι κάτι που να με κάνει να μείνω με το στόμα ανοιχτό (literally, χαχα) όπως ο χαλβάς, διότι ο πήχυς είχε ανέβει ήδη αρκετά ψηλότερα. Ελπίζω αυτόν τον χαλβά να μη σταματήσουν να τον σερβίρουν ποτέ, παρεμπιπτόντως.
Εν ολίγοις, τη Χρύσα τη συστήνω με ενθουσιασμό και σίγουρα θα ξαναπάω. Για το άψογο ambience, για το διακριτικό της σέρβις και πάνω απ' όλα, φυσικά, για την απόλαυση που πρόσφερε στον ουρανίσκο μου.

Ετυμηγορία: οπωσδήποτε θα ξαναπάω
Τιμές: 30-45 ευρώ
Κουζίνα: ελληνική, αλλά και κάποια διεθνή πιάτα

Μουσική: classy oldies
Σέρβις: Ευγενικό και διακριτικό.
Διεύθυνση: Αρτεμισίου 4 & Κεραμεικού, Γκάζι
Τηλ: 210 3412515

P.S. Η φωτογραφία είναι από το greekeat.gr

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Εστιατόριο Αθήρι στον Κεραμεικό

Δοκίμασα κι εγώ, λοιπόν, το Αθήρι, διότι εκτός του ότι μου είχαν φάει τα αυτιά διάφοροι φίλοι, έχει πάρει κι ένα σωρό βραβεία (χρυσούς σκούφους, gourmet, κουτουλού). Όχι, όχι, δεν απογοητεύτηκα καθόλου. Ούτε και ενθουσιάστηκα, όμως. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.
Το Αθήρι βρίσκεται στον Κεραμεικό, σε ένα πολύ κομψό ανακαινισμένο νεοκλασικό, το οποίο διαθέτει και κήπο. Το εστιατόριο φημίζεται, μάλιστα, για τον καταπράσινο κήπο του, αλλά βέβαια έχει πολύ κρύο ακόμα για να τον απολαύσει κανείς. Το εσωτερικό, όμως, αν και περιποιημένο, το βρήκα un peu παππουδέ. Κάτι το σιμπιζάκ' στον τοίχο, κάτι οι χιλιοφορεμένες καφέ δερμάτινες καρέκλες, τέλος πάντων, ο χώρος δεν σε κεντρίζει. Δεν τον σώζει ούτε ο κόκκινος δερμάτινος καναπές κατά μήκος ενός από τους τοίχους, διότι περισσότερο σε diner παραπέμπει, παρά σε αστικό ρεστοράν. Για του λόγου του αληθές, ρίξτε μια ματιά στο site του εστιατορίου. Έχει άφθονες φωτό.
Anyway, δεν άφησα το χώρο να μου χαλάσει την όρεξη, καθώς από γαστρονομικής άποψης ήμουν προετοιμασμένη για τα καλύτερα. Για αρχή, το εστιατόριο σερβίρει μια σουπίτσα-καλωσόρισμα, πράγμα φυσικά πολύ ευχάριστο. Η δική μας ήταν μια σούπα μανιταριών, με ωραία, απαλή βελουτέ υφή, με μπόλικο ελαιόλαδο, λιγάκι όμως άνευρη. Με την παραγγελία μας ρωτηθήκαμε αν θέλουμε ψωμί, κάτι πολύ θετικό, που δεν καταλαβαίνω γιατί δεν εφαρμόζεται σε όλα τα εστιατόρια.
Παραγγείλαμε, λοιπόν, τη σαλάτα λαχανικών, μαγειρεμένων με διάφορους τρόπους με γαλάκτωμα λεμονιού (10 ευρώ). Στο μενού υπήρχε και επεξήγηση: το μπρόκολο είναι στον ατμό, το κουνουπίδι και το σέλινο βραστό, τα σπαράγγια και οι πατάτες ψητά, το κολοκύθι σωτέ, ενώ το καρότο και το σπανάκι ωμό. Ήταν μια ενδιαφέρουσα ποικιλία, και μια ευχάριστη, πληθωρική παραλλαγή των κλασικών συνδυασμών ψητών με βραστά λαχανικά. Η σως λεμονιού, φυσικά, δε θα μπορούσε παρά να ταιριάζει.
Από τα ορεκτικά, επιλέξαμε τον τραχανά με καβούρι, σχοινόπρασο και λάδι μαϊντανού (10 ευρώ), που ήρθε σερβιρισμένος σε ποτήρι του κοκτέιλ. Εντάξει, εγώ αυτό το βρίσκω λίγο πασέ πλέον, οι υπόλοιποι όταν τους το είπα λένε ότι είμαι κακιά και υπερβολική. Γουατέβερ. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ γευστικό, όμως, όπως πολύ σοφά το έθεσε ο φίλτατος Γ., "δεν ανήκε στην κατηγορία των καθαρών γεύσεων". Συμφώνησα, γιατί πράγματι αν κι ήταν ευχάριστο, δεν μπορούσες να γευτείς ούτε τον τραχανά, ούτε και το σχοινόπρασο, παρά ένα συνονθύλευμα συστατικών.
Το κυρίως που προτίμησα ήταν το μαριναρισμένο μπούτι πάπιας με κρούστα σύκου και σαλάτα μήλο, με λάδι δυόσμου, γκρέιπφρουτ, πορτοκάλι, μαραθόριζα, κρεμμύδι ξερό, σέλερι και εσκαρόλ (16 ευρώ) - μόνο τη συνταγή δεν περιλάμβανε η περιγραφή, γιατί τα συστατικά τα μάθαμε όλα. Το κρέας ήταν πολύ μαλακό και η σάλτσα σύκου, φυσικά, ιδανική επικάλυψη (κλασικός άλλωστε συνδυασμός), όμως τα συνοδευτικά του πιάτου τα βρήκα, δυστυχώς, εντελώς αταίριαστα. Το μήλο, το φινόκιο και το σέλερι είναι αρκετά στεγνά ούτως ή άλλως και το λάδι δεν ήταν αρκετό για να υγράνει, με αποτέλεσμα να μην... γλιστράνε ρε παιδί μου (το έθεσα απλά).
Οι υπόλοιποι της παρέας παρήγγειλαν όλοι το μοσχαρίσιο μάγουλο γάλακτος με πουρέ πατάτας, το οποίο δοκίμασα κι εγώ και το βρήκα νόστιμο, μεν, αλλά λίγο σκέτο και αυτό. Ο δε Γ. επέμενε ότι ο πουρές του θύμιζε Knorr. Επίσης, οι φίλοι μου μού ζήτησαν να επισημάνω πως δυσαρεστήθηκαν όταν ζήτησαν πιπέρι και τους έφεραν μια μικρή πιπεριέρα αντί για μύλο. Συμφωνώ και επαυξάνω: πιστεύω πως σε ένα εστιατόριο αυτής της κλάσης, θα έπρεπε ο ίδιος ο σερβιτόρος να προσφέρει πιπέρι φρεσκοτριμμένο και να έρχεται με τον μύλο πάνω από το πιάτο σου ώσπου να πεις "στοπ"!
Όλα αυτά τα συνοδεύσαμε με μια Ναουσσαία του κτήματος Φουντή (ΟΠΑΠ Νάουσα ξινόμαυρο) που στοίχισε 18 ευρώ, τιμή εξαιρετικά χαμηλή για τέτοιας κατηγορίας ρεστοράν. Υπ' όψιν ότι στη wine list, που επίσης έχει βραβευθεί, θα βρείτε αρκετές οικονομικές επιλογές.
Τελικά, το επιδόρπιο ήταν αυτό που μας ικανοποίησε περισσότερο απ' όλα. Αν και αρχικά απογοτευτήκαμε όταν ρωτήσαμε ποια είναι τα επιδόρπια και ο σερβιτόρος μας μάς ανακοίνωσε ότι λόγων αλλαγών στο μενού τη στιγμή αυτή είχαν να μας προσφέρουν μόνο δύο επιλογές, η crème brûlée (7 ευρώ) που διαλέξαμε μας αποζημίωσε και με το παραπάνω. Μάλιστα, ουσιαστικά πρόκειται όχι για ένα, αλλά για τρία επιδόρπια, καθώς σερβίρουν τρεις κρέμες σε διαφορετικά μπολάκια: η πρώτη είναι κλασική, η δεύτερη έχει γεύση καφέ και η τρίτη περιέχει κάρδαμ
ο και πορτοκάλι. Ήταν και οι τρεις νοστιμότατες, ολόσωστες και με την επιφάνειά τους ακριβώς όσο καμμένη πρέπει. Τελικά, είναι μοιραίο: κάθε φορά που τρώω crème brûlée, θυμάμαι την Amélie Poulain και πόσο διασκέδαζε να σπάει την κρούστα της κρέμας με το κουταλάκι της. Κι εγώ το απολαμβάνω εξίσου, Amélie.

Ετυμηγορία: Θα ξαναπάω το καλοκαίρι για να απολαύσω τον κήπο. Κρατώντας μικρότερο καλάθι, όμως.
Κουζίνα: ελληνική δημιουργική
Τιμές: 30-45. Εμείς πληρώσαμε 32 το άτομο, μαζί με μπουκάλι κρασί.
Crowd: Πολύυυ ανεβασμένος ο μέσος όρος ηλικίας. Κάτω από 50άρη δύσκολα βλέπεις. Εκτός αν ήταν τυχαίο και απλώς μας κάθισαν εμάς στην πτέρυγα της γερουσίας για να σπάσουμε τη μονοτονία.
Μουσική: Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ανύπαρκτη. Τελικά την έπνιγε η βαβούρα από τις ομιλίες, αλλά ακόμα και όταν ο κόσμος άρχισε να φεύγει και αυτή μειώθηκε, πάλι δεν κατάλαβα να προσδιορίσω τι ακούγαμε.
Διεύθυνση: Πλαταιών 15, Κεραμικός
Τηλ: 210 34 62 983

P.S.1 Το εστιατόριο διαθέτει και πάρκινγκ.
P.S.2 Για τα Σάββατα, κάντε κράτηση από την προηγούμενη.