Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Eστιατόριο Hip Café στο Σύνταγμα

Δυσεύρετο πράγμα το brunch στην πόλη μας (πόσο μάλλον το καλό brunch), αν και τώρα τελευταία έχει γίνει τάση, οπότε ευελπιστώ ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί σιγά-σιγά. Βέβαια, όπως επεσήμανε και ο φίλτατος Μ., τώρα μου έμαθε ως και η κουτσή Μαρία το brunch και συνέχισε προσθέτοντας "Tρώγατε brunch και στο χωριό σου, μαρή;;;". Εντωμεταξύ και μόνο στην ιδέα δύο θειάδων στο χωριό να παίρνουν το brunch τους ξεραίνομαι στα γέλια, γιατί στο μυαλό μου τις φαντάζομαι κάπως σαν την Παναγούλα και τη Γιαννούλα από εκείνη τη διαφήμιση της cosmote, να αναλύουν με "στατίστικς" ποιανής η κότα είναι "πιο αποδοτικιά" και κάνει τα καλύτερα αυγά για "σκραμπλ εγκς".



Από την άλλη, δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις. Η συνήθεια του brunch υπήρχε από παλιά στα μέρη μας, μόνο που τότε την έλεγαν δεκατιανό ή κολατσιό και ήταν το μικρογεύμα που έτρωγαν, ας πούμε, οι αγρότες στο χωράφι όταν έκαναν το διάλειμμά τους από τις αγροτικές τους εργασίες και όχι όταν ξυπνούσαν αργάμιση μετά το κλάμπινγκ του Σαββατόβραδου για να συναντήσουν τις φιλενάδες τους και να μιλήσουν για Manolo Blahniks,
Jimmy Choos και τεχνικές για επιτυχημένες blow jobs πίνοντας mimosas. (Carry, συγχώρεσέ με. Είσαι θρησκεία, αλλά η αλήθεια να λέγεται.)
Με λίγα λόγια, το μπραντς τότε ήταν κάπως έτσι:


Και σίγουρα δεν είχε ουδεμία σχέση με τούτο εδώ:




('Ντάξει, απλά πεθαίνω:
Samantha: Τhis guy is very sour. Like asparagus gone bad or something.
Carry: Can I cancel my rice pudding?)

Και τώρα, ας περάσουμε στο ψητό. Έχω μεγάλη αδυναμία τόσο στα αυγά scrambled όσο και στα benedict και πάντα δυσκολεύομαι τρομερά να αποφασίσω ποια από τις δύο επιλογές θα θυσιάσω. Αυτή τη φορά με κέρδισαν τα benedict, τα οποία το Hip Café τα προσφέρει σε διάφορες παραλλαγές.
To κλασικό benedict αποτελείται από δύο αυγά ποσέ σερβιρισμένα επάνω στα δύο μισά ενός English muffin, που επάνω τους τοποθετούνται δύο κομμάτια ζαμπόν ή μπέικον, περιχυμένα με σος ολαντέζ. Εγώ παρήγγειλα ό,τι πλησιέστερο διέθετε το μενού στην κλασική βερσιόν (7.50 ευρώ), τουτέστιν ποσέ αυγά με prosciutto cotto (ζαμπόν είναι κι αυτό επί της ουσίας, απλώς ακούγεται πιο fancy), μια σ
ος παραλλαγή της ολαντέζ με λάιμ αντί για λεμόνι και ένα ψωμάκι που, όμως, δυστυχώς, δεν ήταν english muffin (και ήταν και λίγο αρπαγμένο). Αυτό ομολογώ πως απογοήτευσε και εμένα και τον Μ., ο οποίος παρήγγειλε τα benedict με γαρίδες και αβοκάντο (7.80) και είχε επιπλέον να παρατηρήσει ότι η γαρίδα δεν ήταν σωστά καθαρισμένη. Εν ολίγοις, αρκετά καλή προσπάθεια, αλλά δεν ενθουσιαστήκαμε.
Meanwhile, ο χυμός 4 φρούτων (5.20 ευρώ) που παρήγγειλα ήταν δροσιστικότατος και ο συνδυασμός ανανάς/πορτοκάλι/φράουλα/κόκκινο γκρέιπφρουτ πάρα πολύ πετυχημένος. Εγώ βέβαια είμαι περισσότερο φαν των πιο πηχτών χυμών που έχουν και λίγο pulp μέσα και δεν είναι τόσο σουρωμένοι, αλλά αυτό είναι καθαρά θέμα γούστου.
Οι pancakes που ακολούθησαν ως επιδόρπιο, πάντως ήταν πάρα πολ
ύ καλά και σίγουρα θα τις ξαναπροτιμήσω. Ωραίο μέγεθος, σωστό ψήσιμο, επαρκώς αφράτες και όμορφο topping με μπανάνα, φράουλα, blueberries και σιρόπι σφένδαμου. Ε, το maple syrup μπορούσε να πέσει και λίγο πιο απλόχερα από πάνω βέβαια, εδώ που τα λέμε.
Το προσωπικό του
Hip Café ήταν ευγενέστατο και θέλω να επισημάνω πως, δεδομένου ότι κάναμε κάποιες παρατηρήσεις για το φαγητό μας, στο τέλος μας κέρασαν ένα cheesecake με μέλι και βάση από μπισκότο digestive που ήταν ό-νει-ρο.
Στο μεταξύ, δεν είπαμε και για τον χώρο, ο οποίος είναι σίγουρα το μεγάλο ατού του
Hip Café. Ευχάριστος και φωτεινός -ό,τι πρέπει για πρωί- με ανοιχτή κουζίνα και πολλά επίπεδα, με ζωηρά χρώματα και στιλάτα έπιπλα -οι κίτρινες και γαλάζιες πολυθρόνες των Εames από τη vitra πάντοτε μετράνε. Στο μενού, εκτός από τις κλασικές επιλογές για brunch, θα βρείτε και διάφορα σάντουιτς, γλυκά και σαλάτες, όλα σε λογικές τιμές, που αν ήταν και ένα κλικ πιο κάτω θα μπορούσαν να εντάξουν το Hip Café άνετα στο καθημερινό σας πρόγραμμα, δεδομένου ότι βρίσκεται και σε τρομερά βολικό σημείο, δύο βήματα από το μετρό και με τα μαγαζιά της Ερμού στα πόδια σας.

Κουζίνα: Brunch, all-day cafe.
Τιμές: 10-18 ευρώ το
άτομο.
Διεύθυνση: Μητροπόλεως 26 & Πετράκη 3, Σύνταγμα,

Tηλ: 213 01 54 698.


Υ.Γ.1 Η φωτογραφία του καταστήματος είναι από το site του Γαστρονόμου.

Y.Γ. 2
Noμίζω ήρθε η ώρα για λίγα trivia για τα English muffins. Tα ψωμάκια αυτά (που καμία σχέση δεν έχουν στη γεύση και την εμφάνιση με τα σύγχρονα αμερικανικά muffins, φυσικά) λέγεται ότι πρωτοεμφανίστηκαν στην Ουαλία τον 10ο αιώνα και είχαν μεγάλη πέραση στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, καθώς παρασκευάζονταν με απλά και φθηνά υλικά. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, όμως, όταν το τσάι είχε αρχίσει πια να αποτελεί ένα γεύμα από μόνο του, άρχισαν να κάνουν την είσοδό τους και στα σαλόνια, και πήραν πια τη θέση τους ανάμεσα σε άλλα, πιο fancy γλυκά και ζαχαρωτά, σερβιρισμένα συνήθως με βούτυρο και μαρμελάδες. Τον 19ο αιώνα πια ήταν τόσο δημοφιλή, που στους δρόμους των πόλεων κυκλοφορούσαν οι λεγόμενοι "muffin men", πωλητές των muffins, οι οποίοι κουβαλούσαν κάτι τεράστιους δίσκους με muffins επάνω στο κεφάλι τους και βαρούσαν κάτι κουδούνια για να διαλαλήσουν την πραμάτεια τους και να προμηθεύσουν με ζεστά ψωμάκια τους περαστικούς - κάτι σαν τους δικούς μας, εγχώριους κουλουρτζήδες ένα πράγμα.
Tόσο χαρακτηριστική φιγούρα ήταν ο muffin man τον 19ο αιώνα στην Αγγλία, που τον αναφέρει μέχρι και η Jane Austen στο μυθιστόρημά της με τίτλο Persuasion ("Πειθώ" στα Ελληνικά και παρεμπιπτόντως το αγαπημένο μου της συγγραφέως, μετά -φυσικά- την "Υπερηφάνεια και Προκατάληψη"/ξεφεύγω, να με συγχωράτε, had to be said.):

"When Lady Russell, not long afterwards, was entering Bath on a wet afternoon, and drivng through the long course of streets from the Old Bridge to Camden Place, amidst the dash of other carriages, the heavy rumble of carts and drays, the bawling of newspapermen, muffin-men and milkmen, and the ceaseless clink of pattens [horse-shoes] she made no complaint."

"Όταν, ύστερα από λίγο καιρό, ένα υγρό απομεσήμερο, η Λαίδη Ράσελ έμπαινε με την άμαξα στο Μπαθ και διέτρεχε τους απανωτούς δρόμους από την παλιά γέφυρα ως την Πλατεία Κάμντεν μες στον κρότο από τις άλλες άμαξες, τον αχό από τα κάρα και τα καροτσάκια, την κλαγγή από τα τακούνια και τις φωνές των εφημεριδοπωλών, των ζαχαροπωλών και των γαλατάδων, διόλου δεν παραπονέθηκε. Όχι, όλοι αυτοί οι θόρυβοι ανήκαν στις τέρψεις του χειμώνα. Στο άκουσμά τους άνοιγε η καρδιά της και, όπως η Κα Μάσγκρωβ, ένιωθε κι αυτή, χωρίς να το ομολογεί, ότι ύστερα από μια μακρά περίοδο στην εξοχή, τίποτα δεν θα την ωφελούσε περισσότερο από λίγη ήρεμη ευθυμία."

[Btw, πανέμορφο απόσπασμα και όμορφα μεταφρασμένο από τον Δημήτρη Κίκιζα. Το πώς βέβαια ο "muffin man" κατέληξε να γίνει "ζαχαροπώλης" είναι ένα άλλο θέμα, αλλά κάτι τέτοιες λεπτομέρειες ανήκουν στην κατηγορία "χαμένες στη μετάφραση" και εξάλλου πώς αλλιώς θα απέδιδε κανείς τον muffin man στη γλώσσα μας; Μαφινοπώλη; Χάλια. Εξού και παρέθεσα και το σχετικό απόσπασμα στα Αγγλικά. (Το βιβλίο κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Σμίλη.)]

Τα trivia για τα muffins και τον Muffin Man δεν τελειώνουν εδώ, όμως.
Κυκλοφορεί και μια ιστορία -μπορούμε να το πούμε και urban legend- για έναν εγκληματία με το παρατσούκλι Muffin Man o οποίος ήταν ένας παιδεραστής που έδρασε τον 16o αιώνα στην Αγγλία.
O Muffin Man, που ήταν φούρναρης, υφίστατο, λέει, όταν ήταν μικρός συστηματικά κακοποίηση από τον πατέρα του, ο οποίος τον "αντάμοιβε" με muffins. Έτσι, μεγαλώνοντας, (δεδομένου ότι το muffin όπως και το μήλο, κάτω από τη μηλιά θα πέσει) κατέληξε να παρασύρει παιδάκια φιλεύοντάς τα με muffins για να τα μπάσει στο σπίτι του και να τα βιάσει. Έτσι, στην Αγγλία από ένα σημείο κι έπειτα άρχισε να κυκλοφορεί ένα δημοφιλές παιδικό τραγουδάκι, το οποίο έλεγαν οι γονείς στα παιδιά τους για να τα προειδοποιήσουν για τον κακό Muffin Man -μπαμπούλας ένα κάτι.



Το πώς κατέληξε από ένα τόσο creepy θέμα να προκύψει ένα τόσο χαρωπό τραγουδάκι που σήμερα πια το τραγουδάνε τα παιδάκια στο νηπιαγωγείο είναι πραγματικά άξιον απορίας. Επίσης διασκεδαστικό βρίσκω. Anyway, οι στίχοι έχουν ως εξής:

Do you know the Muffin Man,
The Muffin Man, the Muffin Man?
Do you know the Muffin Man,
Who lives on Drury Lane?

Η Drury Lane, στο σημερινό Covent Garden του Λονδίνου, ήταν τότε πολύ κακόφημο σοκάκι, γεμάτο μπορντέλα και διάφορες άλλες ύποπτες επιχειρήσεις. Πολύ ενδιαφέρουσα, δε, βρίσκω και τη φήμη ότι το κλασικό παραμύθι των αδερφών Γκριμ "Χάνσελ και Γκρέτελ" γράφτηκε με βάση την υπόθεση του βιαστή Muffin Man, αλλά οι κοινωνιολογικές και σημειολογικές προεκτάσεις του Χάνσελ και της Γκρέτελ μάλλον αξίζουν ένα post από μόνες τους.
Θα κλείσω, όμως, με το "Muffin Man" του Frank Zappa, το οποίο ειλικρινά δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχει με όλα αυτά, αλλά αν δεν κολλάει κι εδώ, ε τότε δεν ξέρω πού.



Girl you thought he was a man,
But he was a muffin,
He hung around till you found,
That he didn’t know nuthin’.

4 σχόλια:

  1. Μπράβο, συνέχισε την καλή δουλειά ... ορισμένοι από εμάς απλά περιμένουμε να ρουφήξουμε το επόμενο post σου !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια Bob!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ... πω πω έπεσε πολύ δουλειά βλέπω, τι δημιουργικός οργασμός είναι αυτός ; εμείς ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χαχαχαχα είδες; Είχα πολύ ελεύθερο χρόνο αυτές τις μέρες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή