Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοντέρνα ταβέρνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοντέρνα ταβέρνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Εστιατόριο Ριφιφί στα Εξάρχεια

Eίναι, νομίζω, γνωστό τοις πάσι πλέον, πως η Αθήνα έχει γεμίσει μοντέρνα μαγειρεία/ οινομαγειρεία/ μεζεδοπωλεία/ ουζερί/ ταβέρνες/ ψαροταβέρνες/ χασαποταβέρνες και η περιοχή των Εξαρχείων δεν πάει καθόλου πίσω, καθότι το σηκώνει και το κοινό της. Το Ριφιφί ανήκει στην συνγκεκριμένη κατηγορία, αλλά αφενός μετρά ήδη αρκετά χρόνια στο κουρμπέτι και αφετέρου, για διάφορους λόγους έχει πολλούς αφοσιωμένους θαμώνες, διάσημους και μη, που τείνουν και να το διαφημίζουν συχνά-πυκνά στα διάφορα free press της πόλης ως το στέκι τους.
Εγώ το έχω επισκεφθεί δύο φορές. Η πρώτη ήταν πριν καμία εξαετία (αν δε με απατά η μνήμη μου), όταν ακόμα η σχετική αγορά των Εξαρχείων ήταν υπό διαμόρφωση, τότε που είχαν πρωτοεμφανιστεί και το Food Company, το Mystic Pizza, το Il Doppio και το Cookoo food (που δεν υπάρχει πλέον) και είχαν αρχίσει να σπάνε το μονοπώλιο της παραδοσιακής ταβέρνας στη γειτονιά. Θυμάμαι πως δεν είχα μείνει ιδιαίτερα ευχαριστημένη. Το φαγητό μου είχε φανεί από αξιοπρεπές στην καλύτερη περίπτωση ως αδιάφορο στη χειρότερη και το απογοητευτικότερο στοιχείο του καταστήματος ήταν το σέρβις. Οι παραγγελίες είχαν καθυστερήσει τραγικά και το προσωπικό ήταν -με τη σύμφωνη γνώμη και της υπόλοιπης παρέας μου- αρκετά βαριεστημένο ως και αγενές.
Πριν από λίγο καιρό αποφάσισα να το επισκεφθώ ξανά, γνωρίζοντας και ότι στο μεταξύ είχε ανακαινιστεί και ανανεωθεί γενικότερα.
Από τον χώρο μην περιμένετε καινοτομίες. Είναι ευχάριστος, με ζωηρά χρώματα, ξύλινα τραπεζοκαθίσματα καφενείου, λαδόκολλα αντί τραπεζομάντιλου, καθώς και με ό,τι άλλο περιλαμβάνει η κλασική διακόσμηση της συγκεκριμένης εστιατορικής κατηγορίας. Η πινελιά που το κάνει να ξεχωρίζει κάπως είναι οι ενδιαφέρουσες ποπ φωτογραφίες τροφίμων που κοσμούν τους τοίχους: αρακάς σε φούξια φόντο και κατακόκκινο κρεμμύδι πάνω σε λευκό. Ο σερβιτόρος, όμως, ούτε γνώριζε ποιανού καλλιτέχνη ήταν δημιούργημα ούτε και ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει να μου πει περισσότερες λεπτομέρειες.
Το μενού, που το επιμελείται -από ό,τι έχω διαβάσει- ο Αλέξανδρος Γιώτης, έχει πολλές παραδοσιακές ελληνικές επιλογές, αλλά και κάτι που με χαροποίησε ιδιαίτερα: πολλές τοπικές συνταγές και πρώτες ύλες. Σε αρκετά πιάτα του καταλόγου, μάλιστα, σημειώνεται και η προέλευση των υλικών (όπως π.χ. ρεβύθια Μπράλου, φάβα Φενεού ή τυροζούλι Ανωγείων), κάτι που θα ήθελα να δω σε περισσότερα εστιατόρια με ελληνική κουζίνα. Δεύτερον, εκτίμησα το ότι -σύμφωνα με τον κατάλογο πάντα, διότι δεν το δοκίμασα- στις πίτες το φύλλο είναι χειροποίητο. Αυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, θα μου πείτε, αλλά δυστυχώς στη συντριπτική πλειοψηφία των εστιατορίων της κατηγορίας αυτής, σερβίρονται πίτες με σφολιάτες και χωριάτικο φύλλο ετοιματζίδικο, το οποίο, ακόμα χειρότερα, συνήθως ούτε ξεπαγώνεται, αλλά ούτε και ψήνεται σωστά. Τρίτον, ενδιαφέρουσες είναι και οι διάφορες βιολογικές πινελιές, αλλά και το ότι καθημερινά το μενού περιλαμβάνει και αρκετά πιάτα ημέρας, μια ανανέωση που είναι χρήσιμη και ευχάριστη, ιδιαίτερα για τους τακτικούς πελάτες ενός μαγαζιού. Από την άλλη, ωστόσο, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι μάλλον κάπου το έχουν παρακάνει με την -ολίγον τι μπανάλ κατά την ταπεινή μου άποψη- σάλτσα μουστάρδας, η οποία είδα να γαρνίρει πολλά από κρέατα του καταλόγου: τα συκωτάκια, το μπιφτέκι γαλοπούλας και το ψαρονέφρι.
Εμείς ξεκινήσαμε με χορτοκεφτέδες με μαντζουράνα και ντιπ γιαουρτιού (5.50 ευρώ), που ήταν πολύ νόστιμοι και αρωματικοί, αλλά η σαλάτα βραστών λαχανικών (4.50 ευρώ), που υποτίθεται ότι θα ήταν μπρόκολο και κουνουπίδι όπως μας είπε ο σερβιτόρος όταν τον ρωτήσαμε, ήταν τελικά καρότο, πατάτα και κολοκύθι. Από τα κυρίως, η σαρδέλα στη σχάρα (7 ευρώ) ήταν πολύ ωραία ψημένη και γευστική, αλλά τα κεμπαπάκια με πίτα, κρεμμύδι και σκορδάτη σάλτσα γιαουρτιού (6.50 ευρώ) είχαν αρπάξει αρκετά και το κρέας είχε στεγνώσει τελείως στο ψήσιμο, πράγμα αρκετά απογοητευτικό.
Γενικώς, χωρίς να μπορώ να πω ότι δοκίμασα κάτι που με ενθουσίασε ή θα μου μείνει αξέχαστο, οι γεύσεις ήταν ευχάριστες και το κυριότερο ατού του Ριφιφίου (χαχα) είναι οι καλές τιμές του και η χαλαρή του ατμόσφαιρα. Σίγουρα χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια στην εκτέλεση, για να αποφεύγονται αστοχίες όπως το κακό ψήσιμο, αλλά το βασικό μειονέκτημα του μαγαζιού θεωρώ ότι είναι το σέρβις του. Όλα τα πιάτα μας καθυστέρησαν τραγικά, παρόλο που το μαγαζί δεν ήταν ιδιαίτερα γεμάτο, ενώ οι σερβιτόροι -που γενικώς ήταν αρκετά βαριεστημένοι- εξαφανίζονταν διαρκώς μέσα στην κουζίνα για ώρα και ήταν σχεδόν αδύνατο να βρεις κάποιον για να του ζητήσεις το οτιδήποτε.

Ετυμηγορία: Χαλαρό περιβάλλον, καλές τιμές και συμπαθητικές γεύσεις, αλλά αδυναμίες στην εκτέλεση των συνταγών και το σέρβις.
Κουζίνα: ελληνική παραδοσιακή/μοντέρνα ταβέρνα
Τιμές: 15-23 ευρώ το άτομο.
Διεύθυνση: Εμμ. Μπενάκη 69Α & Βαλτετσίου, Εξάρχεια
Tηλ: 210 33 00 237

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από την Καθημερινή.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Εστιατόριο Μάνη Μάνη στο Κουκάκι, Part II

'Οπως έχω πει, το Μάνη Μάνη είναι ένα εστιατόριο που επισκέπτομαι τακτικά και ως τώρα δεν με έχει απογοητεύσει, αφού ξέρω σίγουρα πως θα γευτώ νόστιμα και ελαφρά μαγειρεμένα παραδοσιακά πιάτα, σε ένα όμορφο και λιτό περιβάλλον με χαραλή ατμόσφαιρα.
Στην τελευταία μου επίσκεψη, διαπίστωσα με ενθουσιασμό ότι στα πιάτα ημέρας προτεινόταν -μεταξύ άλλων- μαγειρευτό χοιρινό με σέλινο και πουρέ σελινόριζας, ένα πιάτο που παλιότερα υπήρχε στο μενού και μου άρεσε πολύ, αλλά στη συνέχεια καταργήθηκε. Ακόμα περισσότερο ενθουσιάστηκα, φυσικά όταν ο σερβιτόρος μου είπε ότι σκοπεύουν να το επαναφέρουν στο μενού. Εννοείται, λοιπόν, ότι το παρήγγειλα, και ήταν όπως το θυμόμουν, ίσως και ακόμα καλύτερο: το κρέας μαλακό, μελωμένο και ο πουρές με ωραία, απαλή υφή, ιδανική συνοδεία σε ένα πιάτο αρωματικό, αλλά ανάλαφρα μαγειρεμένο. Το δεύτερο πιάτο που δοκίμασα, από το μενού αυτή τη φορά, ήταν μανιάτικες μακαρούνες με καβουρδισμένη μυζήθρα και τηγανητό αυγό (9.50 ευρώ). 'Ηταν νοστιμότατο, όμως, η καρδιά μου ήταν ήδη δοσμένη στο χοιρινό. 'Αρχισα από τα κυρίως και ξέχασα να αναφέρω ότι ξεκινήσαμε με το τρίπτυχο οσπρίων (7.50 ευρώ), που το έχω ξαναδοκιμάσει κι ήταν νόστιμο και αρωματικό όπως και την προηγούμενη φορά. Αποτελείται από φασόλια μαυρομάτικα με τσιγαρολάχανο, φακές με μαντζουράνα, σύγλινο και ξύδι από κόκκινο κρασί και ρεβύθια με ρόδι και κύμινο. Τo κόκκινο house wine (Αγιωργήτικο αν δεν απατώμαι) ήταν, όπως πάντα, αξιοπρεπέστατο -και μια ωραία, οικονομική επιλογή στα 12 ευρώ η φιάλη- και τέλος, δεν ήταν δυνατό να φύγω χωρίς ένα (που μετά, με συνοπτικές διαδικασίες έγιναν δύο) μιλφέιγ με βύσσινο και κρέμα με χιώτικη μαστίχα (5.5 ευρώ). Είναι τόσο καλό, που απλώς αγνοώ επιδεικτικά τα υπόλοιπα επιδόρπια του καταλόγου, κάθε μα κάθε φορά.

Ετυμηγορία: ναι, για την ανάλαφρα μαγειρεμένη παραδοσιακή του κουζίνα.
Τιμές: 23-30 ευρώ το άτομο
Διεύθυνση: Φαλήρου 10, Κουκάκι
Τηλ: 210 92 18 180

Υ.Γ. Ρίξτε και μια ματιά στο Part I, παρεμπιπτόντως.

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Εστιατόριο Δάφνη στο Μπουρνάζι

Η Δάφνη είναι ένα τρομερά δημοφιλές μεζεδοπωλείο στο Μπουρνάζι, το οποίο μου είχαν φάει όλοι τα αυτιά ότι έπρεπε οπωσδήποτε να δοκιμάσω, όπερ και εγένετο.
Ως χώρο δεν μπορώ να κρίνω το εσωτερικό του γιατί η αλήθεια είναι ότι παρέλειψα να το επισκεφθώ (pardonnez-moi για την παράλειψη), αν και από τη φωτό (που προέρχεται από την κριτική της Lifo) γλυκούλι φαίνεται. Πάντως για όσους θα καθίσουν έξω (ε, προφανώς από τον επόμενο Μάιο πια...) το περιβάλλον είναι πολύ ευχάριστο, καθώς η Δάφνη βρίσκεται σε έναν πεζόδρομο με αρκετό πράσινο, ωραίο φωτισμό και στην απέναντι πλευρά βρίσκεται και το ταβερνείο Η Γκαλερί του Μεζέ (Παρεπιμπτόντως, αυτό το όνομα δεν ξεπερνιέται εύκολα. Αναρωτιέμαι τι θα επακολουθήσει. Η Μπιενάλε της Μπρουσκέτας ή η Ρετροσπεκτίβα του Ορντέβρ; ) για να συμπληρώνει την ευχάριστη, παρεΐστικη ατμόσφαιρα μεζεδο-περαντζάδας.
Εμείς ήμασταν μεγαλούτσικη παρέα κι έτσι είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε αρκετά πράγματα από το μενού, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω έχει την έκταση των Αδερφών Καραμαζώφ. Αυτό πάντα με προδιαθέτει αρνητικά, όσο να 'ναι, αλλά αυτά τα έχουμε ξαναπεί. Εν ολίγοις, θεωρώ ότι ένας τόσο μεγάλος κατάλογος αποκλείεται να υποστηρίζεται στην εντέλεια. Όπως και διαπίστωσα τω όντι, διότι πράγματα ήταν νοστιμότατα και άλλα όχι τόσο σωστά εκτελεσμένα.
Εμείς, ας πούμε, ξεκινήσαμε με τη μαραθόπιτα (6.80 ευρώ), η οποία ήταν ολόσωστη, όπως και η φάβα (5.90), με το κρεμμυδάκι της και τα όλα της, ενώ το λαδοτύρι σαγανάκι (6 ευρώ) με κούφανε, διότι ομολογώ πως λαδοτύρι παναρισμένο δεν έχω ματαδεί και το θεωρώ και ιεροσυλία (όχι τίποτα άλλο, αλλά κατάγομαι και από τη Μυτιλήνη). Το λαδοτύρι τηγανίζεται σκέτο, τελεία και παύλα.
Στη συνέχεια, η σαλάτα "Δάφνη" με λαχανικά εποχής, ρόκα, λιαστές ντομάτες, χαλούμι και βαλσάμικο (8.70 ευρώ) ήταν συμπαθητική και η πλιγουροσαλάτα (8.50 ευρώ) ακόμα καλύτερη. Οι "αραβικές πιτούλες με ρεβυθοκεφτέδες και μαριναρισμένα λαχανικά" που έγραφε το μενού (9 ευρώ) ήταν νόστιμο πιάτο, αλλά όχι ιδιαίτερα πρακτικό, καθώς ήταν τελικώς μια extra large αραβική πίτα στην οποία ήταν τυλιγμένοι πολλοί κεφτέδες, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να την τεμαχίσεις για να τη μοιραστεί η παρέα χωρίς να τη διαλύσεις εντελώς στα εξ ων συνετέθη. Το ψητό μοσχαρίσιο συκώτι (11 ευρώ) ήταν πολύ νόστιμο και ως πρώτη ύλη και όμορφα ψημένο, αλλά αυτό που θεωρώ το μεγαλύτερο σουξέ της βραδιάς ήταν οι σεφταλιές (10.80 ευρώ), που ήταν ζουμερές όσο δεν παίρνει. Τέλος, ζητήσαμε και μία χοιρινή τηγανιά με πράσο (11.30 ευρώ), την οποία, όμως, δε γευτήκαμε ποτέ. Αυτά βέβαια είναι αναπόφευκτα σε τόσο μεγάλους χώρους, με τόσο κόσμο, και προσωπικό 4-5 σερβιτόρων που τρέχουν πάνω-κάτω πανικόβλητοι να τους προλάβουν όλους.
Στο τέλος, μας έφεραν και μια πιατέλα με διάφορα γλυκάκια την οποία την κερνάνε πάντα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο που να με ξετρέλανε, ωστόσο ήταν όλα συμπαθητικά, και παίρνουν και deux points για το τζάμπα της υπόθεσης.
Συνοψίζοντας, έμεινα αρκετά ευχαριστημένη από τις γεύσεις που δοκιμάσαμε. Αν και το μενού είναι, όπως είπα, χαοτικό, υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες επιλογές εφόσον κάνετε ένα γρήγορο scanning και ξεσκαρτάρετε τα κλισέ (σουβλάκια/μπιφτέκια/μακαρόνια και λοιπές επιλογές για kid menu.) Ένα πράγμα που θεωρώ αδυναμία του εστιατορίου είναι μια κάποια σύγχυση ταυτότητας, καθώς μάλλον δεν έχει αποφασίσει αν θέλει να είναι κλασική ταβέρνα ή μοντέρνο μεζεδοπωλείο, αφού από όσα παραγγείλαμε, κάποια πιάτα έρχονταν με σερβίρισμα συνοικιακού μαγειρείου και κάποια άλλα εντελώς μοντερνιζατέρ αισθητικής (αν και όχι πάντα ιδιαίτερα επιτυχημένης, όπως ας πούμε η πλιγουροσαλάτα σε γυάλινο νεροπότηρο με δύο κριτσίνια σφηνωμένα χιαστί, που ως food styling μου κάνει λίγο Αλεξία Αλεξιάδου). Τέλος, οι τιμές είναι σχετικά λογικές, αλλά θα μπορούσαν να είναι και λίγο πιο χαμηλές, αναλογικά με αυτό που προσφέρει το εστιατόριο ως χώρος και ύφος. Πόσο μάλλον όσον αφορά κάποια πιάτα με θαλασσινά που περιλαμβάνει το μενού, διότι μακαρονάδα με γαρίδα κατεψυγμένη 20 ευρώ σε ταβέρνα, sorry αλλά το βρίσκω κάπως too much.

Ετυμηγορία: ναι μωρέ, why not?
Κουζίνα: ελληνική
Τιμές: 15-23 το άτομο (θα μπορούσαν να είναι και λιγουλάκι πιο κάτω, χαλεποί καιροί κλπ κλπ)
Σέρβις: ευγενικό, αλλά τρέχει και δε φτάνει
Διεύθυνση: Μεγάλου Αλεξάνδρου 86, Μπουρνάζι
Τηλ: 210 57 73 721

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Εστιατόριο Αρισμαρί στο Χαλάνδρι

Αφού το ξέρω ότι όποτε δοκιμάζω ταβέρνα -είτε μοντέρνα είτε παραδοσιακή- στο Χαλάνδρι, απογοητεύομαι. Γιατί συνεχίζω να το παλεύω, δεν ξέρω. Ίσως γιατί μέσα μου σκέφτομαι πως σε μια περιοχή που συγκεντρώνει τόοοοοσα εστιατόρια του ίδιου είδους, όλο και κάποιο θα υπάρχει που να είναι καλό κι εγώ απλώς δεν το έχω ανακαλύψει ακόμα. (Κι έχω δοκιμάσει πολλά.) Δε θα αναφέρω ονόματα, γιατί το θεωρώ λίγο άδικο να λέω απλώς στα πεταχτά ότι ένα μαγαζί είναι κακό χωρίς να δώσω επιχειρήματα. Πάντως, κάπως έτσι επιχείρησα να δοκιμάσω και τη νεοταβέρνα Αρισμαρί και κάπως έτσι την πάτησα βασιλικά για ακόμα μία φορά.
Το Αρισμαρί υποτίθεται, καταρχάς, ότι ειδικεύεται στην κρητική κουζίνα. Ή έστω εμπνέεται από αυτήν. Αυτό τουλάχιστον έλεγε και στο Αθηνόραμα, κι επίσης αρισμαρί στην Κρήτη λέγεται το δεντρολίβανο -οποτε αν αποφασίζεις να δώσεις ένα κρητικό όνομα στο μαγαζί σου, πρέπει και να το υποστηρίξεις. Τελικά το μενού, όμως, ήταν ένα γενικότερα συνονθύλευμα ελληνικών γεύσεων με ελάχιστες πινελιές Κρήτης. Και εξηγώ.
Από τις σαλάτες, το μόνο που θύμιζε Κρήτη ήταν το απάκι που περιείχε η μία, την οποία και παραγγείλαμε: πράσινη σαλάτα με μανιτάρια πλευρώτους και απάκι, μπαλσάμικο, μέλι και θυμάρι. Συμπαθητική, αν και λίγο το παράκαναν με το μέλι και ήταν υπερβολικά γλυκιά. Κατά τα άλλα, οι πέντε από τις έξι σαλάτες είχαν την ίδια ακριβώς σος (μέλι και θυμάρι ή δεντρολίβανο), και η έκτη ήταν χωριάτική, οπότε από πρωτοτυπία θα έλεγα ότι μάλλον πάσχει το Αρισμαρί.
Από τα ορεκτικά, είχα ψηθεί τρελά να παραγγείλω τα καλιτσούνια με χόρτα τσιγαριστά (6.50 ευρώ), για τα οποία έγραφε εγκωμιαστικά σχόλια το Αθηνόραμα, αλλά ο σερβιτόρος μας είπε ότι τους είχαν τελειώσει. Ζητήσαμε, λοιπόν, τους φαβοκεφτέδες, αντ'αυτού, αλλά κι αυτοί τους είχαν τελειώσει. (Εδώ που τα λέμε, όταν έχεις έναν κατάλογο με 5-6 ορεκτικά, δε γίνεται να σου λείπουν τα δύο, no?) M' αυτά και μ' αυτά ο σερβιτόρος μας πρότεινε την κρεμμυδόπιτα, η οποία είπε ότι μόλις είχε βγει απ' τον φούρνο κι ήταν φανταστική. Κακή δεν την λες, γευστική ήταν, αλλά λίγο αρπαγμένη από πάνω κι επίσης θα την προτιμούσα με περισσότερα κρεμμύδια και λιγότερο τυρί.
Συνεχίσαμε με το κρασάτο χταπόδι με κάππαρη και λιαστή ντομάτα (8 ευρώ), το οποίο ήταν τρομερά αλμυρό και με χοιρινή τηγανιά με λεμόνι και κρασί (7.50 ευρώ), η οποία είχε τόσο πολύ λεμόνι που δεν μπορούσαμε καν να την φάμε και ο σερβιτόρος, όταν είδε το πιάτο μισογεμάτο μας είπε ότι "θα μας μαλώσει".
Κατά τα άλλα, τα μόνα πράγματα που θύμιζαν Κρήτη στο μενού ήταν κάτι λουκανικάκια Ρεθύμνου, ένα καλαμάρι γεμιστό με γραβιέρα Κρήτης (γιατί, δεν ξέρω) κι ένας ντάκος. Δεν ξέρω πώς το ακούτε εσείς, εμένα πάντως δεν με έπεισε το μενού. Κι ας έπαιζε ασταμάτητα κρητική παραδοσιακή μουσική το μαγαζί, κι ας είχε μουστακαλή μαυροντυμένο Κρητικό για σερβιτόρο, κι ας σερβίρει κέρασμα τσικουδιά μόλις καθίσεις. Χάθηκαν οι χοχλιοί οι μπουρμπουριστοί (με αρισμαρί κιόλας!); Χάθηκε ένα γαμοπίλαφο; Μια κρεατόπιτα; Ένα σταμναγκάθι; Ένα αρνί οφτό; Ένα ξεροτήγανο; (And the list goes on...) Ακόμα και το κρασί -το χύμα- ήταν Πελοποννησιακός οίνος απ' το κτήμα Παλυβού.
Αλλά και πέρα από το όλο θέμα Κρήτη, αν το φαγητό ήταν καλά μαγειρεμένο, δε θα έμενα δυσαρεστημένη. Και τα τέσσερα, όμως, πράγματα που παραγγείλαμε, είχαν όλα τους κουσούρια. Ανακεφαλαιώνω: η σαλάτα ήταν πετιμέζι, η πίτα αρπαγμένη, το χταπόδι λύσσα, η τηγανιά θεόξινη και το κρασί -λευκό κιόλας- τόσο ζεστό που δεν πινόταν.
Αλλά και το περιβάλλον δεν έχει κάτι το συγκλονιστικό για να σε τραβήξει. Κλασικό ντεκόρ νεοταβέρνας, χιλιοφορεμένο πλέον, τουτέστιν λευκό τουβλάκι στον τοίχο, τα κλασικά τραπεζοκαθίσματα καφενείου βαμμένα λευκά, γλαστράκια στο περβάζι για πιο σπιτίσια αίσθηση και αρμαθιές πιπεριές κρεμασμένες από το ταβάνι. Καλαίσθητο, αλλά τίποτα το καινούργιο. To ντεκόρ συμπληρώνει και η τεράστια αναρτημένη στον τοίχο TV που παίζει ασταμάτητα ποδόσφαιρο (ευτυχώς στο mute). Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ όταν βλέπω χαζοκούτι σε εστιατόριο ξενερώνω με τη μία. Όσο για τον κήπο, δεν καταφέραμε να τον δούμε, διότι όπως μας πληροφόρησε ο σερβιτόρος, "είχε βρέξει πριν κι η αυλή έγινε συμπούρδελο". Ι appreciate the Cretan slang, αλλά νομίζω ότι δεν είναι κι ο καταλληλότερος τρόπος να υποδέχεται ένα μαγαζί τους πελάτες του.

Ετυμηγορία: Προσπεράστε το.
Κουζίνα: μοντέρνα ταβέρνα
Τιμές: 15-25 ευρώ
Σέρβις: Ο μοναδικός σερβιτόρος που δούλευε στο μαγαζί ήταν μεν πρόθυμος και πρόσχαρος, αλλά ξεχνούσε πολύ. Επίσης, εκτός από εμάς "μάλωσε" και τα δύο διπλανά τραπέζια που δεν έφαγαν το φαΐ τους. Ειδικά τις δύο κυρίες δίπλα μας, οι οποίες επέμεναν ότι "δεν είναι ότι δεν τους άρεσαν, αλλά είχαν πήξει". Πάντως, κάτι λέει αυτό, χμμμμ. Εμένα, πάντως, αν ήμουν στη θέση του θα με προβλημάτιζε.
Crowd: Κλασικό ποτ πουρί νεοταβέρνας. Λίγο απ'όλα.
Διεύθυνση: Αριστοτέλους 43, Χαλάνδρι
Τηλ: 210 68 00 808

Υ.Γ. Μόνη εξαίρεση στο όλο θέμα χαλανδριώτικης ταβέρνας αποτελεί ο θρυλικός Κίτσουλας. Τον οποίο βέβαια, μάλλον μαγειρείο τον λες κι όχι ταβέρνα, και είναι ανοιχτός μόνο μεσημέρια. Οπότε τζίφος πάλι.