Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικο δείπνο δια χειρός Καρόλου Ντίκενς

Κάθε χρόνο, τα Χριστούγεννα δεν είναι για μένα ολοκληρωμένα, αν δεν πάρω στα χέρια μου τη "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" του Ντίκενς για να διαβάσω ξανά τις αγαπημένες μου σκηνές. Ο γκρινιάρης και μίζερος γέρο-Εμπενέζερ Σκρουτζ που μισεί τα Χριστούγεννα γιατί τον αναγκάζουν να κάνει περιττά έξοδα και η πάμφτωχη, αλλά αγαπημένη και δεμένη οικογένεια Κράτσιτ, που ξέρει να περνά όμορφα τις γιορτές παρά την ανέχειά της, οι χαρακτήρες που δημιούργησε ο Κάρολος Ντίκενς το 1843 στη βικτωριανή Αγγλία, αγαπήθηκαν από όλο τον κόσμο, γνώρισαν χιλιάδες μεταφράσεις και παραλλαγές μέσα σε αυτά τα 170 σχεδόν χρόνια και ποτέ δεν έπαψαν να διαβάζονται από μικρούς και μεγάλους.
Στη σκηνή αυτή, βλέπουμε
την περιγραφή του φτωχικού χριστουγεννιάτικου δείπνου της πολυάριθμης οικογένειας Κράτσιτ, που στα μάτια των μελών της φαντάζει πλουσιοπάροχο και όλοι το περιμένουν με τεράστια ανυπομονησία. Και βέβαια, ο Ντίκενς, καλοφαγάς και ο ίδιος, είναι μοναδικός στις περιγραφές των φαγητών.

O Μπομπ γύρισε τα μανίκια του -ο φουκαράς! λες και μπορούσαν να φθαρούν περισσότερο- κι έφτιαξε, μέσα σε μια κανάτα, ένα ζεστό μείγμα από τζιν και λεμόνια, το ανακάτεψε καλά-καλά και το έβαλε πάνω στη σχάρα στο τζάκι, για να σιγοβράσει. O Πίτερ και οι δύο πανταχού παρόντες νεαροί Κράτσιτ πήγαν να φέρουν τη χήνα, με την οποία επέστρεψαν σύντομα, σχηματίζοντας μια γραμμή σαν σε παρέλαση. Tέτοια φούρια επικρατούσε, που θα πίστευε κανείς πως η χήνα είναι το σπανιότερο πουλί, ένα φτερωτό φαινόμενο που δίπλα του ο μαύρος κύκνος ήταν κάτι το τετριμμένο. Η κυρία Κράτσιτ φρόνισε να είναι η σάλτσα -έτοιμη από πριν σε ένα μικρό τηγανάκι- καυτή όσο δεν πάει. Ο Πίτερ έλιωσε τις πατάτες να γίνουν πουρές, με μεγάλο σφρίγος. Η δεσποινίς Μπελίντα έκανε γλυκιά τη σάλτσα μήλου. Η Μάρθα σκούπισε τα πιάτα. Ο Μπομπ πήρε τον μικρούλη Τιμ δίπλα του, σε μια μικρή γωνιά του τραπεζιού. Οι δύο νεαροί Κράτσιτ έβαλαν καρέκλες για όλους, δίχως βέβαια να ξεχνούν και τους εαυτούς τους, και στρογγυλοκαθισμένοι στα πόστα τους, μπούκωσαν τα στόματά τους με τα κουτάλια τους, μην τυχόν και αρχίζουν να φωνάζουν από μόνα τους ζητώντας τη χήνα προτού έρθει η σειρά τους να σερβιριστούν.
Επιτέλους, τα πιάτα στρώθηκαν και έγινε κι η προσευχή. Την ακολούθησε μια παύση με κομμένη την ανάσα, καθώς η κυρία Κράτσιτ, κοιτάζοντας το μαχαίρι του ψητού, ετοιμαζόταν σιγά-σιγά να το βουτήξει στο στήθος. Όταν, όμως, το έκανε, κι άρχισε να αναβλύζει από μέσα του η πολυαναμενόμενη γέμιση, ένα μουρμουρητό αγαλλίασης απλώθηκε σε όλο το τραπέζι, και ακόμα και ο μικρούλης Τιμ, που τον είχαν κουρδίσει οι νεαροί Κράτσιτ, χτύπησε το μαχαίρι του πάνω στο τραπέζι και φώναξε, "Ζήτω!".
Δεν είχε ξαναϋπάρξει τέτοια χήνα. Ο Μπομπ είπε πως πίστευε ότι τέτοια χήνα δεν είχε ξαναψηθεί. Η τρυφερότητα κι η γεύση, το μέγεθος κι η φτήνια της ήταν τα ζητήματα του αμοιβαίου θαυμασμού. Mε την προσθήκη της σάλτσας μήλου και του πουρέ, ήταν ένα δείπνο επαρκές για όλη την οικογένεια. Πράγματι, η κυρία Κράτσιτ, είπε με μεγάλο ενθουσιασμό (επιθεωρώντας ένα μικροσκοπικό μόριο κοκκάλου μέσα στην πιατέλα), ότι δεν κατάφεραν καν να τη φάνε ολόκληρη! Κι ωστόσο, όλοι είχαν φάει αρκετά, και ειδικότερα οι νεαρότεροι Κράτσιτ ήταν βουτηγμένοι στο φασκόμηλο και τα κρεμμύδια από την κορφή ως τα νύχια!
Τώρα, όμως, ενώ η Μπελίντα άλλαζε τα πιάτα, η κυρία Κράτσιτ έφυγε μόνη της από το δωμάτιο -παραήταν αγχωμένη για να πάρει και μάρτυρες- για να πάρει την πουτίγκα και να τη φέρει μέσα.
Κι αν τυχόν δεν έφτανε; Κι αν τυχόν διαλυόταν όταν τη γύριζε ανάποδα; Κι αν κάποιος είχε πηδήξει από τη μάντρα της πίσω αυλής και την είχε κλέψει, όσο εκείνοι απολάμβαναν τη χήνα; Στη τελευταία αυτή εικασία, οι δύο νεαροί Κράτσιτ καταχλώμιασαν! 'Ολοι τους φαντάζονταν με το νου τους κάθε είδους φρίκη.
Και να σου! Μπόλικος ατμός! Η πουτίγκα είχε βγει από τη χάλκινή της φόρμα. Μια μυρωδιά σαν την ημέρα της μπουγάδας! Αυτό ήταν το πανί. Mια μυρωδιά σαν εστιατορίου, που βρίσκεται δίπλα σε ζαχαροπλαστείο, και αυτό με τη σειρά του, δίπλα στο σπίτι μιας πλύστρας! Αυτή ήταν η πουτίγκα. Σε μισό λεπτό, μπήκε η κυρία Κράτσιτ: αναψοκοκκινισμένη, αλλά χαμογελώντας περήφανα: με τ
ην πουτίγκα, σαν πιτσιλωτή κανονόμπαλα, τόσο σκληρή και σφιχτή, να έχει λαμπαδιάσει μέσα σε μια στάλα μπράντι που του είχε βάλει φωτιά, και στολισμένη με ένα κλαράκι από πουρνάρι στην κορφή. Ω, μια υπέροχη πουτίγκα!
Ο Μπομπ Κράτσιτ είπε, και ήρεμα μάλιστα, ότι τη θεωρούσε τη μεγαλύτερη επιτυχία της κυρίας Κράτσιτ από την ημέρα του γάμου τους. Η κυρία Κράτσιτ είπε πως τώρα που της έφυγε το βάρος, μπορούσε να ομολογήσει πως είχε τις αμφιβολίες της για την ποσότητα του αλευριού. Όλοι είχαν κάτι να πουν γι' αυτήν, αλλά κανείς δεν είπε και δεν σκέφτηκε πως ήταν μια μικρή πουτίγκα για μια μεγάλη οικογένεια. Θα ήταν σκέτη ιεροσυλία να ειπωθεί κάτι τέτοιο. Οποιοσδήποτε Κράτσιτ θα γινόταν κόκκινος από ντροπή, αν είχε έστω υποννοηθεί κάτι τέτοιο.

Τελικά, ολοκληρώθηκε και το δείπνο, μαζεύτηκε το τραπεζομάντιλο, σκουπίστηκε το παραγώνι και σκαλίστηκε η φωτιά. Το περιεχόμενο της κανάτας δοκιμάστηκε κι όλοι το βρήκαν τέλειο, μήλα και πορτοκάλια τοποθετήθηκαν πάνω στο τραπέζι και μια φτυαριά κάστανα επάνω στη φωτιά. Μετά, όλη η οικογένεια Κράτσιτ μαζεύτηκε γύρω από το παραγώνι, σε κύκλο, όπως το έλεγε ο Μπομπ Κράτσιτ, δηλαδή σε ημικύκλιο στην πραγματικότητα. Δίπλα του είχε όλα-όλα τα γυαλικά που διέθετε η οικογένεια: δυο σωληνωτά ποτήρια και ένα μπολ για κρέμα που του έλειπε το χερούλι. Eίχαν όλα τους γεμίσει με το περιεχόμενο της κανάτας και το φύλαγαν τόσο καλά όσο θα το είχαν κάνει και ολόχρυσα δισκοπότηρα. Ο Μπομπ το σέρβιρε ακτινοβολώντας από χαρά, ενώ τα κάστανα στη φωτιά τριζοβολούσαν και κροτάλιζαν με θόρυβο. Έπειτα, ο Μπομπ έκανε πρόποση:
"Χαρούμενα Χριστούγεννα σε όλους μας, αγαπημένοι μου. Ο Θεός ας μας ευλογεί!"

Η οικογένεια το επανέλαβε σαν αντίλαλος.
"Ο Θεός ας μας ευλογεί!", είπε ο μικρούλης Τιμ, τελευταίος απ' όλους.

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Εστιατόριο Scala Vinoteca στο Κολωνάκι, Part II

Όταν πηγαίνω για πρώτη φορά σε ένα εστιατόριο και μ' αρέσει πολύ, ενθουσιάζομαι. Όταν, όμως, το επισκέπτομαι και για δεύτερη φορά και με αφήνει με εξίσου καλές ενυπώσεις σε όλους τους τομείς (κουζίνα, περιβάλλον κλπ), τότε νιώθω ότι ίσως έχω βρει ακόμα ένα στέκι.
Αυτό ακριβώς μου συνέβη με το Scala Vinoteca, ένα wine restaurant στο Κολωνάκι (για το οποίο έχω ξαναγράψει), που με άφησε εξίσου ευχαριστημένη και με το νέο, χειμωνιάτικο μενού του.
Το μενού, όπως έχουμε πει, επιμελείται ο Χριστόφορος Πέσκιας, στον οποίο αρχίζω να έχω όλο και μεγαλύτερη αδυναμία. Στο Scala Vinoteca, επομένως, θα βρείτε αρκετές από τις ιδέες και τις γεύσεις που θα απολαύσετε και στο Π Box της Κηφισιάς (δείτε τις σχετικές αναρτήσεις εδώ και εδώ), αλλά με χαμηλότερες τιμές. Διαφορές, βέβαια, στη γεύση και στο επίπεδο των εκτελέσεων υπάρχουν, διότι αφενός είναι αδύνατο να βγει το ίδιο πιάτο από διαφορετικό άνθρωπο, αφετέρου η μαγειρική του ίδιου του Πέσκια νιώθω πως έχει μια κάποια παραπάνω φινέτσα στην εκτέλεση.
Αυτή τη φορά, ξεκινήσαμε με το λαδοτύρι Μυτιλήνης με μαρμελάδα (7 ευρώ), ένα παρόμοιο πιάτο με αυτό που έχουμε δοκιμάσει και στο Π Βοx. Ήταν απολαυστικό μεν, αλλά δεν είχε την ελαφράδα του Π Box (βέβαια, όπως είπαμε, άλλο να πληρώνεις 7 και άλλο 11 για ένα ορεκτικό). Η βελουτέ σούπα με κουνουπίδι και γαρίδες (11 ευρώ), πάντως, ήταν αριστούργημα. Άψογα εκτελεσμένη και ό,τι πρέπει για το κρύο που έχει πέσει τις τελευταίες μέρες! Η ρεβιθάδα με δενδρολίβανο και chorizo (12 ευρώ), επίσης πάρα πολύ καλή, αλμυρή και πικάντικη όσο πρέπει. Αν και πιστεύω πως μια διευκρίνηση στον κατάλογο πρέπει να γίνεται, διότι η λέξη "ρεβιθάδα", παραπέμπει (τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό) σε σούπα, ενώ αυτό ήταν ρεβύθια σε μαντεμένιο ταψάκι, χωρίς ζουμί δηλαδή. Τέλος, τα λαζάνια bolognese με φουαγκρά (17 ευρώ) ήταν νοστιμότατα. Μου θύμισαν και πάλι το παστίτσιο με φουαγκρά που δοκίμασα στο Π Box την τελευταία φορά. Βέβαια, νομίζω πως κάπου μέσα σε όλο αυτό τον κιμά και το ζυμάρι, το φουαγκρά κάπως χάνεται, αλλά αυτό είναι ίσως και υποκειμενικό. Το γευστικό αποτέλεσμα είναι πολύ ευχάριστο, σίγουρα. (Παρεμπιπτόντως, τα λαζάνια τα αγαπώ σχεδόν όσο και ο Garfield.)

Το φαγητό μας, τέλος, το συνοδεύσαμε με ένα ποτήρι pinot noir Chanson Bourgogne, που στα 8,5 ευρώ είναι αρμυρούτσικη τιμή για ποτήρι, αλλά με αποζημίωσε γευστικά.

Σε όλα αυτά, αν προσθέσεις και τον άψογα διακοσμημένα χώρο, το ενδιαφέρον κοινό, την ωραία ατμόσφαιρα και την καλή μουσική, τι άλλο μπορεί να ζητάς από ένα εστιατόριο;
Μόνη μου συμβουλή είναι μάλλον να αποφύγετε να καθίσετε στο μπαρ. Το βρήκα αρκετά άβολο, και ως προς τα καθίσματα και ως προς την ταχύτητα στην εξυπηρέτηση... Άσε που είσαι και πλάτη στον κόσμο και χάνεις όλο τον τζερτζελέ!

Ετυμηγορία: Άψογη διακόσμηση, ωραία ατμόσφαιρα, άφθονες ετικέτες κρασιού σε φιάλη και σε ποτήρι και classy μενού by X. Πέσκιας.
Τιμές: 25-35 ευρώ (αναλόγως και το κρασί)
Διεύθυνση: Διεύθυνση: Σίνα 50 & Αναγνωστοπούλου, Κολωνάκι
Τηλ: 210 36 100 41
Κράτηση: Οπωσδήποτε. Για Παρασκευή/Σάββατο, κλείστε ως και δύο μέρες πριν.

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Όταν η Rachel άλλαξε τα φώτα στο trifle...

To trifle, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι ένα παραδοσιακό βρετανικό επιδόρπιο, και μάλιστα από τα παλαιότερα της Γηραιάς Αλβιώνος. Το γλυκό, στην κλασική του εκδοχή περιέχει κέικ, κρέμα, φρούτα, λίγο αλκοόλ και σαντιγί, που τοποθετούνται εναλλάξ σε στρώσεις μέσα σε ένα διαφανές σκεύος, αλλά η αρχική αυτή συνταγή έχει υποστεί πλέον εκατομμύρια παραλλαγές. Συχνά, το επιδόρπιο αυτό σερβίρεται και στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, αντί για την πουτίγκα.
Εμένα, βέβαια, το πρώτο πράγμα που μου φέρνει πάντα στο μυαλό είναι το θρυλικό επεισόδιο των Friends στο οποίο η Rachel αποπειράθηκε να φτιάξει trifle και του άλλαξε τα φώτα (σεζόν 6, επεισόδιο 9, Τhe One When Ross Got High), οπότε είπα να μοιραστώ μαζί σας τις δύο πιο αστείες σκηνές...

Rachel: (καμαρώνοντας το trifle της) Κοιτάξτε το, δεν είναι κουκλί;

Ross: Ναι, ναι, τι είναι;

Rachel: Είναι trifle. Έχει ένα σωρό στρώσεις. Πρώτα έχει μια στρώση σαβγιάρ, μετά μια στρώση μαρμελάδα, μετά κρέμα, που την έφτιαξα μόνη μου [Ο Τζόι και ο Ρος δείχνουν εντυπωσιασμένοι], μετά βατόμουρα, κι άλλα σαβαγιάρ, μετά μοσχάρι, σωταρισμένο με μπιζέλια και κρεμμύδια [Ο Τζόι και ο Ρος κοιτάζονται παραξενεμένοι], μετά λίγη ακόμα κρέμα και μετά μπανάνες και στο τέλος θα βάλω και σαντιγί από πάνω!

[Ο Τζόι και ο Ρος δείχνουν εντελώς μπερδεμένοι.]

Ross: Τι είπες πριν τις μπανάνες;

Rachel: Το μοσχάρι; Ναι, κι εγώ το βρήκα περίεργο. Αλλά μετά, ξέρεις, σκέφτηκα ότι υπάρχει η κιμαδόπιτα, που είναι αγγλικό επιδόρπιο. Αυτοί οι Άγγλοι βάζουν πολύ περίεργα πράγματα στο φαγητό τους, έτσι; [Στον Τζόι] Α, επί τη ευκαιρία, μπορώ να δανειστώ λίγο ρούμι από το σπίτι σου;

Joey: Ναι, φυσικά!

Rachel: (πειρακτικά) Και όσο λείπω, μην τσιμπολογάτε εσείς οι δύο!

Joey και Ross: (κάνοντας τους απογοητευμένους) Καλά.

[Η Rachel φεύγει]

Ross: Moσχάρι στο γλυκό; Όχι, αποκλείτεται!

[Ο Ross πάει να δει το περιοδικό από όπου πήρε η Rachel τη συνταγή.]

Joey: 'Ελα ντε! Και μόνο μία στρώση μαρμελάδα; Αυτό πάλι;

[Ο Ρος κοιτάει τον Τζόι απορημένος. Αρχίζει να γυρίζει τις σελίδες και ανακαλύπτει ότι δύο σελίδες είναι κολλημένες, κι έτσι οι δύο συνταγές έχουν γίνει μία.]

Ross: Ω, Θεέ μου, οι σελίδες κόλλησαν μεταξύ τους!

Joey: Chandler!

Ross: Θεέ μου, έφτιαξέ μισό trifle και μισή πίτα του βοσκού!

Joey: (λυπημένος) Γαμώτο, τώρα θα ξαναρχίσει από την αρχή.

Ross: Όχι, απλώς δεν θα της πούμε ότι τα θαλάσσωσε.

Joey: Και να την αφήσουμε να σερβίρει κρέμα με μοσχάρι;

Ross: Ναι, θα είναι μια αστεία ιστορία.

Joey: (ανασηκώνοντας τους ώμους) Εδώ που τα λέμε, οι ιστορίες με εμετούς έχουν την πλάκα τους...

Mετά το δείπνο, έρχεται και η ώρα του γλυκού...

Joey: Άντε, Rachel, σέρβιρε επιτέλους το επιδόρπιο!

Rachel: Τζόι, μη με πιέζεις, εντάξει; Αλλιώς δεν έχει επιδόρπιο!

Joey: (ανακουφισμένος) Σοβαρά;

Rachel: Όχι, πλάκα σου κάνω! Δεν θα σου το έκανα αυτό! Ελάτε όλοι, ώρα για trifle!

Phoebe: Πες μου, Rach, είναι παραδοσιακό αγγλικό trifle;

Rachel: Και βέβαια!

Phoebe: Και το έφτιαξες με μοσχάρι ή μελιτζάνες;

Rachel: Μοσχάρι.

Phoebe: Δεν μπορώ να φάω εγώ! Αφού το ξέρεις ότι δεν τρώω κρέας! (τάχα μου απογοητευμένη) Αχ, όχι!

[Η Phoebe σηκώνεται και πάει στο δωμάτιο της Rachel, χαμογελώντας.]

Rachel: Λοιπόν, Μonica, θέλω να το δοκιμάσεις εσύ πρώτα!

Monica: Αλήθεια;

[Η Rachel δίνει στη Monica ένα πιάτο. Η Μonica παίρνει μια κουταλιά σαντιγί.]

Rachel: Ε, στάσου! Πήρες μόνο σαντιγί! Πρέπει να πάρεις από όλες τις στρώσεις!

Monica: Εντάξει.

[Η Monica παίρνει μια μεγάλη κουταλιά και πέφτει ένα μπιζέλι.]

Rachel: Ωπ! Σου έπεσε ένα μπιζέλι!

[Η Monica βάζει το μπιζέλι πάνω στο κουτάλι και δοκιμάζει.]

Rachel: Λοιπόν;

Monica: [κάνει ότι ενθουσιάστηκε, τρίβοντας το στομάχι της] Μμμμμ! Ωραίο!

Rachel: Αλήθεια; Πόσο ωραίο;

Monica: Τόσο ωραίο, που είναι εγωιστικό να το τρώω μόνο εγώ. Νομίζω πως πρέπει να δουν όλοι πόσο καλό είναι. Ειδικά ο Ross.

[Ο Ross στραβοκοιτάει τη Monica. Όλοι δοκιμάζουν το γλυκό.]

Όλοι: [με ψεύτικο ενθουσιασμό] Μμμμμ!

Chandler: Είναι τόσο καλό που πάω να το απολαύσω στο μπαλκόνι, για να απολαμβάνω και τη θέα ενώ απολαμβάνω το γλυκό μου. [βγαίνει στο μπαλκόνι]

Κυρία Geller: Πάω να τηλεφωνήσω στη φίλη μου τη Μέρι και να της πω πόσο νόστιμο είναι, από το δωμάτιο της Μόνικα.

Κύριος Geller: Έρχομαι να σε βοηθήσω! [φεύγουν]

Monica: Κι εγώ πάω στο μπάνιο, για να το βλέπω και στον καθρέφτη ενώ τρώω. [φεύγει]

Rachel: Τι γίνεται εδώ; Δεν είναι καλό; Θα το δοκιμάσω. [πάει να πιάσει το πιάτο του Ross]

Ross: Τι; Όχι, όχι! [καταπίνει όλο το γλυκό με τη μία και έχει ένα ύφος λες και θα κάνει εμετό] Πάει, τέλειωσε! Πω πω, τι νόστιμο! Μπορεί να έχει λίγο ακόμα ο Chandler.

[H Rachel βγαίνει στο μπαλκόνι.]

Ross: Είναι σαν να τρως πατούσες!

Joey: Εμένα μ' αρέσει.

Ross: Με δουλεύεις;

Joey: Γιατί να μη μ' αρέσει; Κρέμα; Καλή. Μαρμελάδα; Καλή. Κρέας; Καλόοοοοοοο! (Αυτή η ατάκα με ξεραίνει, btw.)

[Η Rachel κι ο Chandler επιστρέφουν από το μπαλκόνι.]

Rachel: Δηλαδή το άρπαξε ένα πουλί και πήγε να πετάξει και του έπεσε στον δρόμο;

Chandler: Ναι, αλλά αν σε παρηγορεί, έδειχνε να το απολαμβάνει πριν του πέσει κάτω.

Αρκετή ώρα μετά...

Rachel: Ρε παιδιά! Είχε μπανάνες, κρέμα και μοσχάρι! Δεν το πιστεύω ότι το φάγατε για να μη νιώσω άσχημα!

Monica: Βασικά, εγώ δεν το έφαγα. Το δικό μου είναι ακόμα στο μπάνιο.

Joey: Όχι, δεν είναι, το έφαγα.

Κυρία Geller: Εμείς αφήσαμε το δικό μας στο δωμάτιο της Monica.

Joey: Μπα, το έφαγα και το δικό σας και το δικό του.

Εννοείται πως ο Joey όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει...

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Εστιατόριο Σπονδή στο Παγκράτι, Part II

Για όσους δεν το γνωρίζουν, το εστιατόριο Σπονδή -το μοναδικό της πόλης που διαθέτει δύο αστέρια Michelin, παρεμπιπτόντως- για τον εορτασμό των 15 ετών λειτουργίας του έχει μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου ένα μενού στην ειδική τιμή των 68 ευρώ με θέμα τη σοκολάτα. Στο γεύμα προστίθενται και δύο ποτήρια κρασί επιλογής του σομελιέ με 11 επιπλέον ευρώ.
Τα ειδικά θεματικά μενού είναι κάτι που η Σπονδή ξεκίνησε τον Ιούνιο και έκτοτε, κάθε μήνα, με το που λάμβανα το σχετικό e-mail όπου περιγραφόταν αναλυτικά το μενού και το υλικό της έμπνευσής του, μου έτρεχαν τα σάλια. Τον ένα μήνα ήταν η ντομάτα, τον άλλο τα οστρακοειδή, τον επόμενο τα εσπεριδοειδή, τον τελευταίο φρούτα και λαχανικά του φθινοπώρου, κι όλα τους με έβαζαν διαρκώς στον πειρασμό να επισκεφθώ ξανά το εστιατόριο, αλλά όπως και να το κάνουμε (ειδικά την εποχή αυτή), τα 70-80 ευρώ είναι πάρα πολλά χρήματα για να τα διαθέσει ο μέσος άνθρωπος σε ένα γεύμα.
Αλλά κάτι που ήρθε και το email του Δεκεμβρίου και το αφιέρωμα ήταν στη σοκολάτα (ωιμέ), κάτι που ήξερα ότι θα ήταν και το τελευταίο θεματικό αφιέρωμα, κάτι που είχαμε και μια special occasion να γιορτάσουμε μέσα στον μήνα αυτό, τελικά το αποφασίσαμε και κάναμε την κράτηση στο εστιατόριο.
Σας θυμίζω ότι η μία και μοναδική φορά που έχω επισκεφθει τη Σπονδή ήταν το Μάιο (διαβάστε το σχετικό άρθρο εδώ) με την (εκπληκτική, να 'ταν κι άλλη, ακούτε, anybοdy there?) προσφορά του Αθηνοράματος, με την οποία μπορούσε κανείς να δειπνήσει σε μερικά από τα καλύτερα και πιο ακριβά εστιατόρια της πόλης με έκπτωση 50%. Εννοείται πως ήταν από τις καλύτερες γευστικές εμπειρίες που είχα ποτέ (τουλάχιστον στην Ελλάδα) και έκτοτε ήλπιζα πως δεν θα αργούσε πολύ να επαναληφθεί...
Το κλίμα που επικρατούσε στον χώρο, βέβαια, ήταν πολύ διαφορετικό συγκριτικά με το βράδυ της προσφοράς του Μαΐου, αφού το εστιατόριο ήταν τώρα γεμάτο από το συνηθισμένο του κοινό. Από τον τρόπο που ο μετρ χαιρετούσε πολλούς από τους θαμώνες, κατάλαβα ότι οι περισσότεροι από αυτούς πρέπει να ήταν μάλιστα και τακτικοί πελάτες. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν φυσικά αρκετά ανεβασμένος (λογικό) και βέβαια, μόνο οι συζητήσεις που ακούγαμε απο τα διπλανά τραπέζια αρκούν για να πάρετε μια ιδέα.
Για παράδειγμα, αριστερά μας κάποιοι κύριοι συζητούσαν για τις χειμερινές τους δεκαήμερες διακοπές σε detox spa και δεξιά μας ένας άλλος κύριος διηγιόταν στη συνοδό του μια ιστορία για κάποιον ζάπλουτο πελάτη του από την Κύπρο, του οποίου η κόρη την είδε φιλάνθρωπος και ξενιτεύτηκε για χρόνια στην Κένυα όπου έχτιζε σχολεία (πιο Angelina Jolie δεν γίνεται, περίμενα να ακούσω ότι θα υιοθετούσε και κανένα μωρό από την Αφρική, αλλά δεν έμαθα), ενώ ακόμα πιο πέρα δειπνούσε και η κυρία Θάλεια Τσιχλάκη.
Ενώ ήμασταν, λοιπόν, καθισμένοι στον βελούδινο γκρι καναπέ και χαζεύαμε τη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση, έφτασε και το βούτυρο μαζί με χοντρό αλάτι και αμέσως μετά ο σερβιτόρος μας έτεινε το τεράστιο πανέρι για να διαλέξουμε ζεστά ψωμάκια. Επέλεξα το
feuilletée με κάστανο και παπαρουνόσπορο (άψογο) και μια μίνι μπαγκέτα με κρεμμύδι και κάρι. Αργότερα δοκίμασα κι ένα από τα ψωμάκια με μπέικον, αλλά δεν με ενθουσίασε εξίσου. Λίγο μετά, κατέφθασε και η γνωστή τριπλέτα με τα amuse-bouche (Πώς τα λέω έτσι, ε; Σαν να πάω κάθε τρεις και λίγο): μια πολύ λεπτή σαν τσιπ φέτα καραμελωμένου μήλου με κάρι, ένας κύβος φουαγκρά με επικάλυψη ποπκόρν και το καλύτερο, σαλιγκαράκι της θάλασσας με φύκι nori και λεμόνι yuzu. Όνειρο.
Ξεκινήσαμε με τη σαλάτα με ρόκα, μήλο granny smith, κάσιους και σοκολάτα xocopili (μια πικάντικη σοκολάτα Valrhona με πιπέρι espelette, πάπρικα και κάρδαμο), που σερβιρίστηκε σε μια κομψή, σφαιρική, γυάλινη γαβάθα με διπλό τοίχωμα. Η σαλάτα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και τη συνοδεύσαμε με ένα πολύ ωραίο λευκό port της Νoval που μας σέρβιρε ο (ευγενέστατος) σομελιέ. Συνεχίσαμε με τη σούπα, που ήταν κονσομέ κοτόπουλου με κακάο, ραβιόλι με φουαγκρά και παντζάρι. Ο σεφ είχε "ζωγραφίσει" στο πιάτο μια παχιά πινελιά λιωμένης σοκολάτας και είχε τοποθετήσει από πάνω της το ραβιόλι, ενώ το κονσομέ το έχυσε η σερβιτόρα στο πιάτο μας κατευθείαν στο τραπέζι. Επάνω στο ραβιόλι ήταν τοποθετημένες και δύο λεπτές φέτες από ένα κόκκινο και ένα λευκό ραπανάκι. 'Ετσι, το καυτό κονσομέ έλιωσε ξανά τη σοκολάτα, ώστε να ανακατευθεί με το ζωμό. Το πιάτο ήταν υπέροχο, ο ζωμός μεστός, η ζύμη του ραβιόλι ντελικάτη και η γέμιση με το φουαγκρά απλώς απερίγραπτη. Ωστόσο, τη γεύση της σοκολάτας δεν την αισθάνθηκα όσο θα ήθελα, ίσως χρειαζόταν μεγαλύτερη ποσότητα γιατί η έντονη γεύση του ζωμού τη σκέπαζε.
Στο μεταξύ, ήρθε και το δεύτερο ποτήρι κρασιού, που ήταν Νεμέα reserve της Σεμέλης, του 2007. Το δείπνο συνεχίστηκε με τον μπακαλιάρο, που ήταν και το πιάτο που μου είχε τραβήξει περισσότερο την προσοχή διαβάζοντας το μενού. Ο μπακαλιάρος, λοιπόν, ήταν υπέροχα ψημένος, με μια κρούστα σοκολάτας επάνω και έναν αφρό πατάτας με κάρι για συνοδεία. Για μένα, ήταν όντως το νοστιμότερο πιάτο του μενού, αλλά και αυτό που αναδείκνυε περισσότερο τη γεύση της σοκολάτας (εξαιρείται το επιδόρπιο, duh). Το ψάρι ακολούθησε το κοτόπουλο, με σπασμένο καρπό κακάο, κρέμα από τοπιναμπούρ και σαλάτα με αγκινάρες και φουντούκι. Καταρχάς, έμεινα λίγα δευτερόλεπτα να το χαζεύω, γιατί ήταν σαν πίνακας αφηρημένου εξπρεσιονισμού, με το κοτόπουλο κομμένο σε σχήμα ράβδου, την κρέμα να σχηματίζει μια κυματιστή άτρακτο δίπλα του και στο πλάι ένα πυργάκι με τα σαλατικά. Το κοτόπουλο ήταν σκέτο λουκούμι κι η κρέμα πεντανόστιμη. Παρεμπιπτόντως, το κοτόπουλο και το τοπιναμπούρ είναι κλασικός συνδυασμός, και για να μην απορείτε, στην Ελλάδα είναι κυρίως γνωστό με άλλα ονόματα: αγγινάρα της Ιερουσαλήμ και κολοκάσι. Αλλά πάει τώρα να γράψεις σε μενού διάστερου εστιατορίου "κολοκάσι"; Πόσο μάλλον "μάππα", που αποκαλούν αυτή τη ρίζα οι Κύπριοι. Πάει; Δεν πάει. Τοπιναμπούρ, λοιπόν, χαχα.
Μετά από ένα μικρό διάλειμμα, ήρθε και το pre-dessert. Πιο εντυπωσιακό, εντωμεταξύ, δεν γινόταν! Μια μεγάλη γύαλινη κούπα, τοποθετημένη μέσα σε μια δεύτερη, που ήταν γεμάτη με ξηρό πάγο, ο οποίος φυσικά όταν βραχεί δημιουργεί ένα εφέ τύπου ζοφερού και ομιχλώδους τοπίου των Χάιλαντς. Πρόκειται για μια χημική αντίδραση, κατά την οποία δημιουργείται κάτι σαν πυκνός καπνός. Η κούπα, λοιπόν, περιείχε φέτες πορτοκαλιού sanguini με grand marnier και σορμπέ sanguini, κι ήταν δροσιστικό, κομψό και ό,τι πρέπει για να καθαρίσει ο ουρανίσκος πριν το επιδόρπιο. Το επιδόρπιο, λοιπόν, ήταν ένα mi-cuit (μισοψήμενο, δηλαδή) σουφλέ σοκολάτας Grand Cru, που συνοδευόταν από παγωτό τζίντζερ. Καταρχάς, αν το πιάτο κοτόπουλου ήταν έργο αφηρημένου εξπρεσιονισμού, εδώ είχαμε έναν ωραιότατο κονστρουκτιβισμό της ρωσικής πρωτοπορίας που θα το ζήλευε ως κι η συλλογή Κωστάκη! Το σουφλεδάκι, αριστερά, με φύλλα χρυσού να διακοσμούν την κορυφή του, το παγωτό δεξιά, με μια λεπτή ράβδο σοκολάτας να ισορροπεί λοξά επάνω του. Όταν, δε, έσπαγες το σουφλέ και χυνόταν από μέσα η σοκολάτα, ενώ ταυτόχρονα έλιωνε και το παγωτό και τα χρώματά τους ανακατεύονταν, το έργο ολοκληρωνόταν! Work of art in progress? Interactive έργο τέχνης; Εδώ είναι η περίπτωση που καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς, γιατί ενώ μιλάς, το παγωτό λιώνει, οπότε καλά θα κάνεις να του την πέσεις χωρίς πολλά-πολλά. 'Οπως και έκανα.
Τέλος, δεν θα μπορούσαν να λείπουν και τα mignardises, μικροσκοπικά γλυκάκια, δηλαδή που σερβίρονται στο τέλος ενός γεύματος. Τρία και πάλι: μια λεπτή φέτα πορτοκαλιού καραμελωμένου με grand marnier, ένας κύβος πραλίνας φουντουκιού με σοκολάτα gianduja (θείο δώρο) και ένα guimauve (κύβος ζαχαρωτού, δηλαδή) με λεμόνι και ζάχαρη fizzy. Ναι, ναι, αυτή που τη νιώθεις σαν πάρτι βεγγαλικών μέσα στο στόμα σου και που εμένα που θύμισε κάτι καραμέλες που τρώγαμε μικροί. Το τελευταίο, το βρήκα τρομερά διασκεδαστική ιδέα και ήταν ιδανικό κλείσιμο για το υπέροχο αυτό γεύμα...
Τώρα βέβαια, επειδή η σύγκριση είναι αναπόφευκτη, θα σας την πω την αμαρτία μου. Εννοείται πως το δείπνο μου το απόλαυσα τρομερά, αλλά δεν με συγκλόνισε στον ίδιο βαθμό με την άλλη φορά. Σίγουρα το γεγονός ότι εκείνη η φορά ήταν η πρώτη έπαιξε το ρόλο του, αλλά ως σύνολο πιστεύω ότι το μενού εκείνο ήταν καλύτερο. Βέβαια, το πρώτο μενού ήταν μια επιλογή των καλύτερων ίσως πιάτων του ρεπερτορίου της Σπονδής, ενώ αυτό εδώ ήταν ένας καινούργιος πειραματισμός. Αν δεν θεωρείτε πως είναι ιεροσυλία να κάνω ένα μικρό αρνητικό σχόλιο, θα τολμούσα να πω πως στη σούπα και το κοτόπουλο, απλώς δεν αισθάνθηκα τη γεύση του κακάο όσο θα ήθελα και πως δεν ένιωσα πως ήταν το συνεκτικό υλικό των πιάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ήταν και τα δύο τους πολύ ανεβασμένου επιπέδου γευστικά και αισθητικά.
Τώρα, για το αν θα ξαναπάω στη Σπονδή, προφανώς δεν τίθεται ζήτημα...

Διεύθυνση: Πύρρωνος 5, Παγκράτι.
Τηλ: 210 75 20 658, 210 75 64 021

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Εστιατόριο To Restaurant Bar στο Γκάζι

To Το Restaurant Bar είναι ένας χώρος που επισκέπτομαι εδώ και αρκετά χρόνια και είναι ένα από τα λίγα εστιατόρια στο Γκάζι που δεν έχουν παρασυρθεί από τον πανζουρλισμό του Γκαζοχωρίου και διατηρούν το αρχικό ύφος της περιοχής, που στο ξεκίνημα της δεκαετίας ήταν κλασάτη και ψαγμένη στυλιστικά. Ίσως επειδή είναι κάπως απομονωμένο από την περαντζάδα, στο τέρμα της οδού Τριπτολέμου και παρόλο που παραδίπλα έχει πολλά μπαράκια που παίζουν εκκωφαντική μουσική, αυτό παραμένει ήπιων τόνων.
Ο χώρος είναι ιδιαίτερα κομψός και καλαίσθητος. Η κουζίνα είναι θεατή, αλλά κλειστή με τζάμι. Επικρατούν γήινοι τόνοι, καφέ, γκρι και λευκό. Τα τραπέζια είναι στρωμένα με λευκά τραπεζομάντηλα (always a plus) και οι καρέκλες είναι ντυμένες με τουίντ ύφασμα σε χρώματα τιρκουάζ, πορτοκαλί και μαύρο. Πολύ ενδιαφέροντα είναι και τα τεράστια φωτιστικά που κρέμονται από το ταβάνι, ενώ σε διάφορα σημεία είναι τοποθετημένα φωτιστικά δαπέδου με αμπαζούρ, που με το χαμηλό φωτισμό τους κάνουν ωραία και χαλαρή ατμόσφαιρα. Η μουσική είναι κυρίως jazz, και είναι σε εξαιρετικά χαμηλή ένταση. Μ' αρέσει, εντωμεταξύ, τρομερά και το λογότυπο του μαγαζιού, μ' αυτό το όμικρον που κυκλώνει το ταυ...
Το μενού έχει το μήκος που θα ήθελα να βλέπω σε κάθε εστιατόριο. Μικρό και περιεκτικό, αρκετές επιλογές για όλα τα γούστα, αλλά όχι σαράντα μέτρα πιάτα σε κάθε κατηγορία, και οι περιγραφές είναι πολύ εύστοχες. Η κουζίνα είναι αυτό που θα λέγαμε ευρωπαϊκή, με όμορφες γαλλικές τάρτες, γερμανικού τύπου ψητά κρέατα και ιταλικά ζυμαρικά να επικρατούν.
Έχω επίσης να σημειώσω πως, αν και το εστιατόριο γενικά είναι ακριβό, η κοστολόγηση των ορεκτικών και των σαλατών είναι πολύ λογική (8-12 ευρώ αν θυμάμαι καλά), πράγμα που σου επιτρέπει άνετα να πάρεις και πρώτο πιάτο, ενώ σε άλλα εστιατόρια φθηνότερης κατηγορίας -ακόμα και σε απλές τρατορίες, ας πούμε- βλέπουμε συχνά την τιμή της σαλάτας να είναι κολλημένη ανεξήγητα στα 11 και τα 12 ευρώ.
Εμείς ξεκινήσαμε με μια σούπα με κολοκύθα, πορτοκάλι και γαρίδα (9 ευρώ), που ήταν πολύ νόστιμη. Ο συνδυασμός των υλικών ήταν πετυχημένος και η βελουτέ υφή επίσης πολύ καλή. Το μόνο που έχω ίσως να της προσάψω είναι πως θα ήθελα λιγότερο πορτοκάλι, για να μην επικαλύπτει η οξύτητά του τη γλυκύτητα της κολοκύθας, αλλά αυτό ίσως είναι και κάτι υποκειμενικό. Στη συνέχεια, η σαλάτα με ανάμεικτα φύλλα σαλάτας, λιωμένο κατσικίσιο τυρί και καραμελωμένο κρεμμύδι (9 ευρώ) ήταν συμπαθητική, αλλά χρειαζόταν οπωσδήποτε περισσότερο ντρέσινγκ, γιατί δεν γλιστρούσε. Θυμάμαι επίσης πως στο To Restaurant Bar είχα δοκιμάσει κάποτε και μια πράσινη σαλάτα με λιωμένο camembert και ποσαρισμένο αχλάδι (αν δεν με απατά η μνήμη μου), που με είχε αφήσει με πολύ καλύτερες εντυπώσεις (είχε γίνει και μια σχετική σφαγή στο τραπέζι για το ποιος θα πρωτοφάει το camembert).
Σημειώνω εντωμεταξύ, πως από τη wine list, που είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, ζητήσαμε το Baron Philippe de Rothshild Merlot vin de pays d'Oc, που ήταν ωραιότατο, αν και η φιάλη που μας έφεραν ήταν του 2007 ενώ στον κατάλογο έλεγε 2005. (Όχι ότι θα τα χαλάσουμε εκεί, διότι δεν έχω δα και τον ουρανίσκο ή τις γνώσεις οινολογίας που θα με έκαναν να αντιληφθώ γευστικά τη διαφορα, αλλά κανονικά αυτό έπρεπε να αναφερθεί κάπως, για να κρατάμε και τους τύπους.)
Από τα κυρίως, παραγγείλαμε καταρχάς το στήθος ψητής πάπιας με γερμανικό ξινολάχανο, τρίγωνα πολέντας και σος κόκκινου κρασιού με αστεροειδή γλυκάνισο (18 ευρώ). Η σος ήταν ωραιότατη και ήταν μάλλον το πιο θετικό κομμάτι του πιάτου, αλλά το κρέας της πάπιας, αν και σωστά και όπως ζητήθηκε ψημένο, ήταν εξαιρετικά σκληρό. Επίσης, η σάλτσα ήταν πολύ λίγη ποσοτικά για να δέσει όλο το πιάτο και η πολέντα, που είναι γενικά ένα στεγνό συνοδευτικό, δεν κατέβαινε εύκολα, ενώ και το ξινολάχανο ήταν μικρό σε ποσότητα. Αυτό το θέμα με τη γαρνιτούρα των πιάτων ήταν πάντα κάτι που με απασχολούσε έντονα, καθώς βρίσκω ιδιαίτερα εκνευριστικό η ποσότητα των συνοδευτικών συστατικών του πιάτου να μην είναι σε ποσοτική ισορροπία με το κύριο υλικό του, και εδώ δυστυχώς αυτό συνέβαινε. Από τα κυρίως πιάτα επιλέξαμε επίσης τις παπαρδέλες με ελληνική λευκή τρούφα και κρέμα mascarpone (14 ευρώ). Το πιάτο αυτό ήταν συμπαθητικό, αλλά δεν σε απογείωνε, διότι η κρέμα, αν και ακουγόταν ωραία στην περιγραφή, έπνιγε κάπως τη λεπτή γεύση της τρούφας. Ωστόσο, σημειώνω πως βρίσκω πολύ καλή την κοστολόγηση του πιάτου και επίσης με χαροποίησε η επιλογή ελληνικού προϊόντος για την εκτέλεση της συνταγής.
Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, μετά από όλα αυτά, είχαμε και χώρο για επιδόρπιο και έτσι παραγγείλαμε το ποσέ αχλάδι με παγωτό βανίλια και toffee (8 ευρώ). Αν και ήταν νοστιμότατο και το καταβροχθίσαμε σε χρόνο dt (ενώ παράλληλα λέγαμε συνέχεια ο ένας στον άλλο "Αγάπη μου, θες αχλάδι;" αλά Μπάρκουλης και χαχανίζαμε ακατάπαυστα), ιδανικά θα ήθελα λιγότερη καραμέλα, γιατί έπνιγε κάπως το αχλάδι, αλλά και πάλι αυτά είναι γούστα, διότι εμένα τείνουν να μου αρέσουν τα κάπως "άγλυκα γλυκά".
Γενικά, νομίζω πως κατά καιρούς έχω δοκιμάσει στο Το Restaurant Bar κυρίως πιάτα πολύ πιο ενδιαφέροντα συνολικά και πολύ πιο συγκροτημένα γευστικά. Νομίζω, πάντως, πως τα πρώτα πιάτα του είναι συνήθως πολύ πιο δυνατά από τα κυρίως, και ειδικά οι τάρτες και τα risotti του. Εννοείται, βέβαια, πως στην περίπτωση αυτή τα κριτήριά μου είναι πιο αυστηρά από ό,τι συνήθως, γιατί το εστιατόριο είναι και υψηλότερης κατηγορίας... Παρά τις όποιες παρατηρήσεις μου, θα συνεχίσω να το επισκέπτομαι τακτικά. Το φαγητό του είναι πολύ καλό (αν και υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης) και το μεγαλύτερο ατού του είναι ότι αυτό συνδυάζεται με ένα όμορφο και ευχάριστο περιβάλλον.

Ετυμηγορία: Όμορφος χώρος και ευρωπαϊκές γεύσεις στην άκρη του Γκαζιού, μακριά από τον πανζουρλισμό.
Κουζίνα: ευρωπαϊκή
Τιμές: 35-55 ευρώ το άτομο. (Εμείς πληρώσαμε 44 το άτομο, αλλά με μπουκάλι κρασί που το μοιραστήκαμε δύο άτομα και με πολύ πλήρη παραγγελία, με πρώτο, δεύτερο πιάτο και επιδόρπιο.)
Crowd: Ηλικίες 30-60 ετών, κλασάτος κόσμος. Παρόλο που το Το συχνά φιλοξενεί μεγάλες παρέες, ποτέ δεν έχει φασαρία. Εξαίρεση αποτελούσε στην τελευταία μας επίσκεψη ένας κύριος στο πίσω τραπέζι, του οποίου η συμπεριφορά ήταν εντελώς ετερόκλητη με το ύφος του χώρου, αφού δεν έπαυε να εκδηλώνει βροντοφωνάζοντας κάθε τόσο τον ενθουσιασμό του για κάθε τι. Στον σερβιτόρο είπε (σε ντεσιμπέλ λαχαναγορίτη), "Φίλε μου, μ' έχεις τρελάνει μ' αυτές τις μαγκιές που μου κάνεις, σου το λέω!" (νόμιζα ότι θα του δώσει και μια στην πλάτη, αλλά nope), ενώ όταν κάλεσε τη σεφ για να τη συγχαρεί, την υποδέχτηκε ως εξής: "Γεια σου κουκλάρα μου, να σου πω, αυτό το πιατάκι με τον μπακαλιάρο ήταν τέλειο, πανέμορφο!" Παιδιά, μα το Θεό. Δεν τα βγάζω από το μυαλό μου.

Διεύθυνση
: Τριπτολέμου 43 και Ορφέως 20, Γκάζι

Τηλ: 210 34 52 052

Y.Γ. Η φωτογραφία είναι από το site του εστιατορίου, όπου μπορείτε να δείτε και το πλήρες μενού. Αν και μάλλον έχει αρκετό καιρό να ανανεωθεί, θα πάρετε τουλάχιστον μια ιδέα.

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

CSI Las Vegas: επίλυση φόνου σε σκοτεινό εστιατόριο

Σε συνέχεια του άρθρου για τα σκοτεινά εστιατόρια, μελέτησα το σενάριο του επεισοδίου του CSI Las Vegas με τίτλο "Α la Cart" (8η σεζόν, 2ο επεισόδιο) και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να μεταφράσω μερικές ζουμερές σκηνές και να τις μοιραστώ μαζί σας.
Για όποιον δεν έτυχε να διαβάσει το σχετικό post (Κάλλιο αργά, παρά ποτέ, όμως, χαχα!), στο επεισόδιο αυτό διαδραματίζεται μια δολοφονία την ώρα του δείπνου σε ένα εστιατόριο, στο οποίο το concept είναι ότι οι θαμώνες δειπνούν στο απόλυτο σκοτάδι, προκειμένου η απουσία όρασης να οξύνει τις υπόλοιπες αισθήσεις τους και άρα να κάνει τη γευστική τους εμπειρία εντονότερη.
Η Κάθριν, ο Γουόρικ (Ααααχ, αυτός ο Γουόρικ...) και ο επιθεωρητής Μπρας έχουν αναλάβει την επίλυση της υπόθεσης του φόνου του διάσημου εκδότη του περιοδικού Hux, που υπονοείτ
αι ότι είναι κάτι σαν το Playboy και ο ιδιοκτήτης του είναι λίγο-πολύ ένα alter ego του Χιου Χέφνερ, μόνο που αντί για Bunnies, δηλαδή Κουνελάκια, έχει Kitties, τουτέστιν Γατούλες.
Ο μακαρίτης
λεγόταν Χάμπτον Χάξλεϊ και το περί ου ο λόγος εστιατόριο έχει το όνομα "Blind", ενώ η ιδιοκτήτρια του εστιατορίου ονομάζεται Πίπα Σάντσεζ (ασχολίαστο το βαφτιστικό, παρακαλώ).

Βρισκόμαστε στον τόπο του εγκλήματος, όπου έχει ανακαλυφθεί το πτώμα από την αστυνομία. Ο αστυνομικός Ντέιβιντ Φίλιπς βρίσκεται ήδη στον χώρο και κατατοπίζει τους CSIs Κάθριν και Γουόρικ, που μόλις έχουν φτάσει.

Κάθριν: Τι εξετάζουμε;
Ντέιβιντ Φίλιπς: Τραύμα από τρύπημα. Δεν υπάρχει αποτύπωμα κάννης.
Κάθριν: Άρα μάλλον δεν είναι από πυροβολισμό. Μαχαίρωμα;
Ντέιβιντ: 'Ισως. Πέρασε από τον κρόταφο και εισχώρησε στον εγκέφαλο. Τα κακάρωσε μέσα σε δευτερόλεπτα.
Γουόρικ: Τόσο κόσμο είχε το εστιατόριο. 'Ολο και κάποιος θα είδε κάτι.
Μπρας: Όχι ακριβώς. Αυτή εδώ είναι η τελευταία λέξη της μόδας: δείπνο στο σκοτάδι.
(Ο Μπρας σβήνει τα φώτα του μαγαζιού με ένα τηλεχειριστήριο. Επικρατεί απόλυτο σκοτάδι.)
Μπρας: Οι σερβιτόροι είναι τυφλοί. Κανένας δεν βλέπει τίποτα. Παιχνιδάκι, έτσι;
(Ακούγονται τα βήματα κάποιου που φεύγει.)
Κάθριν: Έφυγε;
Γουόρικ: Έτσι νομίζω.
Ντέιβιντ Φίλιπς: Παιδιά; Έχουμε ένα πτώμα εδώ.

Επόμενη σκηνή:
Ένας μαυροντυμένος σερβιτόρος περνάει κρατώντας έναν δίσκο με φαγητό. Ο δίσκος είναι φωτισμένος σαν έργο τέχνης. Ενώ περπατάει ο σερβιτόρος, εξαφανίζεται και μένει μόνο το φαγητό.

Πίπα Σάντσεζ: Το δείπνο θα έπρεπε να είναι μια εμπειρία σαν την όπερα ή την τέχνη. Πρέπει να θρέφει και την ψυχή εκτός από την κοιλιά. Πρέπει να το μυρίζεις, να το αγγίζεις και να το αφήνεις να ξεκουράζεται επάνω στη γλώσσα σου. Πουλάω αισθησιασμό εδώ. Ενθαρρύνω τον κόσμο να τρώει με τα χέρια του. Η υφή είναι απολύτως ουσιώδης. Το αλμυρό, σαρκώδες κρέας του αστακού, βουτηγμένο σε κρεμώδες ραφινέ γαλλικό βούτυρο. Η χυμώδης, γεμάτη σπόρους σάρκα και το σφιχτό περίβλημα ενός φρέσκου σύκου βουτηγμένου στο μέλι. Η γλώσσα αντιλαμβάνεται τέσσερις βασικές γευστικές κατηγορίες: αλμυρό, γλυκό, πικρό, ξινό. Και έχει πάνω από 10.000 γευστικούς κάλυκες, καθένας από τους οποίους είναι σε άμεση σύνδεση με το κέντρο ευχαρίστησης του εγκεφάλου, που ενεργοποιεί τις ενδορφίνες. Η αίσθηση που μας προκαλεί το καλό φαγητό είναι παρόμοια χημικά με το να "φτιάχνεσαι" με ναρκωτικά.

Μπρας: Και από ό,τι φαίνεται, εξίσου επικίνδυνη.

Στο μεταξύ, ο Γουόρικ και η Κάθριν περισυλλέγουν στοιχεία στον τόπο του εγκλήματος, όπου ο Γουόρικ βρίσκει ένα ζευγάρι κυάλια.

Γουόρικ: Σβήνεις λίγο τα φώτα;
Η Κάθριν σβήνει τα φώτα. Επικρατεί και πάλι απόλυτο σκοτάδι και η Κάθριν γελάει νιώθοντας αμήχανη, ενώ ο Γουόρικ την κοιτάζει μέσα από τα κυάλια, που είναι νυχτερινής οράσεως.
Κάθριν: Συγγνώμη, αλλά είναι εντελώς χαζή ιδέα για εστιατόριο. Εγώ θέλω να βλέπω τι τρώω.
Ο Γουόρικ πλησιάζει την Κάθριν σε απόσταση 5 εκατοστών, αλλά εκείνη δεν τον βλέπει.
Γουόρικ: Εγώ βλέπω μια χαρά.
Κάθριν: Πού είσαι;
Γουόρικ: Εδώ.
Κάθριν: Α.
(Ο Γουόρικ κι η Κάθριν είναι πρόσωπο με πρόσωπο. Η έλξη μεταξύ τους είναι ολοφάνερη.)
Κάθριν: Γεια.
Γουόρικ: Γεια.
Τα φώτα ανάβουν.
Κάθριν: Κυάλια νυχτερινής όρασης;
Γουόρικ: Ναι, κάποιος τα ξέχασε εδώ.
Κάθριν: Μ' αυτά δεν χάνεται τελείως το νόημα του να δειπνείς στο σκοτάδι;
Γουόρικ: Εκτός αν δεν έχεις έρθει για να φας.

Στη συνέχεια, τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η Πίπα Σάντσεζ ενδέχεται να είναι η δολοφόνος και ο Μπρας την ανακρίνει, με το γνωστό απολαυστικό, σαρκαστικό του υφάκι.

Μπρας: Κυρία Σάντσεζ, οι Γατούλες μας είπαν ότι εσείς κι ο Χάξλεϊ είχατε τσακωθεί. Παράξενο που δεν το αναφέρατε.
Πίπα Σάντσεζ: Δεν το ανέφερα, γιατί έγινε πολύ παλιά. Πριν δώδεκα χρόνια, ένας μισογύνης μου είπε ότι καλά θα έκανα να τρώω λιγότερο. Και σήμερα έχω ένα φοβερό εστιατόριο στη λεωφόρο Στριπ και δύο συμβόλαια για μαγαζιά στο Λος Άντζελες και το Σικάγο. Νομίζω πως νίκησα στη μάχη.
Μπρας: Μιλήσατε με τον Χάξλεϊ χτες βράδυ;
Πίπα Σάντσεζ: Είχε κάνει κράτηση με ψευδώνυμο. Δεν ήξερα καν ότι ήταν εδώ. Κύριε Μπρας, ξέρετε γιατί ξεκίνησα αυτό το εστιατόριο;
Μπρας: Όχι. Πείτε μου.
Πίπα Σάντσεζ: Γιατί ερωτεύτηκα έναν άνθρωπο που ήταν τυφλός. 'Εσβηνε τα φώτα και με τάιζε. Όταν στερείσαι μία αίσθηση, οι υπόλοιπες οξύνονται. Επικεντρωνόμουν μόνο στη γλώσσα μου. Ήταν ιδιοφυές! Και μετά, πέθανε. Το εστιατόριο αυτό είναι ένας φόρος τιμής σε εκείνον και στη σχέση μας.
Μπρας: Τι συγκινητικό.
Πίπα Σάντσεζ: Δεν θέλω να φανώ αναίσθητη, αλλά ένας φόνος, ειλικρινά, θα ήταν κακό πράγμα για τις δουλειές...

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Tρώγοντας στο σκοτάδι. Ναι, στα τυφλά.

Πρόσφατα έτυχε να δω την ρομαντική κωμωδία When In Rome (ναι, καλά, σάχλα είναι, μη βαράτε, το ξέρω), στην οποία ο πρωταγωνιστής, o Josh Duhamel, έχει τη φαεινή ιδέα να πάει το αντικείμενο του πόθου του (τουτέστιν την Kristen Bell) για ραντεβού σε ένα εστιατόριο στο οποίο το κλου είναι ότι οι θαμώνες δειπνούν στα τυφλά, στο απόλυτο σκοτάδι. Και πριν προλάβετε να αρχίσετε να γκρινιάζετε για το τι μούφες επιστρατεύει πια αυτό το Χόλιγουντ για να πρωτοτυπήσει, σας λέω ότι το εστιατόριο αυτό είναι απολύτως υπαρκτό. Λέγεται Blackout, βρίσκεται στο Μανχάταν και δεν είναι το μόνο που προσφέρει αυτή την εμπειρία στους πελάτες του! Υπάρχουν άφθονα αντίστοιχα ρεστοράν σε όλο τον κόσμο, από την Καλιφόρνια και το Μοντρεάλ του Καναδά ως την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, και από το Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο και την Πράγα, ως το Τελ Αβίβ.
Αλλά για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, το πρώτο εστιατόριο του είδους ανοιξε στη Ζυρίχη, όταν ο Jorge Spielmann, ένας τυφλός Ελβετός ιερέας παρέθεσε στο σπίτι του ένα δείπνο για φίλους, στη διάρκεια του οποίου οι καλεσμένοι είχαν δεμένο στο κεφάλι τους ένα πανί που τους κάλυπτε τα μάτια, από αλληλεγγύη προς τον τυφλό οικοδεσπότη τους. Eνώ το δείπνο προχωρούσε, όμως, οι καλεσμένοι διαπίστωσαν ότι το να έχουν κλειστά τα μάτια όξυνε τις υπόλοιπες αισθήσεις τους -και ειδικά τη γεύση και την όσφρηση- και ότι αυτό τελικά έκανε την εμπειρία του φαγητού πολύ πιο έντονη και ενδιαφέρουσα! Αυτό έδωσε, λοιπόν, στον κύριο Spielmann την ιδέα να ανοίξει ένα σκοτεινό έστιατόριο, πράγμα που έκανε τελικά το 1999. Το εστιατόριο λέγεται Blindekuh, ή αλλιώς "τυφλή αγελάδα" (Εάν αναρωτιέστε πού κολλάει η αγελάδα, Blindekuh είναι στα Γερμανικά το παιχνίδι που εμείς ονομάζουμε "τυφλόμυγα". Φαντάζομαι ότι αν άνοιγε ένα ελληνικό σκοτεινό εστιατόριο με το όνομα "Tυφλόμυγα", αντίστοιχα οι διάφοροι γερμανόφωνοι θα αναρωτιούνταν πού διάολο κολλάει η μύγα.) και επειδή σημείωσε μεγάλη επιτυχία, ο Spielmann άνοιξε ένα ίδιο και στη Βασιλεία.
Έκτοτε, όπως είπαμε, άνοιξαν πολλά τέτοια εστιατόρια ανά την υφήλιο. Σε πολλά από αυτά, οι σερβιτόροι είναι τυφλοί, όπως στο Blindekuh ή το Unsicht Bar της Κολωνίας στη Γερμανία (βλ. φωτό δεξιά), ενώ σε άλλα (ίσως στα περισσότερα) διαθέτουν ειδικά γυαλιά νυχτερινής όρασης, με τα οποία έχουν τη δυνατότητα να βλέπουν τι γίνεται και να καθοδηγούν τους πελάτες. Στο CamaJe Bistro, στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης, αντιθέτως, τα φώτα είναι αναμμένα, αλλά οι θαμώνες φορούν μάσκες (βλ. φωτό αριστερά).
Σε όλα αυτά τα εστιατόρια απαγορεύεται δια ροπάλου οποιαδήποτε πηγή φωτός, όπως αναπτήρες ή κινητά, γι' αυτό αν βρεθείτε ποτέ σε ένα τέτοιο, μην προσπαθήσετε να κλέψετε! Προφανώς θα απαγορεύεται και το κάπνισμα, αλλιώς θα τα εστιατόρια θα γίνονταν κάθε τόσο στάχτη και μπούρμπερη. Και σε περίπτωση που απορείτε, όχι, οι τουαλέτες φωτίζονται κανονικά, δεν θα τα κάνετε στα τυφλά. (Δεν νομίζω ότι στον συγκεκριμένο χώρο η όξυνση των αισθήσεων θα είχε ιδιαίτερο νόημα άλλωστε, λολ. Κάποιοι μπορεί να διαφωνούν βέβαια, δεν ξέρω.) Επίσης, το μενού είναι συνήθως προκαθορισμένο, ευτυχώς, αλλιώς δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα διάβαζε κανείς τον κατάλογο. Εκτός αν ήταν σε σύστημα Braille, χαχά. Τέλος, μόλις καθίσετε, θα σας φορέσουν και σαλιάρα, αλλιώς είναι σχεδόν σίγουρο ότι το μισό δείπνο θα καταλήξει πάνω σας. Καλού-κακού, πάντως, μη φορέσετε τα καλά σας. Ούτως ή άλλως δεν θα σας δει κανείς. Χμμμ, αρχίζει να μ' αρέσει πολύ αυτό, τώρα που το σκέφτομαι. Άσε που δεν θα χρειάζεται να τρώτε κόσμια. Χλαπακιάστε, μπουκωθείτε και πασαλειφτείτε ελεύθερα, φάτε σαν μικρό παιδί. Έχετε παρατηρήσει πόσο απολαμβάνουν τα μωρά το φαγητό τους και πώς το πασαλείβουν σε ολόκληρα τα μούτρα τους χωρίς αναστολές; Κάπως έτσι πρέπει να είναι αυτή η εμπειρία!
Όσον αφορά το μενού, τώρα, είναι προφανές ότι κάποια τρόφιμα είναι πρακτικά σχεδόν αδύνατο να καταναλωθούν στα τυφλά (γαρίδες, ας πούμε, ή σπαγκέτι), ενώ φυσικά προτιμάται το finger food, αλλά και οι σούπες, που σερβίρονται σε κούπες. Ο σεφ του Unsicht Bar, Dieter Voigt, σε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξή στο περιοδικό Time εξηγεί επίσης ότι δίνεται έμφαση στην καθαρότητα των γεύσεων και ότι αποφεύγονται οι πολύπλοκες σάλτσες που επικαλύπτουν τη γεύση των κύριων συστατικών του πιάτου, αφού στόχος είναι να μπορεί ο πελάτης να αναγνωρίσει τι είναι αυτό που τρώει από τη γεύση του και μόνο. Επίσης, το φαγητό είναι τοποθετημένο με τέτοιο τρόπο στα πιάτα, έτσι ώστε ο πελάτης να μπορεί με την καθοδήγηση του σερβιτόρου να το εντοπίζει (βλ. φωτό).
Οι παραλλαγές, εντωμεταξύ, των σχετικών εστιατορίων είναι άφθονες. Πολλά από αυτά τα εστιατόρια προσφέρουν "surprise menus", έτσι ώστε να πρέπει να μαντέψετε τι είναι αυτό που τρώτε αποκλειστικά από τη γεύση του! Στο Nocti Vagus του Βερολίνου, εκτός από το δείπνο μπορείτε να απολαύσετε και live jazz μουσική, ενώ στο Blindkuh δίνει παραστάσεις το a cappella συγκρότημα Voxtasy. Tο Blackout που βρίσκεται στο Τελ Αβίβ πάλι, ξεκίνησε αρχικά ως θέατρο, όπου ο θίασος αποτελούνταν από ηθοποιούς κωφούς και τυφλούς, ενώ αργότερα άρχισε να προσφέρει και δείπνο στο σκοτάδι μετά τη θεατρική παράσταση. Τέλος, πολλά από αυτά τα εστιατόρια, όπως το Unsicht Bar στην Κολωνία ή το The Whale Inside του Πεκίνου (βλ φωτό - αν και το τελευταίο έκλεισε πρόσφατα) οργανώνουν και βραδιές blind dating, όπου ο όρος έχει την κυριολεκτική του έννοια...
Εντωμεταξύ, ανακάλυψα κι αυτό εδώ το post στο blog "one hot idealist", στο οποίο ο διαχειριστής του περιγράφει την εμπειρία του από το δείπνο του στο εστιατόριο Blackout του Μανχάταν, η οποία ωστόσο, απ' ό,τι λέει, δεν ήταν τόσο ενδιαφέρουσα όσο περίμενε. Παραθέτω ένα απόσπασμα:

"Πριν το Blackout, δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο οπτικός τύπος είμαι όσον αφορά το φαγητό. Σε αντίθεση με τη μητέρα μου (που παρήγγειλε το γεύμα-έκπληξη), εγώ ήξερα τι ήταν το κάθε πιάτο που μου έφερναν, κι ωστόσο ένιωθα πως η εμπερία αποδυναμωνόταν με το να μη βλέπω το φαγητό μου. Δεν ήταν μόνο το ότι δεν μπορούσα να καταλάβω πόσο φαγητό υπήρχε μέσα στο πιάτο μου, ή πότε τελείωνε χωρίς να χρειάζεται να το πιάνω με τα χέρια μου σαν παιδάκι. Όλα ήταν πολύ νόστιμα και είναι σίγουρα ενδιαφέρον να επικεντρώνεσαι στη γεύση (εφόσον δεν υπήρχε και τίποτα άλλο στο οποίο να μπορείς να επικεντρωθείς), αλλά εγώ ήθελα να ξέρω τι όψη είχαν τα gnocchi φυστικιού. Άσε και το μυστηριώδες επιδόρπιο της μαμάς μου, που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι ήταν και που δεν θα το αναγνωρίσουμε αν τυχόν το δούμε κάπου! Μπορεί να ακούγεται παιδαριώδες, αλλά θέλω νa βλέπω την όμορφη παρουσίαση του πιάτου."

Εδώ θα συμφωνήσω και εγώ, γιατί είμαι οπωσδήποτε οπτικός τύπος και νομίζω πως πρώτον, όταν κρίνω ένα πιάτο, η όψη του μετράει πολύ για μένα και δεύτερον, από την όψη, κατά 90% μπορείς να καταλάβεις αν ένα πιάτο είναι καλό ή όχι, ή έστω αν είναι σωστά εκτελεσμένο. Ωστόσο, νομίζω πως το νόημα της συγκεκριμένης εμπειρίας είναι ακριβώς αυτό, να προσπαθήσεις δηλαδή να απομονώσεις τη γεύση ενός πιάτου ανεξάρτητα από το πόσο ελκυστικό μπορεί να είναι αυτό οπτικά, πράγμα που προσωπικά το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον , έτσι, για αλλαγή, βρε αδερφέ. To μεγαλύτερο βέβαια πλεονέκτημα είναι προφανώς οι οξυμένες αισθήσεις, ενώ πολλοί που έχουν περιγράψει αντίστοιχες εμπειρίες υποστηρίζουν ότι αισθάνονταν πως ήταν πολύ πιο επιδεκτικοί και ευαισθητοποιημένοι ως προς την υφή και τη θερμοκρασία του φαγητού τους και πως ένιωσαν απλά και καθημερινά τρόφιμα όπως πατάτες ή γιαούρτι να μεταμορφώνονται σε haute cuisine.
Μια άλλη blogger, αντιθέτως, περιγράφει στο blog της ονόματι Just Hungry την εμπειρία της από το Blindekuh ως πολύ ευχάριστη και διασκεδαστική και λέει ότι οι άγνωστοι μεταξύ τους θαμώνες αστειεύονταν για το ότι έγλειφαν τα πιάτα τους ή ξύνονταν σε απρεπή σημεία την ώρα του φαγητού:

"Το επιδόρπιο ήταν μια κρέμα μέσα σε ζύμη σαν του σου. Στο στάδιο αυτό παραιτήθηκα πια από την ιδέα να διατηρήσω τα χέρια μου καθαρά και γράπωσα το σου με το χέρι κι άρχισα να τρώω την κρέμα χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά μου σαν κουτάλι."

Τι λέγαμε για το πώς να τρώτε σαν παιδί;

Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον ζήτημα σε σχέση με το φαγητό στα τυφλά, είναι το κατά πόσον αισθανόμαστε χορτάτοι όταν βλέπουμε ότι έχουμε αδειάσει το πιάτο μας και η απάντηση είναι ΠΟΛΥ. Ο ψυχολόγος Benjamin Scheibehenne διεξήγαγε μια έρευνα σε ένα σκοτεινό εστιατόριο στο Βερολίνο, της οποίας τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο Appetite, ένα διεθνές επιστημονικό περιοδικό συμπεριφοριστικής διατροφολογίας. (Άντε, μέχρι και link για ολόκληρο το άρθρο σε pdf σας βρήκα!) Στους συμμετέχοντες στην έρευνα, σερβιρίστηκαν δύο πιάτα. Αυτό, όμως, που δεν γνώριζαν, ήταν ότι στους μισούς σερβίρονταν φυσιολογικές μερίδες, ενώ στους υπόλοιπους τεράστιες μερίδες που ήταν τουλάχιστον κατά 1/3 μεγαλύτερες. Αφού έφαγαν στα σκοτεινά, άναψαν τα φώτα και σέρβιραν επιδόρπιο σε όλους τους συμμετέχοντες, από το οποίο μπορούσε ο καθένας να φάει όσο ήθελε. Στη συνέχεια, όλοι συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο όπου απαντούσαν σχετικά με το κατά πόσο χόρτασαν, πόσο έφαγαν και αν τους άρεσε το φαγητό. Το ίδιο ακριβώς πείραμα επαναλήφθηκε με άλλα άτομα, αλλά αυτή τη φορά όλοι έφαγαν στο φως.
Τελικά, για αυτούς που έβλεπαν τι έτρωγαν, το μέγεθος της μερίδας έπαιζε μεγάλο ρόλο ως προς το πόσο έλεγαν ότι χόρτασαν και ως προς το πόσο επιδόρπιο έφαγαν στο τέλος. Αντιθέτως, για όσους έφαγαν στα σκοτεινά, το μέγεθος της μερίδας δεν έπαιζε ρόλο. Με άλλα λόγια, όλοι έκριναν τον κορεσμό με βάση την οπτική επαφή με το γεύμα τους και όχι την πραγματική κατανάλωση. Το να τρώμε, λοιπόν, στα τυφλά, σημαίνει ότι τρώμε περισσότερο και αισθανόμαστε λιγότερο χορτάτοι; Πολύ λογικό το βρίσκω, όπως επίσης το ίδιο ισχύει και για όταν τρώμε βλέποντας τηλεόραση, όπου η κατανάλωση τείνει συχνά να είναι μεγαλύτερη γιατί αφαιρούμαστε αντί να συγκεντρωνόμαστε στο φαγητό μας και τρώμε μηχανικά.
Κι επειδή το παρασοβαρέψαμε με τα επιστημονικά άρθρα, το καλύτερο σας το φυλάω για το τέλος. Η πρώτη φορά, λοιπόν, που άκουσα για τα σκοτεινά εστιατόρια ήταν όταν είδα το επεισόδιο "Α la Cart" (season 8, episode 2, προβλήθηκε το 2007) του πολυαγαπημένου μου CSI Las Vegas. Το CSI, μια τηλεοπτική σειρά επίλυσης αστυνομικών υποθέσεων από το εγκληματολογικό εργαστήριο της αστυνομίας του Λας Βέγκας, ξεκίνησε το 2000 και συνεχίζεται ακόμα (11 σεζόν είναι αυτές, όχι αστεία), ενώ μετά από αυτήν δημιουργήθηκαν οι αντίστοιχες σειρές CSI Miami και CSI New York (οι οποίες, ελπίζω οι σκληροπυρηνικοί fans να συμφωνήσουν πως δεν πιάνουν μία μπροστά στο αυθεντικό CSI με τον μοναδικό Gil Grissom.) Σε ένα επεισόδιο, λοιπόν, η ομάδα ερευνά τον φόνο του Humpton Huxley, εκδότη του περιοδικού Hux, ο οποίος δολοφονήθηκε ενώ δειπνούσε σε ένα τέτοιο σκοτεινό εστιατόριο, ονόματι "Blind"! Μη μου πείτε ότι δεν είναι καταπληκτική ιδέα να βάλουν να εκμεταλλευτεί κάποιος το σκοτάδι για να κάνει τον φόνο;
Εντωμεταξύ, ο φόνος μπορεί να είναι το χειρότερο μειονέκτημα του δείπνου στα τυφλά, αλλά όπως αποκαλύπτει το CSI δεν είναι και το μόνο, αφού στο επεισόδιο ένας απρεπής πελάτης χουφτώνει τον πισινό μιας κοπέλας, ενώ μια άλλη κυρία που της κάνει πρόταση γάμου ο φίλος της, καταλήγει μεν με το δαχτυλίδι στο χέρι, αλλά και με ένα καρούμπαλο στο κεφάλι.
Αντίστοιχα, ο Josh Duhamel, στο When In Rome, στην προσπάθειά του να βρει το τραπέζι του, γκρεμοτσακίζεται πάνω σε κάτι καρέκλες και παλεύοντας να βρει τον δρόμο του ψηλαφώντας, καταλήγει να χαϊδεύει την καράφλα ενός κυρίου. Αυτή η σκηνή με κάνει να ξεραίνομαι στα γέλια, δείτε το στο 1.14''.



Λοιπόν, ακούω. Μετά από όοοοολη αυτή την ανάλυση, και αν υποθέσουμε ότι οι πιθανότητες να δολοφονηθείτε κατά τη διάρκεια του δείπνου σας είναι από μικρές ως απειροελάχιστες, εσείς τελικά θα τρώγατε σε ένα τέτοιο εστιατόριο;

Εστιατόριο Red Indian στου Ψυρρή, Part II

Για το Red Indian τα έχουμε ξαναπεί αναλυτικά (δείτε το σχετικό άρθρο), όπως επίσης και για το ότι το θεωρώ το πιο αξιόλογο ινδικό εστιατόριο της πόλης μας. Αυτό που δεν ήξερα, ήταν ότι πρόκειται και για το πιο cozy ινδικό (και όχι μόνο) της Αθήνας; Πριν λίγες μέρες το επισκέφθηκα ξανά και καθώς δεν είχε τύχει να ανέβω στον επάνω όροφο από τότε που ανακαινίστηκε, με περίμενε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη! Το επάνω πάτωμα, λοιπόν, αντί για τα συμβατικά τραπεζοκαθίσματα, έχει μια αίθουσα με χαμηλά τραπεζάκια περιτριγυρισμένα από τεράστιες μαξιλάρες (ή πολύ χαμηλούς καναπέδες, πάρτε το όπως θέλετε). Έτσι μπορείτε να απολαύσετε το φαγητό σας αραχτοί και λάιτ, μισοξαπλωμένοι (εντάξει, μην το παρακάνετε κιόλας) πάνω στις στρωμένες με ινδικά ριχτάρια μαξιλάρες κι αγκαλιά με όσα μαξιλαράκια τραβάει η ψυχή σας! Εάν μάλιστα θέλετε να βολευτείτε και καλύτερα, μπορείτε να βγάλετε και τα παπούτσια σας. (Και πριν με κατακρίνετε, σας πληροφορώ ότι δεν ήμουν η μόνη που έσπευσε να το κάνει, εντάξει; Όχι τίποτα άλλο, αλλά είναι ανθρωπίνως αδύνατο ανατομικά να βολευτείς επάνω σε μαξιλάρα φορώντας δεκάποντα τακούνια, εκτός αν είσαι το κορίτσι λάστιχο, βλ. φωτό. Στο σημείο αυτό είμαι σίγουρη ότι όλες οι κυρίες θα πουν, "Πες τα χρυσόστομη", ενώ όλοι οι κύριοι θα σιγομουρμουρήσουν, "Αμάν αυτές οι γυναίκες με τη γκρίνια και τις υπερβολές τους", καθώς επίσης και "Τι τα θέλετε τα τακούνια αφού δεν μπορείτε να τα κουμαντάρετε.")
Αφού λοιπόν αράξαμε με όλη τη σημασία της λέξεως, παραγγείλαμε το κλασικό μας lamb korma (11 ευρώ), καθώς κι ένα tandoori chicken (11 ευρώ), που πρώτη φορά το δοκίμασα στο Red Indian και πρέπει να πω πως ήταν πάααααρα πολύ καλό, με τρυφερό και όμορφα ψημένο κοτόπουλο και πικάντικο όσο πρέπει. Το mushroom bhaji (6 ευρώ), από την άλλη, ήταν μεν γευστικό, αλλά δε θα έλεγα ότι με ενθουσίασε, διότι εγώ το περίμενα σε μορφή τηγανήτας, ενώ ήταν απλώς μαγειρεμένα μανιτάρια, κοκκινιστά, με μπαχαρικά. Τελικά, μετά από ένα πρόχειρο γκουγκλαρισματάκι διαπίστωσα ότι "bhaji" συνηθίζεται να αποκαλούν οι Ινδοί την τηγανήτα, αλλά μπορεί να εννοούν και ένα οποιοδήποτε stir fry λαχανικών. Άντε τώρα βρες άκρη. Είναι όπως η γνωστή πραρεξήγηση με τα διάφορα κάρι. Ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι curry οι Ινδοί εννοούν απλώς όποιο πιάτο έχει κάρι (το μπαχαρικό), ενώ για τους Ινδούς περιγράφει οποιοδήποτε μαγειρευτό πιάτο έχει πυκνή σάλτσα και ο χαρακτηρισμός ενός πιάτους ως curry δεν είναι ενδεικτικός ούτε για την παρουσία ούτε για την απουσία του μπαχαρικού κάρι. Η λέξη curry άλλωστε, δεν είναι παρά μια αγγλοποιημένη εκδοχή της λέξης kari της εθνοτικής ομάδας Ταμίλ της ινδικής υποηπείρου, που σημαίνει "σάλτσα".
Τελικά εμείς, λοιπόν, το curry μας (το lamb korma δηλαδή) το συνοδεύσαμε με ένα ωραιότατο ρύζι biryani (8 ευρώ), που είναι καινούργιο πιάτο στο κατάστημα και που, αν θυμάμαι καλά, περιέχει σταφίδες και κάσιους. Η λέξη biryani, παρεμπιπτόντως, προέρχεται από την περσική λέξη beryān (بریان), που σημαίνει "τηγανητό". Τέλος, το sine qua non συνοδευτικό κάθε ινδικού γεύματος, η πίτα naan, που την ζητήσαμε με σκόρδο (4 ευρώ), ήταν όπως πάντα μυρωδάτη και αφράτη.

Eτυμολογία: Τεμπέλικο άραγμα σε μαξιλάρες και πικάντικες ινδικές συνταγές; It's a must.
Τιμές: 20-28
Διεύθυνση: Επικούρου 25, Ψυρρή
Τηλ: 210 32 19 908-9