Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Απόψε θα χιονίσει, θα το δεις...

Πρόσφατα διάβασα το πρώτο βιβλίο της ταλαντούχου ηθοποιού -και πλέον και συγγραφέως- Δάφνης Μανούσου με τίτλο "Απόψε θα χιονίσει, θα το δεις..." και έχω να παρατηρήσω πως εκτός του ότι είναι ένα πολύ τρυφερό και φρέσκο coming of age μυθιστόρημα, είναι και γεμάτο αναφορές σε διάφορες λιχουδιές.
Το μυθιστόρημα αφορά τις περιπέτειες της νεαρής Ίλιας στη Νέα Υόρκη όπου πηγαίνει για να σπουδάσει υποκριτική στα τέλη των 90s, αλλά και τη ζωή της στην Αθήνα μετά το τέλος των σπουδών της, τις ερωτικές της σχέσεις και τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα. Συχνά-πυκνά μου έτρεξαν τα σάλια καθώς θυμόμουν κι εγώ με νοσταλγία (για γαστρονομικούς και όχι μόνο λόγους) τα δικά μου ταξίδια στο Μεγάλο Μήλο, αφού το βιβλίο είναι γεμάτο τερψιλαρρύγειους τίτλους όπως "Pancakes, bagels and a lot of Hudson river", γεύματα σε γραφικές τρατορίες του Village -όπου συχνάζουν celebrities σαν τον Ethan Hawke και την Uma Thurman- και αναφορές σε αγαπημένα αμερικάνικα σνακς όπως bagels με σταφίδες, muffins από το περίφημο Angelica και σοκολατοκαφέδες από το Chocolate Factory... Για cupcakes και donuts δεν είδα βέβαια να γίνεται λόγος πουθενά, αλλά η συγγραφέας με διαβεβαίωσε ότι καταναλώθηκαν άφθονα στη διάρκεια της παραμονής της στις ΗΠΑ!

Θα σταθώ σε ένα απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου, παρμένο από το κεφάλαιο με τίτλο "Φιλί από μπίρα και mentos". Eίναι μια τρυφερή περιγραφή της πρώτης φοράς που η ηρωίδα ερωτεύεται με ανταπόκριση έναν ξανθό Σουηδό στις διακοπές της στο Λονδίνο:

Καθώς ανέβαινα με τις κυλιόμενες σκάλες, τον είδα που στεκόταν στη μέση της κεντρικής αίθουσας, ξανθός, μ' εκείνο το ξεφτισμένο μπλε παλτό του, που ήταν λες κι είχε φτιαχτεί γι' αυτόν. Εκείνη την ώρα που τον είδα, ξέχασα τα πάντα, ότι είχαμε μπροστά μας μόνο ένα βράδυ, ότι καλά-καλά δεν τον ήξερα, ότι, ότι... Με πλησίασε και με φίλησε στο στόμα, "Φιλί με γεύση από μπίρα", σκέφτηκα, -εντάξει, ήμουν τελείως άβγαλτη, αλλά από τότε συμβαίνει το εξής περίεργο, έτσι και με φιλήσει άντρας στο στόμα έχοντας προηγουμένως πιει μπίρα, ασυναίσθητα θυμάμαι τον Ματίας.
Το Λονδίνο ήταν φωτισμένο χριστουγεννιάτικα, πήγαμε για μπίρες και όχι για ψώνια, και μετά στο σπίτι του, που το μοιραζόταν με συγκάτοικους. Μπίρες με γεύση φραγκοστάφυλου, αυτό πίναμε. Και μου φαινόταν η πιο τέλεια μπίρα του κόσμου! Όταν φτάσαμε στο σπίτι του, στο Στόουκ Νιούινγκτον, πέθαινα της πείνας. Θυμάμαι πως με πήρε αγκαλιά και μου είπε:
"Για να δούμε τι θα σε ταΐσουμε τώρα;" Σουρεάλ. Μου εμφάνισε κάτι κρητικά παξιμάδια που είχε φέρει ο συγκάτοικός του, ο Άντονι, από τις διακοπές του στην Κρήτη.
Καθώς μασουλούσα ένα παξιμάδι, τον άκουγα να μου λέει, ενώ με είχε στα πόδια του, ότι θα έρχεται τουλάχιστον μία φορά το μήνα στη Νέα Υόρκη. Μου είχε κοπεί η ανάσα, δεν ήξερα τι να πω!
"Δεν είναι και τόσο ακριβά τα εισιτήρια πια!"
"Θα το κάνεις;"
"Φυσικά και θα το κάνω! Αφού θέλω να είμαι συνέχεια μαζί σου, χαζό! Γιατί δεν μετακομίζεις εδώ; Τόσες καλές σχολές υπάρχουν στο Λονδίνο!"
[...]
Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι του κι αρχίσαμε να φιλιόμαστε, φιλιόμασταν για πάντα. Και ενώ δεν κάναμε τίποτα άλλο πέρα από χάδια και φιλιά, εγώ νόμιζα πως ανακάλυψα την Αμερική. Κάποια στιγμή μας πήρε ο ύπνος και ξυπνήσαμε με το πρώτο φως που μπήκε στο δωμάτιο. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Ματίας ήταν να ανοίξει ένα πακέτο καραμέλες mentos που είχε αγοράσει το προηγούμενο βράδυ, στο δρόμο για το σπίτι. Έβαλε μία στο στόμα του και μού 'δωσε κι εμένα μία.
"Για να έχουμε ωραία γεύση", μου είπε και αρχίσαμε πάλι να φιλιόμαστε για πάντα. Είχαμε κάτι σαν άγχος και οι δύο, ξέραμε ότι ο χρόνος περνάει, ο χρόνος τελειώνει, σε λίγες ώρες θα έπαιρνα το τρένο για το Εδιμβούργο και ότι μπορεί να μην ξανασυναντιόμασταν.

Υ.Γ. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Anubis.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Ύπουλη πίτσα

Εσείς πόσες φορές έχετε πάθει εγκαύματα τρίτου βαθμού στον ουρανίσκο σας επειδή απλά δεν αντέχατε να περιμένετε να κρυώσει η πίτσα;

Δείτε το σε μεγαλύτερη ανάλυση εδώ: Problem With Pizza

Πείτε μου, σας παρακαλώ. Πώς γίνεται κάτι τόσο νόστιμο να είναι τόσο διαβολικό;

Υ.Γ. Το στριπ είναι από το διαδικτυακό κόμικ Doghouse Diaries.

Τα γλειφιτζούρια και ο Salvador Dalí

Δεν θυμάμαι αν το έχω αναφέρει ξανά, πάντως η τελευταία μου εμμονή είναι τα γλειφιτζούρια και συγκεκριμένα τα Chupa Chups, τα οποία έχουν και τεράστια ποικιλία σε γεύσεις (πεθαίνω για καρπούζι και για raspberry & cream). Διαπίστωσα, δε, πως είναι ό,τι καλύτερο για να γλυκαθεί κανείς έπειτα από ένα γεύμα -χωρίς πολλές θερμίδες- ή σαν σνακ στο σινεμά αντί για τα καθιερωμένα υπερ-παχυντικά νάτσος και το ποπκόρν. Μάλιστα, το χρονομέτρησα: μία ταινία = περίπου τρία γλειφιτζούρια (χωρίς το διάλειμμα).
Ο Ν. λοιπόν, σαν καλός φίλος, μού συμπαραστέκεται στον εθισμό μου και μου έστειλε ένα ωραίο άθρο για την ιστορία του λογότυπου των Chupa Chups, το οποίο έχει σχεδιάσει -είμαι σίγουρη ότι δεν θα πήγαινε ποτέ με τίποτα το μυαλό σας- ο Salvador Dalí!
Το καταλανικής προέλευσης γλειφιτζούρι πρωτοέκανε την εμφάνισή του το 1958, όταν ο Ισπανός επιχειρηματίας Enric Bernat (ιδρυτής της Chupa Chups) είχε την ιδέα να τοποθετήσει μια στρογγυλή καραμέλα πάνω σε ένα ραβδάκι. Ονόμασε το προϊόν του "GOL", γιατί φαντάστηκε, λέει, το γλειφιτζούρι σαν μια μπάλα ποδοσφαίρου και το ανοιχτό στόμα σαν τέρμα στο οποίο μπαίνει γκολ. Το σλόγκαν που χρησιμοποιήθηκε για την προώθησή του ήταν "És rodó i dura molt, Chupa Chups", που σημαίνει "είναι σφαιρικό και έχει μεγάλη διάρκεια".
Το προϊόν ωστόσο δεν είχε επιτυχία. Έτσι, ο Bernat προσέλαβε αργότερα ένα διαφημιστικό πρακτορείο, το οποίο μετονόμασε το προϊόν σε "chupa chups", από το ισπανικό ρήμα "chupar" που σημαίνει "γλείφω". Μια ωραία πρωΐα, λοιπόν, το 1969, ενώ ο Bernat έπινε τον καφέ του παρέα με τον διάσημο καλλιτέχνη και καλό φίλο του Salvador Dalí και του γκρίνιαζε για το αποτυχημένο του γλειφιτζούρι, ο ιδιοφυής Dali έπιασε μια εφημερίδα που είχε δίπλα του κι έπεσε με τα μούτρα στα σχέδια. Αυτό ήταν! Το λογότυπο δεν έχει αλλάξει έκτοτε, έπειτα από 4.000.000.000 πωλήσεις. Συν τοις άλλοις, ο Dali έκανε και την εξής εύστοχη παρατήρηση: το logo έπρεπε να τοποθετηθεί στην κορυφή του γλειφιτζουριού και όχι στο πλάι, για να είναι πάντοτε ευδιάκριτο.
Bέβαια, μη νομίζετε ότι ο Dali τα έκανε όλα αυτά από την καλή του την καρδιά, όοοχι. Το κίνητρό του ήταν φυσικά το χρήμα. Άλλωστε, ποτέ του δεν μπορούσε να απορρίψει μια καλή αρπαχτή, γεγονός που ώθησε τον άλλο διάσημο σουρεαλιστή André Breton να του χαρίσει το παρατσούκλι "Avida Dollars": έναν αναγραμματισμό του ονόματος Salvador Dalí από τη φράση "avide à dollars", που μπορεί να αποδοθεί ως "πρόθυμος για δολάρια". (H φωτό είναι του Philippe Halsman από το 1954.)

Y.Γ. Για την ιστορία της υπόθεσης, δεν είναι εξακριβωμένο πότε εφευρέθηκαν τα πρώτα γλειφιτζούρια, αλλά λέγεται ότι κατά πάσα πιθανότητα πρωτοεμφανίστηκαν κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο (1861-1865). Άλλοι ωστόσο ισχυρίζονται ότι υπάρχουν από την αρχή του 19ου αιώνα. Ο Βρετανός επιχειρηματίας George Smith ισχυρίζεται ότι εφηύρε το σύγχρονο γλειφιτζούρι το 1908, καθώς επίσης και ότι επινόησε το όνομα '"lollipop" το 1931. Η ιδέα τού ήρθε, λέει, από ένα διάσημο άλογο κούρσας ονόματι "Lolly Pop" και η λέξη "lolly" επιλέχθηκε γιατί στη βόρεια Αγγλία σημαίνει "γλώσσα". Παρόλα αυτά, η λέξη "lolly pop" υπάρχει από το 1784, αν και τότε αναφερόταν σε ένα μαλακό και όχι σκληρό ζαχαρωτό.

Υ.Γ.2 Και φυσικά, αυτό το post δεν θα ήταν ολοκληρωμένο χωρίς το "Lollipop" των Chordettes!



Call my baby lollipop
Tell you why
His kiss is sweeter than an apple pie
And when he does his shaky rockin' dance
Man, I haven't got a chance

I call him
Lollipop lollipop
Oh lolli lolli lolli
Lollipop lollipop

Sweeter than candy on a stick
Huckleberry, chimry or lime
If you had a choice
He'd be your pick
But lollipop is mine


Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Food Quote #18: Ο Karl Lagerfeld για πρώτη φορά σε σουπερμάρκετ

"Πρώτη φορά πατάω το πόδι μου σε σουπερμάρκετ. Είναι σκέτη τρέλα - είναι συναρπαστικό το τι μπορείς να αγοράσεις. Εδώ μέσα έχει αρκετά για να πάρεις εύκολα καμιά εικοσαριά 20 κιλά.



Ο Καρλ Λάγκερφελντ πηγαίνει για πρώτη φορά στη ζωή του σε σουπερμάρκετ σαν κοινός θνητός για τις ανάγκες μιας φωτογράφισης στο γαλλικό Elle και προφανώς έχει ενθουσιαστεί. Σαν παιδάκι στο ζαχαροπλαστείο, που λένε.

Και συνεχίζει ακάθεκτος:
"Όπως καταλαβαίνετε, δεν πηγαίνω ποτέ για ψώνια, αφού δεν τρώω ποτέ!"
(Mάλλον κάποιος πρέπει να του πει ότι αυτα που κοιτάει εκεί είναι σαμπουάν. Φαίνεται ότι έχει ξεχάσει ακόμα και πώς είναι στην όψη τα πραγματικά τρόφιμα.)

E, βέβαια δεν τρώει ο άνθρωπος. Άλλωστε είναι γνωστό ότι έτσι και φας, κινδυνεύεις να καταλήξεις σαν την Adele, που όπως είπε ο Καρλ σε πρόσφατη συνέντευξή του (και φυσικά έσπευσαν να τον κράξουν σύσσωμα τα ΜΜΕ και η Αdele:
«
Είναι λίγο χοντρή αλλά έχει πανέμορφο πρόσωπο και θεϊκή φωνή».

Εγώ απορώ, ο Καρλ ξέχασε ότι κάποτε ήταν κι ο ίδιος αρκετά πιο chubby (βλ φωτό); Σας υπενθυμίζω ότι το 2001 έκανε σκληρή δίαιτα και μέσα σε διάστημα 13 μηνών έχασε 42 ολόκληρα κιλά. Ο λόγος; Η μόδα βρε κουτά! Όπως είπε, ήθελε να μπορεί να φοράει άφοβα δημιουργίες υψηλής ραπτικής, όπως και τα μοντέλα του.
Εξάλλου, όπως είπε και ο ίδιος, "η μόδα είναι το πιο υγιές κίνητρο για να χάσει κανείς βάρος."


Y.Γ.1 Τις υπόλοιπες φωτογραφίες του αφιερώματος του Elle στον Καρλ μπορείτε να δείτε εδώ.

Υ.Γ.2 Κι ένα τραγουδάκι ειδικά αφιερωμένο στον θείο Καρλ. (The Clash - Lost In the Supermarket)



I'm all lost in the supermarket
I can no longer shop happily
I came in here for that special offer
A guaranteed personality

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Food-Related Injuries

Γέλασα πολύ με το "grapefruit eye", χαχαχαχα!
(Ο τραυματισμός ισχύει για όλα τα εσπεριδοειδή.)


Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Παγωτό χωνάκι και κουκουρουκουκού σουπίτσα


Αχ, αυτά είναι.
Εκεί που έχεις τις ψιλομαύρες σου, σου στέλνει ένας φίλος κάτι τέτοια και σου φτιάχνει αυτόματα τη διάθεση. Άντε, τι σας έχω, τι σας έχω, τυχερά!
Καλτιές από τα 80s τρελές και μάλιστα με food theme. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα σας βάλουν και σε καλοκαιρινό mood!


1) Αντρέας Μπονάτσος, "Παγωτό Χωνάκι"



Παρακαλώ δώστε βάση στο στίχο που έχει και διπλό νόημα.

Για να δροσιστείς, δώσ' μου ένα φιλάκι,
ποτέ να μην τελειώσει το καλοκαιράκι
Για να δροσιστείς, δώσ' μου ένα φιλάκι,
έλα, κερνάω εγώ παγωτό χωνάκι.

2) Γιώργος Μαρίνος, "Κουκουρουκουκού Σουπίτσα"



Πάντα ένα νησί στον Eιρηνικό θα μας περιμένει
Σαν μια ζωγραφιά στο μυαλό μας το ταξιδιάρικο
Σ' αμμουδιά χρυσή θα 'μαστε γυμνοί κι οι δυο ξαπλωμένοι
Μ' ένα τραγουδάκι λίγο σόκιν και λίγο κουλτουριάρικο
Πέφτουν οι μπανάνες, πέφτουν οι χουρμάδες, πέφτουν οι καρύδες
Φεύγουν οι βδομάδες, φεύγουνε οι μήνες και τα βάσανα
Πλάκωσαν λιακάδες, πλάκωσαν τυφώνες, στρείδια και γαρίδες
Έρωτας, κοκτέιλ κάτω από τ' αστέρια
Γι' αυτό,
κουκουρουκουκού σουπίτσα
κουκουρουκουκού γιαχνίιιι (x4)

Kαι η καλύτερη στιγμή του κομματιού, φυσικά, είναι η αποκρυπτογράφηση των βαθύτερων νοημάτων του από τον ίδιο τον τραγουδιστή στο 1:19'':

Αυτό το τραγούδι έχει πολύ βαθύ νόημα. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται. Σου λέει ο άλλος,
"Κουκουρουκουκού σουπίτσα; Ε, βλακείες!". Όμως; Τι λέει βασικά; Οι προεκτάσεις τι λένε του τραγουδιού; Ότι φεύγουμε από αυτό τον τόπο με τα καυσαέρια και πάμε σε ένα εξωτικό νησί όπου έχει καθαρή ατ(ι)μόσφαιρα! Άρα; Φυγή! Άρα; Εναντίον του κατεσ(ι)τημένου! Άρα κουλτουριάρικο!

Υ.Γ. Ευχαριστώ Γιώργο. (Όχι ο Μαρίνος, ο άλλος!)

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Eικαστική Γαστρονομία #12: Οι Πατατοφάγοι του Van Gogh και το Κίνημα της Πατάτας

Το περίφημο Κίνημα της Πατάτας που ξεκίνησε δυναμικά και συνεχίζει να εξαπλώνεται με καταιγιστικούς ρυθμούς σε ολόκληρη τη χώρα μου έφερε στο μυαλό έναν διάσημο πίνακα του πασίγνωστού Ολλανδού ζωγράφου Vincent Van Gogh.



Το έργο φέρει τον τίτλο "Οι Πατατοφάγοι" και ο Van Gogh το φιλοτέχνησε τον Απρίλιο του 1885. Για τον πίνακα αυτόν, ο Van Gogh έχει πει ότι σκοπός του ήταν να απεικονίσει τους χωρικούς "όπως πραγματικά είναι". Σε επιστολή προς τον αδερφό του Τεό, τον Απρίλη του 1885, γράφει τα εξής:

"Χρησιμοποίησα επίτηδες μοντέλα άσχημα και ταλαιπωρημένα. [...] Ήθελα, βλέπεις, να τον φτιάξω έτσι ώστε ο κόσμος να καταλάβει ότι οι άνθρωποι αυτοί, που τρώνε τις πατάτες τους κάτω από το φως της μικρής τους λάμπας, έχουν σκάψει το χώμα με τα ίδια τους τα χέρια, τα οποία βλέπουμε να βάζουν μέσα στα πιάτα τους, και να μιλήσω με τον τρόπο αυτό για τη χειρωνακτική εργασία και για το ότι οι άνθρωποι αυτοί κέρδισαν πράγματι με κόπο το φαγητό τους. Ήθελα να δείξω μια ζωή εντελώς διαφορετική από τη δική μας - των πολιτισμένων ανθρώπων."

(Το πλήρες γράμμα μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.)

Κοιτάζω, λοιπόν, τον πίνακα από τη μία, σκέφτομαι το Κίνημα της Πατάτας από την άλλη, βλέπω και τα σχετικά ρεπορτάζ στις ειδήσεις και παρακολουθώ πόσο μεγάλη ανταπόκριση είχε το όλο εγχείρημα και αναρωτιέμαι, πραγματικά, πόσο ακόμα απέχουμε (ξανά) ως λαός από τη θλιβερή αυτή εικόνα που παρουσίαζε ο Van Gogh το 1885;












Scrubs: Brinner = Breakfast for Dinner

Μιας και μιλούσαμε χθες για brunch, μην ξεχνάμε και το brinner. Ναι, brinner. Τουτέστιν, breakfast for dinner, δηλαδή πρωινό για βραδινό, aka ό,τι θα τρώγατε για πρωινό σερβιρισμένο την ώρα του δείπνου. Μη μου πείτε ότι δεν είναι επική ιδέα. Ελάτε τώρα, παραδεχτείτε το, όσο κι αν η μαμά σας ποτέ δεν θα το ενέκρινε, ξέρετε ότι κατά βάθος το θέλετε. Αυγά scrambled, benedict, ομελέτα; Αυγόφετες ή τοστάκι ζαμπόν-τυρί; Μπέικον τηγανητό ή λουκανικούμπα; Τηγανίτες με φρούτα και σιρόπι ή βάφλες με μερέντα ή κρέπες με παγωτό; Δημητριακά και φρουτοσαλάτα; Τάρτα μήλου a la mode; Δεν ακούγεται τέλειο;;; Μεταξύ μας, πιστεύω ότι το πρωινό στα διάφορα καφέ και diner θα έπρεπε να σερβίρεται all day long, όπως επίσης και στα ξενοδοχεία όλου του κόσμου.
Την ιδέα μου πρωτοέβαλε στο μυαλό ο Turk από την τηλεοπτική σειρά Scrubs (την οποία λατρεύω, όπως άλλωστε σας έχω ξαναπεί.), όταν στο επεισόδιο 7 της 7ης σεζόν με τίτλο "My Bad Too" διαδραματίστηκε ο ακόλουθος διάλογος:


Eliott: (Στην Carla και τον Turk.) Λοιπόν, παιδιά, θα κάνετε κάτι ιδιαίτερο για την επέτειό σας;
Turk: Ξέρεις τι θα ήταν ωραίο;
Carla: Να 'τα μας πάλι.
Turk: Brinner.
Eliott: Τι πράμα;
Carla: Πρωινό για βραδινό. Του έχει γίνει έμμονη ιδέα.
Turk: Πού είναι το κακό; Είναι κακό δηλαδή να απολαμβάνεις ένα ποτήρι κρασί παρέα με τις τηγανίτες σου;

* * *

Turk: Μωρό μου, το ξέρω ότι δεν με πιστεύεις, αλλά το παγωτό με μπέικον είναι το τέλειο επιδόρπιο μετά από ένα δείπνο.
Carla: Eίσαι έτοιμος να ανταλλάξουμε δώρα;
Turk: Μα μωρό μου, μου έφτιαξες το brinner!
Carla: Σου έχω κι αυτό εδώ. (Βγάζει τη ρόμπα κι αποκαλύπτει ένα σέξι νυχτικό.)
Turk: (Την κοιτάει με γουρλωμένα μάτια.) Είσαι θεά! (Το ξανασκέφτεται.) Αλλά δύσκολα ξεπερνάς το brinner.
Carla: (ξενερωμένη) Τέλεια. Εμένα μου πήρες τίποτα;
Turk: Ναι, αμέ.
Αφήγηση JD: Λένε ότι είναι πιο ωραίο να δίνεις, παρά να παίρνεις, αλλά μερικές φορές το να μην χαρίσεις το τέλειο δώρο μπορεί να σου δώσει πολύ περισσότερα από ό,τι ποτέ φανταζόσουν. (Ζουμ στις τηγανίτες, τα λουκάνικα, το μπέικον και τα τοστ που είναι αραδιασμένα επάνω στο τραπέζι.)
Turk: Αύριο θα σε πάω στο κοσμηματοπωλείο και μπορείς να πάρεις ό,τι θέλεις.
(Η Carla καταχαρούμενη πέφτει στην αγκαλιά του και τον φιλάει.)
Turk: Ό,τι θες λέμε! (Βουτάει το μπέικον στο παγωτό και το τρώει πωρωμένος.)





Εντάξει, το παραδέχομαι.
Δεν ήταν αυτή η πρώτη φορά που μου πέρασε από το μυαλό η ιδέα του brinner, απλώς ως τότε δεν είχε δοθεί ένα όνομα στο όλο concept.
Και όχι μόνο το έχω σκεφτεί, αλλά το έχω εφαρμόσει κιόλας.
Εντάξει, εντάξει, το ομολογώ. I'm actually having brinner right now.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Eστιατόριο Hip Café στο Σύνταγμα

Δυσεύρετο πράγμα το brunch στην πόλη μας (πόσο μάλλον το καλό brunch), αν και τώρα τελευταία έχει γίνει τάση, οπότε ευελπιστώ ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί σιγά-σιγά. Βέβαια, όπως επεσήμανε και ο φίλτατος Μ., τώρα μου έμαθε ως και η κουτσή Μαρία το brunch και συνέχισε προσθέτοντας "Tρώγατε brunch και στο χωριό σου, μαρή;;;". Εντωμεταξύ και μόνο στην ιδέα δύο θειάδων στο χωριό να παίρνουν το brunch τους ξεραίνομαι στα γέλια, γιατί στο μυαλό μου τις φαντάζομαι κάπως σαν την Παναγούλα και τη Γιαννούλα από εκείνη τη διαφήμιση της cosmote, να αναλύουν με "στατίστικς" ποιανής η κότα είναι "πιο αποδοτικιά" και κάνει τα καλύτερα αυγά για "σκραμπλ εγκς".



Από την άλλη, δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις. Η συνήθεια του brunch υπήρχε από παλιά στα μέρη μας, μόνο που τότε την έλεγαν δεκατιανό ή κολατσιό και ήταν το μικρογεύμα που έτρωγαν, ας πούμε, οι αγρότες στο χωράφι όταν έκαναν το διάλειμμά τους από τις αγροτικές τους εργασίες και όχι όταν ξυπνούσαν αργάμιση μετά το κλάμπινγκ του Σαββατόβραδου για να συναντήσουν τις φιλενάδες τους και να μιλήσουν για Manolo Blahniks,
Jimmy Choos και τεχνικές για επιτυχημένες blow jobs πίνοντας mimosas. (Carry, συγχώρεσέ με. Είσαι θρησκεία, αλλά η αλήθεια να λέγεται.)
Με λίγα λόγια, το μπραντς τότε ήταν κάπως έτσι:


Και σίγουρα δεν είχε ουδεμία σχέση με τούτο εδώ:




('Ντάξει, απλά πεθαίνω:
Samantha: Τhis guy is very sour. Like asparagus gone bad or something.
Carry: Can I cancel my rice pudding?)

Και τώρα, ας περάσουμε στο ψητό. Έχω μεγάλη αδυναμία τόσο στα αυγά scrambled όσο και στα benedict και πάντα δυσκολεύομαι τρομερά να αποφασίσω ποια από τις δύο επιλογές θα θυσιάσω. Αυτή τη φορά με κέρδισαν τα benedict, τα οποία το Hip Café τα προσφέρει σε διάφορες παραλλαγές.
To κλασικό benedict αποτελείται από δύο αυγά ποσέ σερβιρισμένα επάνω στα δύο μισά ενός English muffin, που επάνω τους τοποθετούνται δύο κομμάτια ζαμπόν ή μπέικον, περιχυμένα με σος ολαντέζ. Εγώ παρήγγειλα ό,τι πλησιέστερο διέθετε το μενού στην κλασική βερσιόν (7.50 ευρώ), τουτέστιν ποσέ αυγά με prosciutto cotto (ζαμπόν είναι κι αυτό επί της ουσίας, απλώς ακούγεται πιο fancy), μια σ
ος παραλλαγή της ολαντέζ με λάιμ αντί για λεμόνι και ένα ψωμάκι που, όμως, δυστυχώς, δεν ήταν english muffin (και ήταν και λίγο αρπαγμένο). Αυτό ομολογώ πως απογοήτευσε και εμένα και τον Μ., ο οποίος παρήγγειλε τα benedict με γαρίδες και αβοκάντο (7.80) και είχε επιπλέον να παρατηρήσει ότι η γαρίδα δεν ήταν σωστά καθαρισμένη. Εν ολίγοις, αρκετά καλή προσπάθεια, αλλά δεν ενθουσιαστήκαμε.
Meanwhile, ο χυμός 4 φρούτων (5.20 ευρώ) που παρήγγειλα ήταν δροσιστικότατος και ο συνδυασμός ανανάς/πορτοκάλι/φράουλα/κόκκινο γκρέιπφρουτ πάρα πολύ πετυχημένος. Εγώ βέβαια είμαι περισσότερο φαν των πιο πηχτών χυμών που έχουν και λίγο pulp μέσα και δεν είναι τόσο σουρωμένοι, αλλά αυτό είναι καθαρά θέμα γούστου.
Οι pancakes που ακολούθησαν ως επιδόρπιο, πάντως ήταν πάρα πολ
ύ καλά και σίγουρα θα τις ξαναπροτιμήσω. Ωραίο μέγεθος, σωστό ψήσιμο, επαρκώς αφράτες και όμορφο topping με μπανάνα, φράουλα, blueberries και σιρόπι σφένδαμου. Ε, το maple syrup μπορούσε να πέσει και λίγο πιο απλόχερα από πάνω βέβαια, εδώ που τα λέμε.
Το προσωπικό του
Hip Café ήταν ευγενέστατο και θέλω να επισημάνω πως, δεδομένου ότι κάναμε κάποιες παρατηρήσεις για το φαγητό μας, στο τέλος μας κέρασαν ένα cheesecake με μέλι και βάση από μπισκότο digestive που ήταν ό-νει-ρο.
Στο μεταξύ, δεν είπαμε και για τον χώρο, ο οποίος είναι σίγουρα το μεγάλο ατού του
Hip Café. Ευχάριστος και φωτεινός -ό,τι πρέπει για πρωί- με ανοιχτή κουζίνα και πολλά επίπεδα, με ζωηρά χρώματα και στιλάτα έπιπλα -οι κίτρινες και γαλάζιες πολυθρόνες των Εames από τη vitra πάντοτε μετράνε. Στο μενού, εκτός από τις κλασικές επιλογές για brunch, θα βρείτε και διάφορα σάντουιτς, γλυκά και σαλάτες, όλα σε λογικές τιμές, που αν ήταν και ένα κλικ πιο κάτω θα μπορούσαν να εντάξουν το Hip Café άνετα στο καθημερινό σας πρόγραμμα, δεδομένου ότι βρίσκεται και σε τρομερά βολικό σημείο, δύο βήματα από το μετρό και με τα μαγαζιά της Ερμού στα πόδια σας.

Κουζίνα: Brunch, all-day cafe.
Τιμές: 10-18 ευρώ το
άτομο.
Διεύθυνση: Μητροπόλεως 26 & Πετράκη 3, Σύνταγμα,

Tηλ: 213 01 54 698.


Υ.Γ.1 Η φωτογραφία του καταστήματος είναι από το site του Γαστρονόμου.

Y.Γ. 2
Noμίζω ήρθε η ώρα για λίγα trivia για τα English muffins. Tα ψωμάκια αυτά (που καμία σχέση δεν έχουν στη γεύση και την εμφάνιση με τα σύγχρονα αμερικανικά muffins, φυσικά) λέγεται ότι πρωτοεμφανίστηκαν στην Ουαλία τον 10ο αιώνα και είχαν μεγάλη πέραση στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, καθώς παρασκευάζονταν με απλά και φθηνά υλικά. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, όμως, όταν το τσάι είχε αρχίσει πια να αποτελεί ένα γεύμα από μόνο του, άρχισαν να κάνουν την είσοδό τους και στα σαλόνια, και πήραν πια τη θέση τους ανάμεσα σε άλλα, πιο fancy γλυκά και ζαχαρωτά, σερβιρισμένα συνήθως με βούτυρο και μαρμελάδες. Τον 19ο αιώνα πια ήταν τόσο δημοφιλή, που στους δρόμους των πόλεων κυκλοφορούσαν οι λεγόμενοι "muffin men", πωλητές των muffins, οι οποίοι κουβαλούσαν κάτι τεράστιους δίσκους με muffins επάνω στο κεφάλι τους και βαρούσαν κάτι κουδούνια για να διαλαλήσουν την πραμάτεια τους και να προμηθεύσουν με ζεστά ψωμάκια τους περαστικούς - κάτι σαν τους δικούς μας, εγχώριους κουλουρτζήδες ένα πράγμα.
Tόσο χαρακτηριστική φιγούρα ήταν ο muffin man τον 19ο αιώνα στην Αγγλία, που τον αναφέρει μέχρι και η Jane Austen στο μυθιστόρημά της με τίτλο Persuasion ("Πειθώ" στα Ελληνικά και παρεμπιπτόντως το αγαπημένο μου της συγγραφέως, μετά -φυσικά- την "Υπερηφάνεια και Προκατάληψη"/ξεφεύγω, να με συγχωράτε, had to be said.):

"When Lady Russell, not long afterwards, was entering Bath on a wet afternoon, and drivng through the long course of streets from the Old Bridge to Camden Place, amidst the dash of other carriages, the heavy rumble of carts and drays, the bawling of newspapermen, muffin-men and milkmen, and the ceaseless clink of pattens [horse-shoes] she made no complaint."

"Όταν, ύστερα από λίγο καιρό, ένα υγρό απομεσήμερο, η Λαίδη Ράσελ έμπαινε με την άμαξα στο Μπαθ και διέτρεχε τους απανωτούς δρόμους από την παλιά γέφυρα ως την Πλατεία Κάμντεν μες στον κρότο από τις άλλες άμαξες, τον αχό από τα κάρα και τα καροτσάκια, την κλαγγή από τα τακούνια και τις φωνές των εφημεριδοπωλών, των ζαχαροπωλών και των γαλατάδων, διόλου δεν παραπονέθηκε. Όχι, όλοι αυτοί οι θόρυβοι ανήκαν στις τέρψεις του χειμώνα. Στο άκουσμά τους άνοιγε η καρδιά της και, όπως η Κα Μάσγκρωβ, ένιωθε κι αυτή, χωρίς να το ομολογεί, ότι ύστερα από μια μακρά περίοδο στην εξοχή, τίποτα δεν θα την ωφελούσε περισσότερο από λίγη ήρεμη ευθυμία."

[Btw, πανέμορφο απόσπασμα και όμορφα μεταφρασμένο από τον Δημήτρη Κίκιζα. Το πώς βέβαια ο "muffin man" κατέληξε να γίνει "ζαχαροπώλης" είναι ένα άλλο θέμα, αλλά κάτι τέτοιες λεπτομέρειες ανήκουν στην κατηγορία "χαμένες στη μετάφραση" και εξάλλου πώς αλλιώς θα απέδιδε κανείς τον muffin man στη γλώσσα μας; Μαφινοπώλη; Χάλια. Εξού και παρέθεσα και το σχετικό απόσπασμα στα Αγγλικά. (Το βιβλίο κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Σμίλη.)]

Τα trivia για τα muffins και τον Muffin Man δεν τελειώνουν εδώ, όμως.
Κυκλοφορεί και μια ιστορία -μπορούμε να το πούμε και urban legend- για έναν εγκληματία με το παρατσούκλι Muffin Man o οποίος ήταν ένας παιδεραστής που έδρασε τον 16o αιώνα στην Αγγλία.
O Muffin Man, που ήταν φούρναρης, υφίστατο, λέει, όταν ήταν μικρός συστηματικά κακοποίηση από τον πατέρα του, ο οποίος τον "αντάμοιβε" με muffins. Έτσι, μεγαλώνοντας, (δεδομένου ότι το muffin όπως και το μήλο, κάτω από τη μηλιά θα πέσει) κατέληξε να παρασύρει παιδάκια φιλεύοντάς τα με muffins για να τα μπάσει στο σπίτι του και να τα βιάσει. Έτσι, στην Αγγλία από ένα σημείο κι έπειτα άρχισε να κυκλοφορεί ένα δημοφιλές παιδικό τραγουδάκι, το οποίο έλεγαν οι γονείς στα παιδιά τους για να τα προειδοποιήσουν για τον κακό Muffin Man -μπαμπούλας ένα κάτι.



Το πώς κατέληξε από ένα τόσο creepy θέμα να προκύψει ένα τόσο χαρωπό τραγουδάκι που σήμερα πια το τραγουδάνε τα παιδάκια στο νηπιαγωγείο είναι πραγματικά άξιον απορίας. Επίσης διασκεδαστικό βρίσκω. Anyway, οι στίχοι έχουν ως εξής:

Do you know the Muffin Man,
The Muffin Man, the Muffin Man?
Do you know the Muffin Man,
Who lives on Drury Lane?

Η Drury Lane, στο σημερινό Covent Garden του Λονδίνου, ήταν τότε πολύ κακόφημο σοκάκι, γεμάτο μπορντέλα και διάφορες άλλες ύποπτες επιχειρήσεις. Πολύ ενδιαφέρουσα, δε, βρίσκω και τη φήμη ότι το κλασικό παραμύθι των αδερφών Γκριμ "Χάνσελ και Γκρέτελ" γράφτηκε με βάση την υπόθεση του βιαστή Muffin Man, αλλά οι κοινωνιολογικές και σημειολογικές προεκτάσεις του Χάνσελ και της Γκρέτελ μάλλον αξίζουν ένα post από μόνες τους.
Θα κλείσω, όμως, με το "Muffin Man" του Frank Zappa, το οποίο ειλικρινά δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχει με όλα αυτά, αλλά αν δεν κολλάει κι εδώ, ε τότε δεν ξέρω πού.



Girl you thought he was a man,
But he was a muffin,
He hung around till you found,
That he didn’t know nuthin’.

Γιαούρτια στον Νταλάρα, μπίρες στη Μέρκελ.

Όλοι μάθαμε για τα γιαούρτια που εκτόξευσε το κοινό στον Νταλάρα στις πρόσφατες συναυλίες του ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Εκτός από γιαούρτια βέβαια, του πέταξαν και καφέδες και ντομάτες. Aααα, όλα κι όλα, αν μη τι άλλο είναι τα εθνικά μας προϊόντα. (Τις καρέκλες, βέβαια, τις βρήκα κάπως too much και εκτός κλίματος. Εκτός αν ήταν πλάγια αναφορά στον καρεκλοκενταυρισμό.)
Δείτε μετά το 1:40'' για το πρώτο μπουγέλωμα.




Το καλύτερο σχόλιο που άκουσα σχετικά με το συμβάν είναι ότι ο Νταλάρας πλέον δεν θα τραγουδάει τη "Μισιρλού", αλλά τη "Γιαουρτλού".
Σκεφτείτε το λίγο, σας παρακαλώ. Σιγοτραγουδίστε το κιόλας, αν θέλετε. Ο τελευταίος στίχος του ρεφρέν ειδικά ταιριάζει κουτί στο νέο, γιαουρτωμένο προφίλ του λαϊκού αοιδού.

Γιαουρτλού μου, η γλυκιά σου η ματιά
φλόγα μου 'χει ανάψει μες στην καρδιά,
αχ γιαχαμπίμπι, αχ γιαλελέλι, αχ
τα δυο σου χείλη στάζουνε μέλι, οϊμέ.


Αλλά όπως κι εμείς πετάμε τα εθνικά μας προϊόντα στα πρόσωπα στα οποία θέλουμε να εκφράσουμε την αποδοκιμασία μας, φαίνεται πως κι άλλοι λαοί κάνουν ακριβώς το ίδιο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για την πολυαγαπημένη μας Μέρκελ και μπορεί να έγινε καταλάθος, ωστόσο δεν παύει να είναι εξίσου απολαυστικό. Το περιστατικό αυτό δεν πολυακούστηκε, οπότε ίσως και να μην το έχει πάρει ακόμα το μάτι σας.
Πριν λίγες ημέρες, την ώρα που η καγκελάριος της Γερμανίας βρισκόταν σε δείπνο, ένας σερβιτόρος την πλησίασε προκειμένου να ακουμπήσει επάνω στο τραπέζι της ποτήρια γεμάτα με μπίρα. Την ώρα πουβρισκόταν όμως επάνω από την ατυχή καγκελάριο, ο δίσκος αναποδογύρισε και η Μέρκελ λούστηκε στις μπίρες.
Enjoy! (Too mean?)



Υ.Γ. Μη μου πείτε, όμως, ότι η ψυχραιμία της δεν είναι εντυπωσιακή;


Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Τα Χελωνονιντζάκια και οι πίτσες του Μικελάντζελο

Πριν λίγες μέρες, ο φίλτατος Α. μου έστειλε ένα βίντεο, το οποίο σκέφτηκα ότι επρεπε ο-πωσ-δή-πο-τε να μοιραστώ μαζί σας.
Πρόκειται για μια παρέα φίλων (στην Αμερική, unsurprisingly), που αποφάσισε να διεξάγει ένα πείραμα: να αναπαραγάγει όλους τους παλαβούς συνδυασμούς υλικών που σκαρφιζόταν ο Μικελάντζελο από τα Χελωνονιντζάκια στις πίτσες που παρήγγελνε κατά καιρούς.
Εάν ήσασταν κι εσείς παιδιά των early 90s όπως κι εγώ, είναι αδύνατο να μην παρακολουθούσατε φανατικά αυτή την τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων και είμαι σίγουρη ότι πολλοί από εσάς (ελάτε τώρα, μεταξύ μας είμαστε, I know it's embarrasing, αλλά παραδεχτείτε το) κάνατε και συλλογή με τα αυτοκόλλητα με τα Χελωνονιντζάκια και τα ανταλάσσατε με τους συμμαθητές σας στα διαλείμματα στο σχολείο.
Αχ, μη μου πείτε ότι δεν θυμάστε κι εσείς με νοσταλγία τον Μικελάντζελο, τον Λεονάρντο, τον Ντονατέλο και τον Ραφαέλ (θυμάμαι δε πόσο ετεροχρονισμένα επήλθε η συνειδητοποιήση ότι τα ονόματά τους ήταν εμπνευσμένα από τους τέσσερις διάσημους καλλιτέχνες της Αναγέννησης και πόση περηφάνια είχα αισθανθεί για αυτήν ακριβώς την αναλαμπή), που τριγύριζαν στους υπονόμους της Νέας Υόρκης κάνοντας σκέιτ και πολεμώντας αδίστακτους εγκληματίες, ενώ ανέβαιναν στην επιφάνεια της Γης μόνο για να παραγγείλουν πίτσες (το αγαπημένο τους σνακ) απο κάποιον τηλεφωνικό θάλαμο;
Φυσικά τότε, στην πρώτη ή δευτέρα δημοτικού δηλαδή, δεν είχα γκουρμέ ανησυχίες και δεν είχα μπει στη διαδικασία να προβληματιστώ για τα υλικά που επέλεγαν να βάλουν στις προαναφερόμενες πίτσες οι αγαπημένοι μου μεταλλαγμένοι ήρωες. (Εδώ που τα λέμε, ούτε και για το ποιος μπορεί να είχε την παρανοϊκή ιδέα να κάτσει να φτιάξει ένα κόμικ με χελώνες νίντζα, είχα προβληματιστεί στην τελική. Τζίζας, και μόνο που το λέω φωναχτά αυτή τη στιγμή ακούγεται τρομερά ηλίθιο. Χελώνες. Νίντζα. Χελώνες, for god's sake. Μεταλλαγμένες χελώνες.) Ωστόσο, οι γαστρονομικές επιλογές του Μικελάντζελο είναι πραγματικά παρανοϊκές. Δείτε μερικές από αυτές και προσπαθείστε να τις φανταστείτε, αξίζει τον κόπο.

1) Τόννος, φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα.
2) Φυστικοβούτυρο και γυαλιστερές.
3) Φυστικοβούτυρο και αβοκάντο με έξτρα πίκλες.
4) Μάρσμαλοους και πεπερόνι.
5) Μάρσμαλοους και σπαράγγια.
6) Γκουακαμόλε και μάρσμαλοους
7) Μπάτερσκοτς με κρεμμύδια και αντζούγιες.
8) Σοκολατένια τρούφα και σως από γυαλιστερές.
9) Κούκις με τσιπ σοκολάτας.
10) Σοκολατένιο φατζ με έξτρα σκόρδο.
11) Σοκολατένιο φατζ, σαρδέλες, πιπεριές τσίλι και μπόλικη σαντιγί.
12) Σοκολατένιο φατζ και αντζούγιες.
13) Σοκολατένιο φατζ και πεπερόνι.
14) Λουκάνικο και τζέλι μπινς.
15) Πίκλες και τριμμένη καρύδα.
16) Φράουλες και σος αντζούγιας.
17) Πίτσα με ποπκόρν.
18) Αντζούγιες και μπανάνες.
19) Πίτσα με γκούλας.
20) Γκρανόλα και γλυκόριζα.

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά το πιο αηδιαστικό από όλα νομίζω πως θα ήταν με διαφορά το σοκολατένιο φατζ σε συνδυασμό με σαρδέλες, τσίλι ΚΑΙ σαντιγί. Anyhoo, δείτε εδώ το βίντεο με την παρέα που αποφάσισε να φτιάξει ΚΑΙ ΝΑ ΦΑΕΙ τις πίτσες και κρίνετε μόνοι σας.



Υ.Γ.1 Με πεθαίνει στο 00:28'' το σημείο όπου ο Μικελάντζελο λέει: "Face it, budd! Peanut butter and clams is an acquired taste!"

Υ.Γ.2 Kowabunga duuuuuuudes!!! (Έπρεπε να το πω).

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

How I Met Your Mother: Ο Μάρσαλ και το γκούντα

To How I Met Your Mother είναι νομίζω η καλύτερη κωμική σειρά που παίζεται στην τηλεόραση και αυτή τη στιγμή είναι και στο peak του. Άσε που έχει και άφθονες αναφορές σε φαγητό - μία οι γκουρμέ ανησυχίες της Λίλι, μία τα τζανκ γουρουνιάσματα του Τεντ και του Μάρσαλ, κάτι το 'να κάτι τ' άλλο, μου έχει προσφέρει άφθονο υλικό για να μοιραστώ μαζί σας! Μην ξεχνάμε άλλωστε και το επεισόδιο με το καλύτερο μπέργκερ όλων των εποχών...
Χθες ξαναείδα το 4ο επεισόδιο της 5ης σεζόν, με τίτλο "Best Night Ever", στο οποίο ο Μάρσαλ και η Λίλι κάνουν απεγνωσμένες προσπάθειες να βρουν ένα φιλικό ζευγάρι για double dating, και νομίζω πως όποιος έχει υπάρξει το εν ήμισυ ενός ζεύγους σε μακροχρόνια σχέση είναι αδύνατο να μην τους συμπονέσει. Το πιο διασκεδαστικό πράγμα στο επεισόδιο είναι σίγουρα με διαφορά ο Μάρσαλ με τη θλιβερή πιατέλα του με το γκούντα.

Μπάρνι: Και μας έχωναν συνέχεια πιατέλες με φαγητό μες τα μούτρα!
Τεντ: Άσε με να μαντέψω: Κι ο Μάρσαλ είχε εκστασιαστεί με το τυρί;
Ρόμπιν: Ναι! Πού το ήξερες;
Τεντ: Αχ, ο καημένος ο Μάρσαλ. Η Λίλι είναι γκουρμέ μαγείρισσα και το μόνο που τον αφήνει πάντα να κάνει είναι να διαλέγει ένα θλιβερό κομμάτι τυρί.
Λίλι: (Παρουσιάζοντας υπερήφανα τις δημιουργίες της) Εδώ είναι πεπόνι τυλιγμένο σε φέτες από προσούτο.
Μάρσαλ: Παιδιά, δοκιμάστε το γκούντα.
Λίλι: Εδώ έχω χτένια σοτέ με τσάτνεϊ μάγκο.
Μάρσαλ: Σοβαρά, μην παραλείψετε το γκούντα.
Λίλι: Κι εδώ εχω ραβιόλι με αστακό και λάδι μαύρης τρούφας.
Μάρσαλ: Αν δεν το φάτε, το γκούντα θα πετάξει!
Μπάρνι: Δεν ξέραμε ότι θα έχει φαγητό. Χλαπακώσαμε κάτι τάκος έξω από το μετρό.
Ρόμπιν: Που παρεμπιπτόντως, μου έχουν κάτσει στο στομάχι.


Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Φυστικοβούτυρο: το τελευταίο γεύμα ενός θανατοποινίτη

Ακόμη ένα πολύ πετυχημένο στριπ από το πιο καυστικό και κυνικό κόμικ όλων των εποχών, το Cyanide & Happiness. Enjoy!

Cyanide and  Happiness, a daily webcomic
Cyanide & Happiness @ Explosm.net


Cyanide & Happiness @ Explosm.net

Y.Γ. Το Cyanide & Happiness δημοσιεύεται καθημερινά στο explosm.net.

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

No strings attached: Ανθοδέσμη από καρότα

Xθες είδα μια ταινιούλα με τίτλο "No Strings Attached" (2011), στην οποία συμπρωταγωνιστούν ο Άστον Κούτσερ και η Νάταλι Πόρτμαν. Δεν είναι κάτι συγκλονιστικό, πρόκειται απλώς για μια ευχάριστη ρομαντική κωμωδία, απ' αυτές που κάνουν εμάς τις γυναίκες να τρέφουμε υπερβολικά υψηλές και σαφέστατα μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τον έρωτα και το αντίθετο φύλο και που ως εκ τούτου -όπως εύστοχα το έθεσε προ ημερών η φίλη μου η Ι.- στο εξής θα πρέπει να τοποθετούνται στα βιντεοκλάμπ στο ράφι της επιστημονικής φαντασίας.
Ξεχώρισα, όμως, δύο πολύ χαριτωμένες σκηνές, τις οποία θέλησα να μοιραστώ μαζί σας. Η υπόθεση έχει ως εξής: η Νάταλι Πόρτμαν είναι μια πολυάσχολη γιατρός αποφασισμένη πάση θυσία να μην ερωτευτεί, ώσπου μια μέρα αρχίζει να κάνει σεξ με τον Άστον Κούτσερ -έναν ανερχόμενο τηλεοπτικό σεναριογράφο- ξεκαθαρίζοντάς του ωστόσο από την αρχή ότι δεν θέλει να κάνουν σχέση. Ο Κούτσερ, λοιπόν, προσπαθεί να την κάνει να παραδεχτεί ότι τον έχει ερωτευτεί κι εκείνη όπως κι αυτός και να την πείσει να γίνουν κανονικό ζευγάρι.
Κάποια στιγμή, λοιπόν, έπειτα από αρκετές αποτυχημένες απόπειρες, την πείθει να βγει ραντεβού μαζί του. Εκείνη του έχει απαγορεύσει να της αγοράσει λουλούδια. Εκείνος εμφανίζεται στο ραντεβού με ένα μπουκέτο καρότα.



Εντάξει, το ομολογώ. Έχω αδυναμία στον Άστον Κούτσερ. Κι ας απάτησε την Ντέμι Μουρ, κι ας είναι λίγο βλαχάκι, κι ας πέρασε το μοναδικό του βράδυ στην Αθήνα στα μπουζούκια πετώντας γαρδένιες στο Πάνο Κιάμο (βλ. φωτό: έλεος, Άστον, δεν είναι τουρτοπόλεμος, αγάπη μου). Πολύ απλά γιατί νομίζω ότι πολύ λίγοι θα μπορούσαν να εμφανιστούν με ένα μάτσο καρότα σε ραντεβού και να σου το "πουλήσουν" τόσο χαριτωμένα που να σε κάνουν να κολακευτείς για τη ρομαντική τους χειρονομία. Εξάλλου, είναι αδύνατο να μην εκτιμήσεις και την πρωτοτυπία του όλου εγχειρήματος. (Εντάξει, παιδιά, το ξέρω ότι δεν το σκέφτηκε μόνος του ο Άστον, αλλά εγώ έτσι θέλω να το έχω στο μυαλό μου, οκέι;) Όχι ότι έχω τίποτα με τα παραδοσιακά τριαντάφυλλα και φυσικά ποτέ μου δεν τα σνόμπαρα όταν μου τα πρόσφερε κάποιος, αλλά I'm just saying (και σε συνέχεια της χθεσινής μου ανάρτησης, αν θέλετε) λίγη πρωτοτυπία δεν βλάπτει. Άσε που αν κάποιος μου έφερνε καρότα αντί για λουλούδια, μετά θα του έφτιαχνα μια καροτόσουπα ή ένα carrot cake -ανάλογα τα γούστα του- και θα ανταπέδιδα την ευγενική χειρονομία 100%...
Η δεύτερη σκηνή που με έκανε να αγαπήσω τον Άστον λίιιιγο ακόμα παραπάνω είναι αυτή εδώ:



Στο ραντεβού, ο Άστον αγοράζει ένα μιλκσέικ για να το μοιραστούν με τη Νάταλι με διπλό καλαμάκι (πόσο μα πόσο υπέροχα ρετρό, μπάι δε γουέι!) και καταλήγουν να "τσακώνονται" για το ποιος θα ρουφήξει περισσότερο.

Άνταμ: Ευχαριστώ.
Έμμα: Τι, εγώ δεν έχω δικό μου μιλκσέικ;
Άνταμ: Όχι. Ένα μιλκσέικ, δύο καλαμάκια. Αυτό είναι που το κάνει πιο ιδιαίτερο.
Έμμα: Μα πεινάω πάρα πολύ.
Άνταμ: Θα πάμε για φαγητό πιο μετά. Δεν διάβασες το πρόγραμμα;
Έμμα: Να πάρεις κι άλλο μιλκσέικ. Έχεις μεγάλο στόμα.
Άνταμ: Κι εσύ μεγάλο στόμα έχεις.
(Η Έμμα αρχίζει να ρουφάει. Ο Άνταμ βιάζεται να πιει κι αυτός γρήγορα. Η Έμμα βουτάει κι ένα δεύτερο καλαμάκι μέσα στο ποτήρι.)
Άνταμ: Μμμ! Έι! Μην κλέβεις! (Παίρνει 10 καλαμάκια, τα χώνει μέσα στο ποτήρι και πίνει αχόρταγα. Η Έμμα βάζει τα γέλια.
Άνταμ: Συγγνώμη.
(Παύση. Την κοιτάζει.)
Άνταμ: Μ' αρέσεις πολύ.
Έμμα: Κι εσύ μ' αρέσεις πολύ.
Άνταμ: (Κοιτώντας τη στα μάτια) Βασικά... Νομίζω ότι... Αρχίζω να σε ερωτε-
(Αμήχανη η Έμμα κατεβάζει το βλέμμα και κοιτώντας το ποτήρι, πέφτει με τα μούτρα στο μιλκσέικ.)
Έμμα: Μμμμ!
Άνταμ: (Απογοητευμένος) Πιες το εσύ το υπόλοιπο.

Υ.Γ. Η φωτό του Άστον από τον Κιάμο είναι από το gossip-tv.gr.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Stranger than fiction: γιατί ένα μπισκότο μπορεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο

Xθες κάθισα και ξαναείδα μία από τις αγαπημένες μου ταινίες, το Stranger than Fiction ("Πιο παράξενο κι από παράξενο" έχει αποδοθεί στα Ελληνικά ο τίτλος) και χάρηκα πολύ, γιατί αν και είχα χρόνια να τη δω, διαπίστωσα ότι συνεχίζω να τη βρίσκω εξίσου πρωτότυπη, φρέσκια, ενδιαφέρουσα και συγκινητική όσο και την πρώτη φορά που την είδα στο σινεμά.
Συν τοις άλλοις, βρίσκω τον χαρακτήρα της Μάγκι Τζίλενχαλ αξιολάτρευτο κι έτσι αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας μία από τις πιο όμορφες και τρυφερές σκηνές της ταινίας, όπου η ατίθαση και μποέμ Άννα Πασκάλ εξηγεί στον δύσκαμπτο και καθώς πρέπει φοροτεχνικό Χάρολντ Κρικ που της κάνει έλεγχο γιατί αποφάσισε να παρατήσει τη Νομική και να γίνει ζαχαροπλάστισσα:

Χάρολντ Κρικ: Καληνύχτα.
Άννα: Θέλετε ένα μπισκότο;
Χάρολντ: Α, όχι.
Άννα: Ελάτε τώρα. Είναι ζεστά και αφράτα και φρέσκα από τον φούρνο.
Χάρολντ: Όχι, δεν μου αρέσουν τα μπισκότα.
Άννα: Σε όλους αρέσουν τα μπισκότα.
Χάρολντ: Ναι, το ξέρω.
Άννα: Όταν περνούσατε μια φρικτή, απαίσια μέρα, δεν σας έφτιαχνε ποτέ η μαμά σας μπισκότα και γάλα;
Χάρολντ: Όχι, η μαμά μου δεν έφτιαχνε γλυκά. Τα μόνα μπισκότα που έχω φάει ποτέ μου ήταν αγοραστά.
Άννα: Χμμμ. Καλά. Καθίστε κάτω.
Χάρολντ: Όχι, είμαι...
Άννα: Όχι. Καθίστε κάτω. (Ακουμπάει μπροστά του ένα ποτήρι γάλα και ένα πιάτο με ένα μπισκότο). Και τώρα, φάτε ένα μπισκότο.
Χάρολντ: Πραγματικά δεν μπορώ.
Άννα: Κύριε Κρικ. Ήταν μια πραγματικά φρικτή μέρα. Το ξέρω, γιατί εγώ το φρόντισα. Οπότε πάρτε το μπισκότο, βουτήξτε το στο γάλα και φάτε το.
(Ο Χάρολντ κάνει ό,τι του λέει. Δοκιμάζει το μπισκότο και αφήνει έναν αναστεναγμό απόλαυσης.)
Χάρολντ: Ουάου. Είναι ένα πάρα πολύ καλό μπισκότο. Πότε αποφασίσατε να γίνετε ζαχαροπλάστισσα;
Άννα: Στο κολλέγιο.
Χάρολντ: Πήγατε σε σχολή μαγειρικής;
Άννα: Στη Νομική του Χάρβαρντ πήγα, βασικά.
Χάρολντ: Α, συγγνώμη, υπέθεσα ότι...
Άννα: Όχι, δεν πειράζει. Δεν την τελείωσα.
Χάρολντ: Συνέβη κάτι;
Άννα: Μετά βίας με δέχτηκαν. Πραγματικά μετά βίας. Ο μόνος λόγος που με άφησαν να μπω ήταν η εργασία μου για το πώς θα έκανα τον κόσμο καλύτερο με το δίπλωμά μου. Και που λέτε, έπρεπε να πηγαίνουμε σε κάτι συναντήσεις για μελέτη με τους συμφοιτητές μου και μερικές φορές κρατούσαν όλη νύχτα. Έτσι, έφτιαχνα γλυκά, για να μην πεινάσει κανείς όσο διαβάζαμε. Μερικές φορές, έψηνα όλο το απόγευμα στην κουζίνα του κοιτώνα και έφερνα γλυκά στις ομάδες μελέτης. Άρεσαν πολύ σε όλους. Φάτε. Έφτιαχνα μπισκότα με βρώμη, μπάρες με φυστικοβούτυρο, φυστικία macadamia με επικάλυψη μαύρης σοκολάτας... Και όλοι τα έτρωγαν κι ήταν χαρούμενοι και μελετούσαν πιο σκληρά και τα πήγαιναν καλύτερα στις εξετάσεις και σιγά-σιγά άρχισε να έρχεται όλο και περισσότερος κόσμος στις ομάδες μελέτης κι εγώ έφερνα περισσότερα σνακ και αναζητούσα καλύτερες συνταγές και σύντομα πέρασα στο τυρί ρικότα και τα κρουασάν βερίκοκο και τις μπάρες μόκα με γλάσο αμυγδάλου και τα σιφόν κέικ λεμονιού με γλάσο ροδάκινο... Και στο τέλος του εξαμήνου είχα 27 συμφοιτητές που μελετούσαμε μαζί, οκτώ τετράδια γεμάτα συνταγές και μέσο όρο D. Κι έτσι, τα παράτησα. Σκέφτηκα ότι αν ήταν να κάνω τον κόσμο καλύτερο, θα το έκανα με τα μπισκότα μου. (Παύση.) Σας αρέσουν;
Χάρολντ: Μου αρέσουν.
Άννα: Χαίρομαι.
Χάρολντ: Σας ευχαριστώ που με πιέσατε να τα φάω.
Άννα: Παρακαλώ.



Αλλά επειδή πραγματικά λατρεύω αυτή την ταινία, μου είναι δύσκολο να κρατηθώ και να μην αναφέρω μια ακόμα λεπτομέρεια που βρήκα πολύ χαριτωμένη και ιδιαίτερη: Όταν ο Χάρολντ πάει να βρει την Άννα για να της εξομολογηθεί τον έρωτά του, αντί να της το πει με λουλούδια (flowers), μιας και είναι ζαχαροπλάστισσα, αποφασίζει να της χαρίσει αλεύρια (flours). Ειλικρινά, αν το κάνει αυτό ποτέ άντρας για μένα, τον παντρεύομαι επιτόπου.



Από πού προέρχεται το φυστικοβούτυρο

Μια εικόνα που θα σας κάνει να δείτε το φυστικοβούτυρο με άλλο μάτι :Ρ

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Sushi για zombies

Μερικές φορές νομίζω ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος εκεί έξω που διαβάζει το μυαλό μου, γιατί βλέπω προϊόντα που νομίζω ότι έχουν δημιουργηθεί απλώς και μόνο για τη δική μου ευχαρίστηση. Όπως αυτό εδώ.

Το οποίο συνδυάζει όχι δύο, αλλά τρεις μεγάλες μου αγάπες: τις gummy καραμέλες, το sushi ΚΑΙ τα ζόμπι! What more could I ask for?

Y.Γ.1 Μπορείτε να το αγοράσετε από εδώ.
Υ.Γ.2 Με τρελαίνει που έχει και chopsticks.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

ΑΜΑΝ - Ο χειρότερος σερβιτόρος ever

Την επόμενη φορά που θα πάτε σε ένα εστιατόριο και θα νιώσετε την ανάγκη να γκρινιάξετε ότι δεν έχει καλό σέρβις, σκεφθείτε ότι υπάρχουν πάντα και χειρότερα:

Σερβιτόρος: Λοιπόν, ορίστε, κύριε. Λυσσάξατε! Τι θέλετε;
Τσουτσέκης: Ε τι τι θέλουμε; Να παραγγείλουμε θέλουμε!
Σερβιτόρος: Να παραγγείλετε. Λοιπόν, ορίστε. Έχουμε: φιλέ μινιόν φουαγκρά, έχουμε φουαγκρά σκέτο αλα γκρεκ, μπλαμπλά στα κάρβουνα.
Και τώρα προσέξτε με, σπεσιαλιτέ. Αγγινάρες στα κάρβουνα, αγγινάρες στο πάτωμα, αγγινάρες στον τοίχο, αγγινάρες παντού γενικότερα. Έχουμε ογκρατέν πατάτες. Έχουμε πατάτες στα κάρβουνα.
Τσουτσέκης: Ε σταματήστε πια, κύριε. Σας παρακαλώ, μπερδεύτηκα! Λίγο πιο σιγά, ή τουλάχιστον, δεν υπάρχει ένας κατάλογος σ' αυτό το εστιατόριο, να παραγγείλουμε σαν άνθρωποι; Σας παρακαλώ πάρα πολύ. Έναν κατάλογο, παρακαλώ.
Σερβιτόρος: Ουφφφφ! Με σκάσατε, κύριε! Ορίστε! Κατάλογος! Παραγγείλτε!
Τσουτσέκης: Τι μας έφερε εδώ; Μήπως είναι τρελός; Μας έφερε τηλεφωνικό κατάλογο! Σας παρακαλώ, κύριε, για να τελειώνουμε. Φέρτε μας δύο φιλετάκια, ας πούμε. Δύο φιλετάκια με πατατούλες, ξέρετε, κάτι απλό, τίποτα το ιδιαίτερο. Απλά, συγγνώμη, αν έχετε την καλοσύνη, τα φιλετάκια να είναι κάπως μαλακά γιατί έχω κάποιο πρόβλημα με τα δόντια μου.
Σερβιτόρος: Αχ, ο κύριος Τσουτσέκης έχει πρόβλημα με τα δοντάκια! Έγινε, κύριε Τσουτσέκη! (κρυφογελάει)
Τσουτσέκης: Και πού 'στε...
Σερβιτόρος: Ποιον είπες πούστη, ρε;
Τσουτσέκης: Σας παρακαλώ, δεν εννοώ πούστη, πού 'στε, τρόπος του λέγειν, ελάτε να σας πω κάτι ακόμα δηλαδή.
Σερβιτόρος: Α. Τι θέλετε;
Τσουτσέκης: Ένα μπουκάλι κρασί, αν έχετε την καλοσύνη.
Σερβιτόρος: Εντάξει, κύριε. Άσπρο ή κόκκινο;
Τσουτσέκης: Ό,τι να 'ναι, κύριε.
Σερβιτόρος: Θα σου φέρω ένα μπορντό.



Και βέβαια, η αξεπέραστη στιγμή στο 5'39'':
Σερβιτόρος: Κάτσε κάτω μωρέ, που θες και να φύγεις! Πού θα πας δηλαδή;
Τσουτσέκης: Είστε με τα καλά σας, κύριε;
Σερβιτόρος: Βρε, άμα δεν φας όλο σου το φαγητό, δεν έχεις να πας πουθενά! Έρχεσαι μας παραγγέλνεις, μας αναστατώνεις, θα κάτσεις να φας μέχρι την τελευταία μπουκιά!

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Άγιος Βαλεντίνος - Λαίδη και Αλήτης

Μία από τις πιο ρομαντικές στιγμές στην ιστορία των κινουμένων σχεδίων, η κλασική σκηνή όπου η Λαίδη και ο Αλήτης μοιράζονται ένα πιάτο σπαγκέτι με κεφτέδες κάτω από το φεγγαρόφως, στο πίσω στενάκι ενός Ιταλικού ρεστοράν.



Στο 3'00'', η στιγμή όπου το μακαρόνι τελειώνει, τα μουσούδια πλησιάζουν και η Λαίδη γυρίζει ντροπαλά το κεφάλι από την άλλη μεριά είναι αδύνατο να μην σας κάνει να χαμογελάσετε.

Scrubs και Άγιος Βαλεντίνος

Για την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, μια όμορφη σκηνή από τη λατρεμένη μου κωμική τηλεοπτική σειρά Scrubs. Ποιος ξέρει; Ίσως σας δώσει και έμπνευση ώστε να κάνετε κι εσείς μια έκπληξη στον/την αγαπημένο/η σας ;-)

Turk: Γιατί με ειδοποίησες να έρθω στην ταράτσα;
Carla: Σκεφτόμουν ότι δουλεύεις πολύ σκληρά και ότι αν θέλω εκπλήξεις και ρομαντισμό, ίσως είναι σειρά μου να τα φέρω εγώ. Οπότε... Μας έφερα δύο σαλάτες.
Turk: (ξενερωμένος) Ωραία.
Carla: Ένα κουτί με 36 καυτερές φτερούγες.
Turk: Αυτά είναι!
Carla: Kαι σος blue cheese.
Turk: Την αγαπάω αυτή τη γυναίκαααα!



Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Εστιατόριο The Breeder Feeder στο Μεταξουργείο

Για όσους δεν το ξέρετε, εντός της γκαλερί The Breeder λειτουργεί από πέρυσι ένα μικρό και cozy εστιατόριο ονόματι The Breeder Feeder. Έχω ήδη ξαναμιλήσει γι' αυτό πέρυσι, όταν είχα δοκιμάσει ένα μενού των Food Queens, το οποίο με είχε αφήσει με θετικές εντυπώσεις. Φέτος, όμως, θα βρείτε εδώ τις μαγειρικές της ομάδας gastronomic collectiva, ιδρυτές της οποίας είναι Βάσκος Íñigo Ocharan και ο Ελληνοϊταλός Marko Rossi, δύο chefs που αφού σπούδασαν και δούλεψαν σε διάφορα εστιατόρια της Ευρώπης, επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, όπου και δραστηριοποιούνται τα τελευταία χρόνια. Κάθε εβδομάδα ο Marco και ο Íñigo (βλ. φωτό), που είναι πάντοτε πρόθυμοι να συζητήσουν με τους επισκέπτες τους και να μοιραστούν μαζί τους τα μυστικά της κουζίνας τους, ετοιμάζουν ένα μενού εμπνευσμένο και από την κουζίνα μιας διαφορετικής χώρας.


Πρόκειται για ένα πολύ ωραίο concept και μια μοναδική ευκαιρία να δοκιμάσουμε εθνικές κουζίνες για τις οποίες δεν υπάρχει εκπροσώπηση από άλλα εστιατόρια στην πόλη μας. Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, η χώρα που επέλεξαν ήταν η Κούβα και βέβαια, ένα τέτοιο γεύμα δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει δίχως ένα mojito, Hemingway style.
Αφού δροσιστήκαμε με το ολόσωστο mojito μας, ξεκινήσαμε με το πρώτο πιάτο του μενού που ήταν σούπα Munyeta από την περιοχή Cienfuegos με φασόλια και chorizo (btw το chorizo είναι η αδυναμία μου, ειδικά σε συνδυασμό με όσπρια), η οποία ήταν άψογα εκτελεσμένη και πικάντικη όσο μου αρέσει. Ακολούθησαν Pastelitos (πιτάκια, δηλαδή) με γέμιση Picadillo, ελιές, σταφίδες και σάλτσα criolla. Το picadillo, παρεμπιπτόντως, είναι ένα πιάτο που απαντάται σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής και φτιάχνεται κατά βάση με κιμά και σάλτσα ντομάτας, ενώ ανάλογα την προέλευσής του μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα υλικά. To επόμενο πιάτο ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη καθώς επρόκειτο για έναν απρόσμενο συνδυασμό γεύσεων: ψητή μπανάνα γεμιστή με τυρί και καυτερή σάλτσα aji με άφθονο σκόρδο. Στην αρχή ο συνδυασμός γλυκού/αλμυρού ίσως ξενίσει κάποιους, αλλά ως σύνολο τον βρήκα πολύ διασκεδαστικό για τον ουρανίσκο. Το κυρίως πιάτο ήταν πραγματικά γευστικότατο και ίσως και το καλύτερο το μενού, αν και έτσι ίσως αδικώ τα υπόλοιπα. Το λαυράκι μαζί με κάππαρη και σάλτσα πιπεριάς και ντομάτας, ήταν ωραία ψημένο -κρατούσε υγρασία όσο πρέπει- και ήταν πολύ όμορφα αρωματισμένο από τον κόλιανδρο, ενώ το ρύζι με μπόλικη καπνιστή πάπρικα το συνόδευε ταιριαστά. Απολαυστικότατο ήταν, τέλος και το επιδόρπιο, κρέμα με μπισκότο και αφρό κανέλλας: μια ανάλαφρη κρέμα που έκλεισε ιδανικά ένα πικάντικο μενού αφήνοντας μια απαλή επίγευση στον ουρανίσκο.
O Marco και ο
Íñigo σκοπεύουν να συνεχίσουν τον γαστρονομικό γύρο του κόσμου, αφού απ' ό,τι μου είπαν έχουν ανεξάντλητες ιδέες. Ξεκίνησαν με τις Σκανδιναβικές χώρες, τη Νέα Ορλεάνη και το Περού και τις επόμενες εβδομάδες θα ασχοληθούν με την Ουρουγουάη και τη χώρα των Βάσκων, που είναι και ο τόπος καταγωγής του Inigo.
Τα μενού της Gastronomic Collectiva μπορ
είτε να τα απολαμβάνετε κάθε Παρασκευή και Σάββατο κατόπιν κράτησης. Για το μενού της κάθε εβδομάδας, αλλά και τα τελευταία νέα της Gastronomic Collectiva μπορείτε να ενημερώνεστε μέσω του ιστολόγιου The Breeder Feeder, ενώ για την εικαστική δραστηριότητα της γκαλερί The Breeder μπορείτε να διαβάζετε εδώ. Αυτό το μήνα τρέχει η ενδιαφέρουσα έκθεση τoυ Αμερικανού video και performance artist Kalup Linzy.

Για την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, ο Marco και ο Íñigo ετοίμασαν και ένα μενού για ερωτευμένους, το οποίο μπορείτε να απολαύσετε σήμερα στο The Breeder Feeder κατόπιν κρατήσεως. To μενού έχει δημοσιευτεί και στην Athens Voice και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Παρακαλώ, δώστε σημασία στους ευφάνταστους τίτλους, hint hint, nudge nudge!


Παράλληλα, μπορείτε να διαβάσετε στην Athens Voice το άρθρο που έγραψα με αφορμή τη γιορτή των ερωτευμένων και ένα έργο του πολυαγαπημένου μου Αμερικανού φωτογράφου Ryan McGinley που επέλεξαν οι ιδιοκτήτες της γκαλερί The Breeder (διαβάστε το εδώ).

Κουζίνα: εθνικές κουζίνες

Τιμές: prix fixe 30 ευρώ. Εδώ θέλω να συγχαρώ και το The Breeder Feeder, γιατί είναι από τα λίγα εστιατόρια της πόλης που εφαρμόζουν την τακτική του BYOB (Bring Your Own Bottle): Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να φέρετε μαζί σας και να πιείτε το δικό σας κρασί, με χρέωση μόνο 3 ευρώ ανά τραπέζι.
Διεύθυνση: Περδίκα 6, Μεταξουργείο.
Τηλ: 210 33 17 527.

Y.Γ. 1 Η φωτογραφία του The Breeder Feeder είναι από την ιστοσελίδα του περιοδικού Αθηνόραμα.

Y.Γ.2 Το mojito ήταν ένα από τα αγαπημένα ποτά του Ernest Hemingway. Tου άρεσε να το απολαμβάνει σε ένα μπαρ ονόματι La Bodeguita del Medio, στο οποίο ήταν τακτικός θαμώνας. Ακόμα και σήμερα, στο μπαρ αυτό, που αποτελεί σταθμό για τους θαυμαστές του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα στην Αβάνα, μπορείτε να διαβάσετε στον τοίχο τη χειρόγραφη επιγραφή του Χέμινγουεϊ "My mojito in La Bodeguita, My daiquiri in El Floridita".

Υ.Γ.3 Άλλο ένα fun fact που ανακάλυψα καθώς έψαχνα πληροφορίες για τον Kalup Linzy στο διαδίκτυο είναι η συνεργασία του με τον ηθοποιό James Franco, (συγχωρέστε με,
αλλά μαζί με το όνομά του πάει απαραίτητα πακέτο και ένας αναστεναγμός, αχχχ) έναν ταλαντούχο άνθρωπο που δεν παύει ποτέ να με εκπλήσσει για τις πολύπλευρες καλλιτεχνικές του ανησυχίες, σε μια περφόρμανς βασισμένης στη μουσική, που ερευνά τις διαφορές μεταξύ ψυχαγωγίας/ διασκέδασης και τέχνης με τίτλο That's Entertainment. Δείτε το βίντεο εδώ: