Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψάριστον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψάριστον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Εστιατόριο Ψάριστον στο Ν.Ηράκλειο

Δε συνηθίζω να γράφω για ταβέρνες, όπως θα έχετε ίσως παρατηρήσει, αλλά είπα να κάνω μια εξαίρεση αυτή τη φορά. Κι αυτό γιατί μου είχαν φάει όλοι τα αυτιά τόσο καιρό με το περιβόητο το Ψάριστον, όπου έχει φρέσκο ψάρι και όπου πάνε όλοι οι δημοσιογράφοι και οι μεγαλοεπιχειρηματίες και οι πολιτικοί και ως και ο πορθυπουργός. Να, αν δε με πιστεύετε, διαβάστε. Εμένα αυτό βέβαια κυρίως που με έπεισε ήταν που διάβασα στο Olive (τεύχος Ιουλίου) ότι το Ψάριστον έχει μεγάλη ποικιλία σε θαλασσινά μεζεδάκια και ψαγμένα όστρακα, που είναι και η μεγάλη μου αδυναμία. Και κάπως έτσι αποφασίσαμε να το επιχειρήσουμε.
Έχουμε και λέμε. Το ντεκόρ αξίζει ειδική μνεία. Την ξανθομαλλούσα γοργόνα δε χρειάζεται να σας την περιγράψω, τη βλέπετε και μόνοι σας. Κολυμπάει γυμνόστηθη κι ανέμελη μέσα σε κάτι καταγάλανα νερά μαζί με δυο πορτοκαλί ψάρια τύπου Nemo. Είναι σκέτο κομψοτέχνημα. Κατά τα άλλα, από παντού κρέμονται διάφορα μαρματζούλια και θαλασσινά παραφερνάλια, όπως δίχτυα, πηδάλια, καραβάκια, ψάρια, κουπιά, ναυτικά καπέλα, παγίδες για ψάρια, κλπ κλπ, για όποιον δεν κατάλαβε δηλαδή ότι βρίσκεται σε ψαροταβέρνα. Παράλληλα, διάφορες επιγραφές εδώ κι εκεί, για όποιον δεν έπιασε το concept λαϊκή ψυχή. Δίπλα μου είχε, ας πούμε, μία που έλεγε "Έξω από άδικο κι από κακιά γυναίκα".
Ο κατάλογος. Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω; Κανονικά, θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να τον επισυνάψω ολόκληρο στην ανάρτηση. Θα σας πω ότι έχει τη μορφή περιοδικού, με μια αιθέρια γοργόνα -εννοείται- στο εξώφυλλο και αμέτρητες τσαχπινιές και πλακίτσες (άρθρα τάχα μου) τύπου: "Αποκλειστικό, βρήκαμε πού έχει το μόριό του ο αστακός", καθώς και "Μπαρμ(π)ούνα, κόκκινη, γλυκιά, σαρκώδης". "Ωχ", ήταν η πρώτη μου σκέψη. "Πάλι σε αστειατόριο ήρθαμε". Διότι η γούνα μου έχει ήδη καεί αρκετές φορές από ανάλογες περιπτώσεις καταστηματαρχών που συμπληρώνουν με χαβαλέ ότι τους λείπει σε γνώσεις γαστρονομίας κι αισθητική.
Οι τσαχπινιές του μενού φυσικά δε θα μπορούσαν να σταματούν στο εξώφυλλο. Κάθε (μα κάθε) πιάτο συμπληρώνεται και από μια ευφυολογία που έχει γραφτεί είτε για να σας πείσει γιατί να παραγγείλετε το συγκεκριμένο πιάτο (π.χ. "Ταραμάς. Γιατί το χαβιάρι κολλάει στα δόντια.") είτε απλώς σχολιάζει περί ανέμων και υδάτων χαριτολογώντας, όπως στις κάτωθεν περιπτώσεις:
"Αυγοτάραχο. Όχι πάντως αυγό που ταράχτηκε."


"Φάβα. Ο λάκος έχει πολλά να πει." και το καλύτερο,

"Από μύδια παίζουν σαγανάκι, αχνιστά, στη λαδόκολλα, γιατί Μήδια (sic) εν Ταύροις κ' εν Αυλίδη (sic) δεν μας αφορούν" (Να το σχολιάσω; άσε καλύτερα γιατί μετά με λέτε κακοπροαίρετη.)

Δε λείπουν βέβαια
και τα 90's ανέκδοτα τύπου "Τι είναι αυτό που έχει οκτώ πόδια και κάνει μούουου; ΤΟ ΧΤΑΒΟΔΙ!" (Αναλόγως, και στο εξώφυλλο διαφημίζεται το "αφιέρωμα Τζιπούρα, το 4x4 του βυθού". Αχαχούουουχα.)

Μελετώντας τον κατάλογο, λοιπόν, αποκλείσαμε την ιδέα των ψαριών που κυμαίνονται από 40 ευρώ το κιλό για λούτσο (ποια είμαι, η Μενεγάκη, να πάρω λούτσο;) ως 100 για ροφό (διότι δεν κέρδισα ακόμα το λαχείο, παρόλο που δεν παίζω ποτέ) . Άλλωστε εμείς, είπαμε, για όστρακα είχαμε έρθει κυρίως. Μόλις είδαμε, λοιπόν, τόσο μεγάλη ποικιλία γυάλισε το μάτι μας: στρείδια, μύδια, κυδώνια, γυαλιστερές, πετροσωλήνες, ανεμώνες, φούσκες, καλογνώμες, γαϊδουροπόδαρα, φεγγαρούσες, στρόμπια, νυχάκια, πεταλίδες, 12 ευρώ η μερίδα, 36 το κιλό. Κόντεψα να κλάψω από τη συγκίνηση. Μετά βέβαια, ήρθαν να μας πάρουν παραγγελία και προσγειώθηκα απότομα.
Έρχεται, λοιπόν, ο σερβιτόρος:
"Ελάτε, σηκωθείτε, πάμε να διαλέξουμε μαζί ψάρι."
Τον κοιτάμε.
"Λέμε να μη φάμε ψάρι."
"Α, δηλαδή δε θέλετε κυρίως; Μόνο μεζεδάκια!" (ξενερωμένος)
"Θα πάρουμε κυρίως, απλώς όχι ψάρι."
"Μα γιατί; Έχω ωραίους σαργούς, πολύ καλή τσιπούρα, ελάτε να δείτε, ελάτε."
"Μια άλλη φορά."
"Σίγουρα;"
"Ναι."
"Καλά. Ούτε μια αστακομακαρονάδα να μη σας φτιάξω, όμορφη;"
"Ούτε".
Ενώ αυτός μα κοιτάει με μισό μάτι κι είμαι σίγουρη ότι από μέσα του σκέφτεται, "φτωχομπινέδες, τζαμπατζήδες", εμείς πάμε να ανοίξουμε το στόμα μας να πούμε το πρώτο πιάτο. Αυτός με κοιτάει καλά-καλά, και μου κάνει κάτι νοήματα.
"Καταρχάς, ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ. Κλείστε τον. Θα σας πω εγώ τι έχω ωραίο."
"Μα έχουμε αποφασίσει."
"Λοιπόν, έχω ωραιότατα φρέσκα στρείδια, να φέρω;"
"Ανεμώνες έχετε;"
"Δεν έχω. Δε θέλετε στρείδια;"
"Όχι, τι άλλο έχετε;" (σόρι κιόλας, αλλά στρείδια παίρνω κι απ' το σουπερμάρκετ)
"Έχω γυαλιστερές, κυδώνια και στρείδια. Α, έχω και πετροσωλήνες."
"Ωραία", λέμε εμείς, "τις πετροσωλήνες". (Το μόνο που δεν βρίσκεις στο σουπερμάρκετ από τα τέσσερα, παρά τα 12 διαφορετικά είδη που τάζει το μενού.)
Να μη σας τα πολυλογώ, ιδρώσαμε να παραγγείλουμε, διότι για κάθε πιάτο που λέγαμε και δεν άρεσε στον εστιάτορα, μας πρότεινε πιεστικά άλλα 17 με ρυθμό πολυβόλου.
Τελικά, ξεκινήσαμε με παντζάρια (4 ευρώ), που ήταν γλυκά και με τριμμένο σκορδάκι από πάνω, αρμυρίκια (7 ευρώ), σωστά βρασμένα και τρυφερά, σκορδαλιά (3 ευρώ), που προσωπικά δε μου άρεσε καθόλου, την ήθελα πιο υδαρή, και γαύρο μαρινάτο (4 ευρώ), που κακό δεν τον λες, αλλά δεν πάθαμε και πλάκα. Πήραμε και φρέσκο αχινό (12 ευρώ), σε μπολάκι με λεμόνι, που ήταν πεντανόστιμος, αλλά δε θέλει δα και καμία φοβερή τέχνη πια αυτό. Στο μεταξύ, περιμέναμε να βρούμε κάποιον να του ζητήσουμε να μας φέρει ψωμί για κανένα μισάωρο, διότι άπαξ και πήραν παραγγελία, μας ξέγραψαν. Τελικά ήρθε κι αυτό, κι ήρθε μαζί του και το ουζάκι μας (ούζο 12, 6 ευρώ τα 200 ml).
Στο μεταξύ, έχει καθίσει δίπλα μας ένα ζεύγος, ο κύριος έχει μόλις "διαλέξει ψάρι" και καταφθάνει με το σερβιτόρο για να παραγγείλουν τα υπόλοιπα μαζί με την κυρία. Διότι οι κυρίες δεν συμμετέχουν στην επιλογή ψαριού, ως γνωστόν, είναι αντρική δουλειά. Οι κυρίες, καλά θα κάνουν να κάτσουν στη σπηλιά, να στρώσουν τα αρκουδοτόμαρα και να περιμένουν τους άντρες να φέρουν τα ψάρια που έπιασαν -συγγνώμη, διάλεξαν- για να τα φάνε όλοι μαζί. Πράγμα που επιβεβαίωσε και ο σερβιτόρος, όταν η καημένη η νεαρά τόλμησε -άκουσον άκουσον- να ρωτήσει τι ψάρι διάλεξε ο σύντροφός της. Απάντηση εστιάτορα με ύφος αφ' υψηλού: "Γιατί, ξέρεις από ψάρια;". Η συζήτηση δεν τελείωσε εκεί, και ο φυσικά ο σερβιτόρος ζήτησε επιτακτικά και από αυτούς να ΚΛΕΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ, αλλά στο μεταξύ σταμάτησα να παρακολουθώ διότι στο τραπέζι μας προσγειώθηκαν οι πετροσωλήνες και εμείς είχαμε μείνει άναυδοι από το σοκ.
Τα όστρακά μας κολυμπούσαν μέσα σε ένα παχύρρευστο κίτρινο υγρό.
Ο Σ. με κοιτάει έντρομος.
"Μη μου πεις ότι είναι μουστάρδα!"
Εγώ βουτάω τη μύτη από το πηρούνι και δοκιμάζω. Ναι, είναι μουστάρδα, μια πηχτή κίτρινη σάλτσα μουστάρδας και κρέμας γάλακτος. Αντιλαμβάνεστε την απογοήτευσή μας; Χέσε την απογοήτευση. Αντιλαμβάνεστε την ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ; Πετροσωλήνες. ΜΕ ΜΟΥΣΤΑΡΔΑ!!!! Who does that? Όπου παραγγέλνεις όστρακα, εννοείται ότι είναι ΣΚΕΤΑ. Και αν
ο μάγειρας θέλει να αυτοσχεδιάσει, καλά θα κάνει να γράφει στον κατάλογο (ή να το λέει ο σερβιτόρος, αφού ο κατάλογος καλά θα κάνει "να κλείνει") ότι σερβίρονται ΜΕ ΣΑΛΤΣΑ.
Και ενώ προσπαθούσαμε απεγνωσμένα να στραγγίξουμε το κάθε όστρακο από το κίτρινο πηχτό ζουμί, μπας και μπορέσουμε να καταλάβουμε γεύση θαλασσινού, διότι φυσικά η μουστάρδα και η κρέμα είχαν πνίξει τα πάντα, έφτασε και το τελευταίο μας πιάτο. Γαρίδες με τραχανά και δεντρολίβανο (15 ευρώ). Κατεψυγμένες, φυσικά, γιατί να μη σας πω καλύτερα πόσο έκαναν οι φρέσκιες το κιλό και μου πάθετε τίποτα, έχει και καύσωνα σήμερις, δε θέλει και πολύ. Άντε, θας σας πω. Εβδομήντα (70). Δε θέλω καν να σκέφτομαι πόσο μπορεί να είχε κοστίσει το πιάτο αυτό με φρέσκιες. Τέλος πάντων, για να μην απορείτε, καλό ήταν, νόστιμο. Είχε πάρει ο τραχανάς ωραία γεύση, θαλασσίλα. Έχω βέβαια μια αίσθηση ότι το πιάτο ήταν μαγειρεμένο από μέρες, αλλά πάλι δεν μπορείς και να το διασταυρώσεις αυτό, οπότε δε μιλάω.

Αυτά. Να σας πω και πόσο ήρθε η λυπητερή; 67 ευρώ. 33,5 στον καθένα δηλαδή. Από τη μία λες, θαλασσινά είναι, ακριβά είναι, τι να γίνει. Από την άλλη, ψάρι δεν πήραμε. Σκέφτομαι εντωμεταξύ ότι πριν ένα μήνα με 40 ευρώ έφαγα στην υπέροχη ταράτσα της Ρεσπέντζας, στο Γκάζι, φρέσκο αχινό, αστακό, ξιφία και μπουκάλι κρασί, και μάλιστα με 5 σερβιτόρους στα πόδια μας, ενώ τα ίδια σχεδόν πλήρωσα για τα άνωθεν περιγεγραμμένα σε μία παράγκα (κυριολεκτικά, δεν υπερβάλλω) στο Νέο Ηράκλειο όπου μόνο ξύλο που δε φάγαμε επειδή δε θέλαμε ψάρι, και πολύ μου κακοφαίνεται. Πολύ σας λέω.

Ετυμηγορία: Μωρέ δεν πα να τρώει κι ο πάπας στο Ψάριστον, εγώ δεν ξανατρώω. Διότι, πρώτον, νιώθω ότι δε με σέβονται ως πελάτη. Δεύτερον, βρίσκω τις τιμές υπερβολικές για αυτό που είναι. Αν θέλουν να χρεώνουν τόσα, οφείλουν να έχουν έναν πιο περιποιημένο χώρο και όχι μια παράγκα για να μπορεί να ξεγελάει τον εαυτό του ο εκάστοτε υπουργάρας και να νιώθει αυθεντικό λαϊκό παιδί ενώ ξεκοκκαλίζει τη σπαρταριστή ροφούκλα του των 100 ευρώ με ό,τι μασέλες δεν πρόλαβε να καταβροχθίσει μίζες το πρωί από τα ταμεία του κράτους. Επίσης, αν θέλουν να χρεώνουν τόσα, οφείλουν να φέρονται λίγο πιο ευγενικά στους πελάτες τους και όχι να τους θυμούνται μόνο όταν είναι να παραγγείλουν και όταν είναι να πλερώσουν. Εμάς, πάντως, ούτε καληνύχτα δε μας είπανε.
Crowd: είπαμε. Πρώτον, κάθε λογής celebrities. Εμείς δεν είδαμε, γιατί τέτοια εποχή έχουνε πάει αλλού για τα μπάνια τους. Δεύτερον, ζεύγη, τύπου "Μωρό μου, απόψε θα σε πάω για φρέσκο ψάρι" και το μπρελόκ της SLK κοτσαρισμένο δίπλα στην ταραμοσαλάτα.
Τιμές: 35 (με "μεζεδάκια", χωρίς κυρίως, λολ) ως... Δεν ξέρω, 70; I'm scared. Τρέχα γύρευε, δεν ξέρω. Ρωτήστε τον πορθυπουργό.
Διεύθυνση: Καλαβρύτων 16, Ν.Ηράκλειο.
Καταρχάς, νε προειδοποιήσω όσους θέλουν να το δοκιμάσουν, να μελετήσουν καλά-καλά το χάρτη πριν ξεκινήσουν, διότι το μαγαζί βρίσκεται μόνο του μέσα σε κάτι σκοτάδια και ερημιές, όπου δεν υπάρχει ψυχή ζώσα για να ρωτήσεις οδηγίες.
Τηλ: 210 28 50 746