Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικο δείπνο δια χειρός Καρόλου Ντίκενς

Κάθε χρόνο, τα Χριστούγεννα δεν είναι για μένα ολοκληρωμένα, αν δεν πάρω στα χέρια μου τη "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" του Ντίκενς για να διαβάσω ξανά τις αγαπημένες μου σκηνές. Ο γκρινιάρης και μίζερος γέρο-Εμπενέζερ Σκρουτζ που μισεί τα Χριστούγεννα γιατί τον αναγκάζουν να κάνει περιττά έξοδα και η πάμφτωχη, αλλά αγαπημένη και δεμένη οικογένεια Κράτσιτ, που ξέρει να περνά όμορφα τις γιορτές παρά την ανέχειά της, οι χαρακτήρες που δημιούργησε ο Κάρολος Ντίκενς το 1843 στη βικτωριανή Αγγλία, αγαπήθηκαν από όλο τον κόσμο, γνώρισαν χιλιάδες μεταφράσεις και παραλλαγές μέσα σε αυτά τα 170 σχεδόν χρόνια και ποτέ δεν έπαψαν να διαβάζονται από μικρούς και μεγάλους.
Στη σκηνή αυτή, βλέπουμε
την περιγραφή του φτωχικού χριστουγεννιάτικου δείπνου της πολυάριθμης οικογένειας Κράτσιτ, που στα μάτια των μελών της φαντάζει πλουσιοπάροχο και όλοι το περιμένουν με τεράστια ανυπομονησία. Και βέβαια, ο Ντίκενς, καλοφαγάς και ο ίδιος, είναι μοναδικός στις περιγραφές των φαγητών.

O Μπομπ γύρισε τα μανίκια του -ο φουκαράς! λες και μπορούσαν να φθαρούν περισσότερο- κι έφτιαξε, μέσα σε μια κανάτα, ένα ζεστό μείγμα από τζιν και λεμόνια, το ανακάτεψε καλά-καλά και το έβαλε πάνω στη σχάρα στο τζάκι, για να σιγοβράσει. O Πίτερ και οι δύο πανταχού παρόντες νεαροί Κράτσιτ πήγαν να φέρουν τη χήνα, με την οποία επέστρεψαν σύντομα, σχηματίζοντας μια γραμμή σαν σε παρέλαση. Tέτοια φούρια επικρατούσε, που θα πίστευε κανείς πως η χήνα είναι το σπανιότερο πουλί, ένα φτερωτό φαινόμενο που δίπλα του ο μαύρος κύκνος ήταν κάτι το τετριμμένο. Η κυρία Κράτσιτ φρόνισε να είναι η σάλτσα -έτοιμη από πριν σε ένα μικρό τηγανάκι- καυτή όσο δεν πάει. Ο Πίτερ έλιωσε τις πατάτες να γίνουν πουρές, με μεγάλο σφρίγος. Η δεσποινίς Μπελίντα έκανε γλυκιά τη σάλτσα μήλου. Η Μάρθα σκούπισε τα πιάτα. Ο Μπομπ πήρε τον μικρούλη Τιμ δίπλα του, σε μια μικρή γωνιά του τραπεζιού. Οι δύο νεαροί Κράτσιτ έβαλαν καρέκλες για όλους, δίχως βέβαια να ξεχνούν και τους εαυτούς τους, και στρογγυλοκαθισμένοι στα πόστα τους, μπούκωσαν τα στόματά τους με τα κουτάλια τους, μην τυχόν και αρχίζουν να φωνάζουν από μόνα τους ζητώντας τη χήνα προτού έρθει η σειρά τους να σερβιριστούν.
Επιτέλους, τα πιάτα στρώθηκαν και έγινε κι η προσευχή. Την ακολούθησε μια παύση με κομμένη την ανάσα, καθώς η κυρία Κράτσιτ, κοιτάζοντας το μαχαίρι του ψητού, ετοιμαζόταν σιγά-σιγά να το βουτήξει στο στήθος. Όταν, όμως, το έκανε, κι άρχισε να αναβλύζει από μέσα του η πολυαναμενόμενη γέμιση, ένα μουρμουρητό αγαλλίασης απλώθηκε σε όλο το τραπέζι, και ακόμα και ο μικρούλης Τιμ, που τον είχαν κουρδίσει οι νεαροί Κράτσιτ, χτύπησε το μαχαίρι του πάνω στο τραπέζι και φώναξε, "Ζήτω!".
Δεν είχε ξαναϋπάρξει τέτοια χήνα. Ο Μπομπ είπε πως πίστευε ότι τέτοια χήνα δεν είχε ξαναψηθεί. Η τρυφερότητα κι η γεύση, το μέγεθος κι η φτήνια της ήταν τα ζητήματα του αμοιβαίου θαυμασμού. Mε την προσθήκη της σάλτσας μήλου και του πουρέ, ήταν ένα δείπνο επαρκές για όλη την οικογένεια. Πράγματι, η κυρία Κράτσιτ, είπε με μεγάλο ενθουσιασμό (επιθεωρώντας ένα μικροσκοπικό μόριο κοκκάλου μέσα στην πιατέλα), ότι δεν κατάφεραν καν να τη φάνε ολόκληρη! Κι ωστόσο, όλοι είχαν φάει αρκετά, και ειδικότερα οι νεαρότεροι Κράτσιτ ήταν βουτηγμένοι στο φασκόμηλο και τα κρεμμύδια από την κορφή ως τα νύχια!
Τώρα, όμως, ενώ η Μπελίντα άλλαζε τα πιάτα, η κυρία Κράτσιτ έφυγε μόνη της από το δωμάτιο -παραήταν αγχωμένη για να πάρει και μάρτυρες- για να πάρει την πουτίγκα και να τη φέρει μέσα.
Κι αν τυχόν δεν έφτανε; Κι αν τυχόν διαλυόταν όταν τη γύριζε ανάποδα; Κι αν κάποιος είχε πηδήξει από τη μάντρα της πίσω αυλής και την είχε κλέψει, όσο εκείνοι απολάμβαναν τη χήνα; Στη τελευταία αυτή εικασία, οι δύο νεαροί Κράτσιτ καταχλώμιασαν! 'Ολοι τους φαντάζονταν με το νου τους κάθε είδους φρίκη.
Και να σου! Μπόλικος ατμός! Η πουτίγκα είχε βγει από τη χάλκινή της φόρμα. Μια μυρωδιά σαν την ημέρα της μπουγάδας! Αυτό ήταν το πανί. Mια μυρωδιά σαν εστιατορίου, που βρίσκεται δίπλα σε ζαχαροπλαστείο, και αυτό με τη σειρά του, δίπλα στο σπίτι μιας πλύστρας! Αυτή ήταν η πουτίγκα. Σε μισό λεπτό, μπήκε η κυρία Κράτσιτ: αναψοκοκκινισμένη, αλλά χαμογελώντας περήφανα: με τ
ην πουτίγκα, σαν πιτσιλωτή κανονόμπαλα, τόσο σκληρή και σφιχτή, να έχει λαμπαδιάσει μέσα σε μια στάλα μπράντι που του είχε βάλει φωτιά, και στολισμένη με ένα κλαράκι από πουρνάρι στην κορφή. Ω, μια υπέροχη πουτίγκα!
Ο Μπομπ Κράτσιτ είπε, και ήρεμα μάλιστα, ότι τη θεωρούσε τη μεγαλύτερη επιτυχία της κυρίας Κράτσιτ από την ημέρα του γάμου τους. Η κυρία Κράτσιτ είπε πως τώρα που της έφυγε το βάρος, μπορούσε να ομολογήσει πως είχε τις αμφιβολίες της για την ποσότητα του αλευριού. Όλοι είχαν κάτι να πουν γι' αυτήν, αλλά κανείς δεν είπε και δεν σκέφτηκε πως ήταν μια μικρή πουτίγκα για μια μεγάλη οικογένεια. Θα ήταν σκέτη ιεροσυλία να ειπωθεί κάτι τέτοιο. Οποιοσδήποτε Κράτσιτ θα γινόταν κόκκινος από ντροπή, αν είχε έστω υποννοηθεί κάτι τέτοιο.

Τελικά, ολοκληρώθηκε και το δείπνο, μαζεύτηκε το τραπεζομάντιλο, σκουπίστηκε το παραγώνι και σκαλίστηκε η φωτιά. Το περιεχόμενο της κανάτας δοκιμάστηκε κι όλοι το βρήκαν τέλειο, μήλα και πορτοκάλια τοποθετήθηκαν πάνω στο τραπέζι και μια φτυαριά κάστανα επάνω στη φωτιά. Μετά, όλη η οικογένεια Κράτσιτ μαζεύτηκε γύρω από το παραγώνι, σε κύκλο, όπως το έλεγε ο Μπομπ Κράτσιτ, δηλαδή σε ημικύκλιο στην πραγματικότητα. Δίπλα του είχε όλα-όλα τα γυαλικά που διέθετε η οικογένεια: δυο σωληνωτά ποτήρια και ένα μπολ για κρέμα που του έλειπε το χερούλι. Eίχαν όλα τους γεμίσει με το περιεχόμενο της κανάτας και το φύλαγαν τόσο καλά όσο θα το είχαν κάνει και ολόχρυσα δισκοπότηρα. Ο Μπομπ το σέρβιρε ακτινοβολώντας από χαρά, ενώ τα κάστανα στη φωτιά τριζοβολούσαν και κροτάλιζαν με θόρυβο. Έπειτα, ο Μπομπ έκανε πρόποση:
"Χαρούμενα Χριστούγεννα σε όλους μας, αγαπημένοι μου. Ο Θεός ας μας ευλογεί!"

Η οικογένεια το επανέλαβε σαν αντίλαλος.
"Ο Θεός ας μας ευλογεί!", είπε ο μικρούλης Τιμ, τελευταίος απ' όλους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου