Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Εστιατόριο Scala Vinoteca στο Κολωνάκι

Αυτή τη βδομάδα, κατάφερα επιτέλους να πάω στο Scala Vinoteca, έπειτα από απεγνωσμένες επανειλημμένες προσπάθειες κατά τις οποίες έπαιρνα τηλέφωνο, αλλά ποτέ δεν υπήρχε τραπέζι. Εν ολίγοις, άξιζε τον κόπο η αναμονή.
Με το που θα πλησιάσεις το εστιατόριο, από τα 100 μέτρα ακόμη καταλαβαίνεις γιατί έχει γίνει στέκι. Στο λόφο του Λυκαβηττού, επί της Σίνα -λίγο πάνω από το Γαλλικό Ινστιτούτο- ανεβαίνεις (ή κατεβαίνεις, αναλόγως κι από που έρχεσαι, λολ) μια σκάλα (εξ' ου και τ' όνομα) και ήδη βλέπεις τον κόσμο όρθιο να απολαμβάνει το κρασί του με ψιλοκουβεντούλα. Πλησιάζεις και διαπιστώνεις ότι χτύπησες διάνα, διότι πρόκειται για μία απ' τις πιο όμορφες κρυφές γωνιές της Αθήνας. Πλησιάζεις κι άλλο και βλέπεις τα λιγοστά τραπεζάκια της βεράντας του καταστήματος, κρυμμένα μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων, όλα τους γεμάτα, και ήδη νιώθεις την ωραία ατμόσφαιρα του μαγαζιού να σου φτιάχνει τη διάθεση. Κι όταν τελικά μπαίνεις, αντιλαμβάνεσαι πως το Scala Vinoteca μπορεί να είναι μικρό, αλλά είναι σίγουρα ένας από τους ωραιότερους χώρους της Αθήνας.
Το πάτωμα και το ταβάνι είναι ντυμένα με ανοιχτόχρωμο ξύλο, ενώ τον ένα τοίχο σκεπάζει η εντυπωσιακή μαύρη κάβα, με τα μπουκάλια να αναπαύονται στις προθήκες στη σειρά σε οριζόντια θέση και να φωτίζονται απο πίσω, φτιάχνοντας υποβλητική ατμόσφαιρα. Συν τοις άλλοις, έχει κι
αυτές τις iconic μαύρες πλαστικές καρέκλες του Eames με τα ξύλινα πόδια, που αν κι έχουν σχεδιαστεί στα 50s συνεχίζουν να είναι διαχρονικές και τρομερά αναπαυτικές. Στο χώρο υπάρχουν δύο μπαρ, ένα μπαίνοντας και ένα στο βάθος, πάνω από το οποίο κρέμονται λαχταριστά προσούτα και αρμαθιές με κόκκινες πιπεριές. Στο κέντρο της αίθουσας υπάρχει κι ένα μεγάλο μακρόστενο τραπέζι, για όσους τολμηρούς θέλουν να συσφίξουν τις σχέσεις με τους λοιπούς συνδαιτημόνες -εγώ ποτέ δεν τρελαινόμουν για κάτι τέτοια, αλλά όσο να 'ναι οφείλω να ομολογήσω πως το συγκεκριμένο τραπέζι για κάποιο λόγο απέπνεε φιλικότητα.
Το Scala Vinoteca, λοιπόν, είναι ένα καθαρόαιμο wine bar. Έχει μια συμπαθέστατη λίστα 100 περίπου κρασιών σε καλές τιμές και τα περισσότερα από αυτά σερβίρονται και σε ποτήρι. Το θετικό είναι ότι τα ξένα κρασιά (αν και θα ήθελα να δω περισσότερες διεθνούς ρεπερτορίου) δεν απέχουν πολ
ύ σε κόστος από τα ελληνικά, όπως συμβαίνει συνήθως. Όσον αφορά το φαγητό, εδώ θα βρείτε ενδιαφέρουσες γεύσεις εμπνευσμένες από παραδοσιακά πιάτα ελληνικά, ιταλικά, ισπανικά, αλλά και ασιατικά ακόμη, σε εκσυγχρονισμένες version.
Το μενού το έχει επιμεληθεί ο Χριστόφορος Πέσκιας, κι αυτό από μόνο του, όσο να 'ναι, είναι εγγύηση. Το πρωτότυπο στοιχείο του καταλόγου είναι η κατηγοριοποίηση σε πιάτα των 7, 10, 12 και 17 ευρώ αντί για ορεκτικά, σαλάτες και κυρίως, πράγμα που σε παροτρύνει για καταστάσεις mix 'n' match αντί για την κλασική τριπλέτα πρώτου-δεύτερου-επιδόρπιου. Και για όποιον έρχεται
με την προσοχή του στραμμένη περισσότερο στο κρασί, υπάρχει και η επιλογή του πλατό αλλαντικών ή/και τυριών (με 12 και 18 ευρώ), όπου θα βρείτε prosciutto, chorizo, λούτζα, jamon και salami di barollo από αλλαντικά και λαδοτύρι, γραβιέρα, αρσενικό Νάξου και παρμεζάνα από τυριά.
Διαβάζοντας τη μικρή κάρτα, αμέσως καταλαβαίνεις ότι όλα τα πιάτα έχουν σχεδιαστεί με βάση μια κεντρική πρώτη ύλη, η οποία σε παραπέμπει και στον τόπο προέλευσης του πιάτου, χωρίς ωστόσο να λείπουν και οι απροσ
δόκητοι, πρωτότυποι συνδυασμοί. Ένα πολύ θετικό πράγμα που δε μου συμβαίνει πολύ συχνά σε εστιατόρια είναι ότι διαβάζοντας την κάρτα, τα περισσότερα πιάτα με έκαναν να θέλω να τα δοκιμάσω. Αλλά επειδή δεν μπορεί να τα έχει κανείς όλα στη ζωή, έπρεπε να κάνω τις επιλογές μου. Στην πρώτη μου επίσκεψη, λοιπόν, (δεν το συζητάμε ότι θα υπάρξουν πολλές ακόμα), δοκίμασα τη σαλάτα ρόκα με σπανάκι, λούτζα Μυκόνου, σύκα και ξινομυζήθρα Κρήτης (10 ευρώ), που είχε τρυφερότατη ρόκα και σπανάκι -το επισημαίνω διότι έχει σιχαθεί η ψυχή μου να τρώω σπανάκι στρατσόχαρτο- και νοστιμότατο γλυκό dressing. Ακόμα, παραγγείλαμε τα ραβιόλι με γαρίδες και καβούρι (17 ευρώ), που ήταν περιχυμένα με μια παχύρρευστη σάλτσα τύπου bisque θαλασσινών και συνοδεύονταν με λεπτοκομμένα μπαστουνάκια κολοκυθιού στον ατμό, από τα οποία έμεινα πραγματικά πάρα πολύ ευχαριστημένη. Τέλος, είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω και την καρμπονάρα με πανσέτα και κομματάκια λουκάνικου Τρικάλων, από τα πιάτα ημέρας. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ, διότι λόγω καταγωγής, έχω μεγάλη εξοικείωση με το συγκεκριμένο λουκάνικο -το οποίο παρεμπιπτόντως περιέχει πράσο- και στο άκουσμα του απρόσμενου αυτού συνδυασμού, ήμουν περίεργη να δω αν θα ταιριάξει. Και όντως, ήταν πετυχημένο το συνταίριασμα, καθώς το λουκάνικο αυτό είναι ιδιαίτερα πικάντικο, ό,τι πρέπει για να "απορροφήσει" τη λιπαρότητα της καρμπονάρας. By the way, η καρμπονάρα είναι αυθεντική (και ευτυχώς όχι η γνωστή μούφα με την κρέμα γάλακτος στην οποία έχω κηρύξει πόλεμο), αλλά -ιδανικά- θα ήθελα τα σπαγγέτι να είναι φρέσκα αντί για Barilla και τότε το πιάτο αυτό θα ήταν πραγματικά τέλειο.
Και επειδή μάλλον τόση ώρα θα αναρωτιέστε για το κρασί, τα πιάτα αυτά τα συνοδεύσαμε με ένα Pinot Blanc Elena Walch του 2008 από την Αλσατία (32 ευρώ), το οποίο ήταν απολύτως του γούστου μου, αλλά -και εδώ έχουμε ένα φάουλ- δεν ήταν αρκετά κρύο. Οι παραγωγοί του προτείνουν θερμοκρασία 12-14 βαθμών για το κρασί αυτό, αλλά ήταν σίγουρα πολύ πιο ζεστό. Πράγμα ιδιαίτερα ανητικό, φυσικά, για ένα wine bar, πόσο μάλλον όταν πλέον κοντεύουμε να μπούμε στον Ιούνιο. Η φιάλη τοποθετήθηκε, βέβαια, μέσα σε παγωνιέρα δίπλα στο τραπέζι μας και η κατάσταση βελτιώθηκε σε λίγη ώρα, αλλά και πάλι, μ
ια άσχημη εντύπωση όσο να 'ναι μας την έκανε.
Το δεύτερο φάουλ -και αυτό ήταν πιο χοντρό- ήταν πως τα κυρίως πιάτα ήρθαν με διαφορά είκοσι λεπτών το ένα από το άλλο, με αποτέλεσμα να κοιτάμε την καρμπονάρα να κρυώνει με τα σάλια μας να τρέχουν ενώ περιμέναμε με αγωνία τα πιάτα της υπόλοιπης παρέας. Το χειρότερο δε, είναι, ότι όταν παραπονεθήκαμε στο σερβιτόρο, αντί να απολογηθεί, μας είπε (ευγενικά βέβαια, δε λέω) ότι εμείς είμαστε που πρέπει να δείξουμε κατανόηση και να είμαστε πιο υπομονετικοί, διότι η κουζίνα εί
ναι μικρή. Το σωστό, όμως, θα ήταν, αν δεν είναι έτοιμα όλα τα πιάτα που πάνε σε ένα τραπέζι, αυτά που είναι έτοιμα να τοποθετηθούν σε θερμοθάλαμο ώσπου να ετοιμαστούν και τα υπόλοιπα και να σερβιριστούν όλα μαζί.
Παρά το δυσάρεστο της καθυστέρησης και του ζεστού κρασιού, όμως, οι ωραίες γεύσεις και η καταπληκτική ατμόσφαιρα, δεν άφησαν να μας χαλάσει η διάθεση. Όντας όλοι ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από τα πι
άτα μας, προχωρήσαμε και στο επιδόρπιο, διαλέγοντας τον κορμό σοκολάτας με creme anglaise (8 ευρώ), που ήταν πολύ καλός, αλλά όχι τόσο ώστε να με κάνει να θέλω να τον ξαναπαραγγείλω. Και ενώ όλα πήγαιναν πολύ καλά, να σου και το τρίτο φάουλ στο σέρβις, διότι μετά το επιδόρπιο ζητήσαμε έναν εσπρέσο, ο οποίος δεν ήρθε ποτέ. Τελικά, 40 λεπτά μετά τον ακυρώσαμε και ζητήσαμε το λογαριασμό.
Αυτά τα προβλήματα στο σέρβις είναι αρκετά ενοχλητικά, αλλά όχι τόσο ώστε να σε αποτρέψουν να ξαναπάς, διότι κατά τα άλλα, όλοι οι σερβιτόροι είναι ευγενικοί και φιλικοί. Αν διορθωθούν με τον καιρό, ακόμα καλύτερα. Η τόσο ευχάριστη ατμόσφαιρα του Scala Vinoteca, με τον ωραίο, μοδάτο, αλλά ανεπιτήδευτο
κόσμο, την ευχάριστη μουσική, την συμπαθέστατη wine list και κυρίως τις τόσο ελκυστικές γεύσεις, σε κερδίζουν ούτως ή άλλως. Και για να κάνουμε όρεξη κι εγώ για την επόμενή μου επίσκεψη, αλλά κι εσείς ακόμα περισσότερο, ιδού τι ψήνομαι να δοκιμάσω όταν ξαναπάω: λαδοτύρι Μυτιλήνης σαγανάκι με μαρμελάδα λεμόνι με 7 ευρώ (παρεμπιπτόντως, η άλλη μισή σκούφια μου βαστάει από εκεί και το λαδοτύρι σαγανάκι, για όποιον δεν το ξέρει, είναι κόλαση - να, δείτε και τη φωτό για να διαφημίσω λίγο και τα πάτρια εδάφη), βελουτέ τραχανά με κρουτόν φέτας (7 ευρώ), τορτίγια espanola με chorizo (10 ευρώ), αλλά και καρπάτσιο χταπόδι (για το τελευταίο δε, είμαι τρομερά περίεργη). Όπως καταλαβαίνετε, έπεται συνέχεια.

Τιμές: 24-32 ευρώ (αναλόγως και το κρασί)
Κουζίνα: εκσυγχρονισμένς παραδοσιακές συνταγές από διάφορες χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Ασία)
Crowd: ηλικίες 25-40, μοδάτος κόσμος, χαλαρή διάθεση.
Σέρβις: ευγένεια και φιλικότητα, αλλά σημαντικά προβλήματα στο ρυθμό και την ταχύτητα.
Διεύθυνση: Σίνα 50 & Αναγνωστοπούλου, Κολωνάκι
Τηλ: 210 36 100 41
Κράτηση: Οπωσδήποτε. Για Παρασκευή/Σάββατο, κλείστε ως και δύο μέρες πριν.


3 σχόλια:

  1. To λαδοτύρι Μυτιλήνης με λεμόνι το τίμησα όταν πήγα και εγώ για πρώτη φορά στο εν λόγω εστιατόριο και αν και δεν το βρήκα κακό σε γενικές γραμμές, θεώρησα ότι το λεμόνι ήταν too much.(Kαι το λέω εγώ, που μου αρέσει ιδιαίτερα το λεμόνι!).

    YΓ: Το blog σου μου αρέσει τρελά! Έπρεπε να το πω, βεβαίως, βεβαίως...(μήπως να θέσεις υποψηφιότητα για guest κριτής στο Master Chef 2;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητή Μαρία, καταρχάς, σ' ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια! Όσο για το Master Chef, με συγκινείς, χαχαχαχαχα!
    Επίσης, δεν ξέρω αν διάβασες το δεύτερο post μου για το Scala Vinoteca, πάντως το λαδοτύρι τελικά το δοκίμασα, και όπως είπα, δεν το βρήκα κι εγώ τόσο γευστικό (τουλάχιστον όχι τόσο ανάλαφρο όσο το αντίστοιχο πιάτο που σερβίρει ο Πέσκιας στο Π Βox...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Nα σαι καλά...LOL
    Ναι,τη διάβασα μετά και την δεύτερη κριτική σου. Θα ξαναπάω και θα δοκιμάσω το βελουτέ τραχανά με κρουτόν αν υπάρχει ακόμα (γενικά τρελαίνομαι για βελουτέ και εκνευρίζομαι που πολλοί τις σνομπάρουν χωρίς να τις έχουν δοκιμάσει καν).

    ΑπάντησηΔιαγραφή