Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Εστιατόριο Αρμόλια στο Χαλάνδρι

Το Αρμόλια είναι ένα σχετικά καινούργιο ψαρομεζεδοπωλείο στο Χαλάνδρι -άνοιξε πέρυσι τον χειμώνα, αν δεν απατώμαι- που μου κέντρισε το ενδιαφέρον λόγω της χιώτικης κουζίνας στην οποία προσανατολίζεται γευστικά. Τα Αρμόλια, άλλωστε, είναι ένα από τα 22 μαστιχοχώρια της Χίου, όπου καλλιεργείται -εκεί και πουθενά αλλού στον κόσμο- το μαστιχόδεντρο (Pistacia lentiscus, var. Chia), ενώ η αρχαία ονομασία του χωριού ήταν Ερμόλεια, από τον θεό Ερμή.
Δυστυχώς, με την πρώτη ματιά βλέπει κανείς ότι πρόκειται για ένα ακόμα από τα εστιατόρια της κατηγορίας μοντερνίζον μεζεδοπωλείο, από τα οποία έχει γεμίσει ολόκληρη η Ελλάδα την τελευταία πενταετία. Ο χώρος, αν και προσεγμένος, δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, αφού η διακόσμηση αλά παλιό αθηναϊκό μπακάλικο, παρόλο που παραμένει ευχάριστη, έχει παραφορεθεί ως ιδέα. Τα τραπέζια, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να είναι λιγότερο στριμωγμένα, και οι ιδιοκτήτες καλό θα ήταν να συνειδητοποιούσαν ότι σε κανέναν πελάτη δεν αρέσει να κάθεται δίπλα στα ψυγεία με τα αναψυκτικά, των οποίων η θέση είναι στην κουζίνα και μόνο στην κουζίνα. Κατά τα άλλα, η ποπ νεο-νοσταλγία του ντεκόρ είναι φυσικά ευχάριστη, ζεστή και οικεία: παλιές διαφημίσεις, κονσέρβες και σακιά γεμάτα όσπρια, λευκά τραπεζοκαθίσματα καφενείου και πλακάκι σκακιέρα στο δάπεδο, ενώ πολλά από τα ορεκτικά σερβίρονται χαριτωμένα μέσα σε σέσουλες (βέβαια και αυτό το κολπάκι το έχουμε ξαναδεί).
Ξεκινήσαμε με παντζαροσαλάτα με καρύδι, σκόρδο, μπαλσάμικο και ούζο (5 ευρώ), που ήταν πολύ νόστιμη, αλλά κατά τη γνώμη μου το μπαλσάμικο θα μπορούσε και να λείπει διότι το παντζάρι είναι αρκετά γλυκό από μόνο του και το σύνολο ήταν κάπως λιγωτικό. Η αθερίνα (8.50 ευρώ), που σερβιρίστηκε όπως είπαμε στη σέσουλα, ήταν ψιλούτσικη -όπως πρέπει δηλαδή- και άψογα τηγανισμένη, αλλά οι τοματοκεφτέδες Σαντορίνης (6.30 ευρώ) είχαν υπερβολικά πολύ λάδι και ήταν σχεδόν σκέτος χυλός χωρίς έντονη τηγεύση της ντομάτας. Για κυρίως, δοκίμασα μία από τις χιώτικες σπεσιαλιτέ του καταλόγου: ψητό καλαμάρι στοκωτό με πληγούρι και αρμπαρόριζα (8,50 ευρώ), που ήταν νόστιμο, σωστά ψημένο και τρυφερό, αν και νομίζω ότι πάλι το λάδι είχε παραπέσει κάπως.
Επί του θέματος "χιώτικες σπεσιαλιτέ", περίμενα πάντως ότι στον κατάλογο θα έβρισκα περισσότερα πιάτα χιώτικης προέλευσης ή έστω εμπνευσμένα από τη Χίο. Ένα πιάτο που μου τράβηκε την προσοχή και θα το έχω στα υπόψιν είναι τα στριφτάρια με χιώτικο μανταρίνι και κόκορα κρασάτο (9 ευρώ), ενώ ενδιαφέρον μου φάνηκε και το ψητό λαβράκι με χόρτα και σάλτσα μαστίχας. Ωστόσο, δεν ήταν πάνω από τρία-τέσσερα τα πιάτα που σχετίζονται με τη Χίο στα ορεκτικά και τα κυρίως του καταλόγου. Το μενού διέθετε επίσης μόλις δύο σχετικά επιδόρπια: γλυκό του κουταλιού μανταρίνι από τη Χίο και υποβρύχιο μαστίχα Χίου (την οποία φυσικά και παραγγείλαμε, γιατί απλώς δεν μπορώ να της αντισταθώ εξ απαλών ονύχων), ενώ πραγματικά, όσο και να προσπαθώ, αδυνατώ να καταλάβω τι δουλειά μπορεί να έχει σε ένα μαγαζί με τέτοιο concept το banoffee pie.
Από την άλλη, με χαροποίησε το γεγονός ότι η μαστίχα, αν και ήταν σαφώς παρούσα στο μενού, δεν ήταν παντού πρωταγωνίστρια, γιατί αυτό η αλήθεια είναι πως το φοβόμουν. Η μαστίχα είναι ένα υλικό που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει τα πάνω του στην ελληνική εστίαση, αλλά πολλοί σεφ τείνουν να το παρακάνουν και να την κοτσάρουν σε πιάτα όπου δεν έχει καμία θέση, απλώς και μόνο επειδή έγινε μόδα, ένα πράγμα που κατά καιρούς το βλέπουμε με διάφορα υλικά και συστατικά, όπως το μπαλσάμικο ξύδι ή τη σαλάτα ρόκα-παρμεζάνα, που επί μία πενταετία (στην αρχή των '00s) είχε καταντήσει πιάτο sine qua non κάθε αθηναϊκού εστιατορίου (τώρα πια έχει εξοριστεί στην περιφέρεια), ενώ πλέον έχει καταντήσει persona non grata και τη βλέπεις μόνο σε ιταλικές τρατορίες.
Μεγάλη ποικιλία είχε επίσης ο κατάλογος σε ούζα, άφθονα μυτιληνιά (που είναι και τα πιο ξακουστά και οφείλω να το πω, διότι αν δεν παινέψω το σπίτι μου, θα πέσει να με πλακώσει), αλλά και διάφορα χιώτικα, τα οποία δεν τα γνώριζα, όπως για παράδειγμα το ούζο Κακίτση, που στον κατάλογο σημειώνεται ότι είναι κατάλληλο "μόνο για άντρες". Μπήκα στον πειρασμό να το παραγγείλω, από περιέργεια και μόνο, αλλά τελικά φαίνεται ότι ξύπνησε η φεμινίστρια μέσα μου και πείσμωσα, οπότε τελικώς πήρα ένα Πλωμαρίου (για να παινέψω και το προαναφερθέν σπίτι).
Εντοπίσα, ακόμα, κάποια προβλήματα στο σέρβις. Μας ενόχλησε, ας πούμε η καθυστέρηση του καλαμαριού, που είχαμε ζητήσει να έρθει μαζί με τα υπόλοιπα πιάτα, γιατί θα τα μοιραζόμασταν, αλλά και η αίσθηση ότι οι σερβιτόροι ούτε ιδιαίτερα πρόθυμοι ήταν ούτε αρκετά ενημερωμένοι για το περιεχόμενο των πιάτων του καταλόγου -ή τουλάχιστον όχι όλοι.
Εν ολίγοις, το Αρμόλια είναι ένα συμπαθητικό εστιατόριο στην κατηγορία του, με φυσιολογικές τιμές και νόστιμο φαγητό, αλλά ως concept οπωσδήποτε δεν είναι πρωτότυπο και η επιστράτευση της Χίου στο γευστικό του οπλοστάσιο, αν και φιλότιμη προσπάθεια, θέλει πολλή δουλειά ακόμα για να το κάνει να ξεχωρίσει.

Τιμές: 18-25 ευρώ το άτομο (αν πάρετε φρέσκο ψάρι με το κιλό, η τιμή φυσικά θα ανέβει)
Κουζίνα: μοντέρνα ψαροταβέρνα
Διεύθυνση: Κεντρική Πλατεία Χαλανδρίου
Τηλ.: 2106856279

Υ.Γ. Ένα θέμα που έχω και με ενοχλεί πολύ -θα το έχετε καταλάβει πια- είναι να βρίσκω ανορθογραφίες και τυπογραφικά λάθη στους καταλόγους των εστιατορίων. Και αν είναι ένα, λες άντε, ξέφυγε, αλλά όταν είναι περισσότερα είναι απογοητευτικό. Είναι κρίμα να βλέπεις έναν καλαίσθητο (και ακριβοπληρωμένο στους γραφίστες που τον σχεδίασαν) κατάλογο, από τη μία, και το περιεχόμενό του να μην είναι καθόλου προσεγμένο από την άλλη. Στην περίπτωση του Αρμόλια, ας πούμε, αυτός που συνέταξε το κείμενο είχε ένα ζήτημα με το ύψιλον και το κόλλαγε παντού: ξυφίας, στρυφτάρια, πλυγούρι, σαντυγί. Μα ξυφίας, ρε παιδιά; Από πού κι ως πού;

Υ.Γ.2 Η φωτογραφία είναι από την Athens Voice.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου