Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς

31 Οκτωβρίου σήμερα και ενώ στην Αμερική γιορτάζουν το Halloween, εδώ στην Ελλάδα, μην έχοντας άλλη γιορτή να μεσολαβήσει πια για να σπάει τη ρουτίνα, δεν κρατιόμαστε κι αρχίζουμε ήδη τους χριστουγεννιάτικους στολισμούς. Καταλαβαίνω κάθε χρονιά πότε αρχίζει το πατιρντί όταν βλέπω να ανοίγει το κατάστημα με χριστουγεννιάτικα εποχιακά είδη που είναι κοντά στο σπίτι μου, αλλά εγώ αρνούμαι συνήθως πεισματικά να μπω στο κλίμα επίσημα, προτού ακούσω έστω μία φορά από ραδιοφωνικό σταθμό να παίζει το "Last Christmas". Σήμερα, όμως, το πρωί, κουλουριασμένη στον καναπέ πίνοντας ζεστό καφέ και τρώγοντας peanut butter soft cookies, διάβαζα τις Μεγάλες Προσδοκίες και συνάντησα κάποιες σκηνές που δεν μπορούσα να περιμένω ως τα Χριστούγεννα για να μοιραστώ μαζί σας.
Οι Μεγάλες Προσδοκίες (Great Expectations) του Charles Dickens, ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, γράφτηκαν και κυκλοφόρησ
αν σε συνέχειες στο περιοδικό All the Year Round από το 1860 ως το 1861. Η δράση τοποθετείται μεταξύ των Χριστουγέννων του 1812, όταν ο Πιπ, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι 8 ετών, ως το χειμώνα του 1840. To μυθιστόρημα ξεκινά με τον μικρό Πιπ να συναντά έναν κατάδικο που έχει αποδράσει από τη φυλακή, ο οποίος τον εκβιάζει προκειμένου να τον αναγκάσει να του φέρει τρόφιμα. Έτσι, ο τρομοκρατημένος Πιπ, τρυπώνει κρυφά στο κελάρι της οικογένειάς του για να κλέψει φαγητά.

Στο κελάρι, στο οποίο λόγω των ημερών υπήρχε μεγαλύτερη αφθονία τροφίμων απ' ό,τι συνήθως, με κατατρόμαξε ένας λαγός κρεμασμένος απ' τα πόδια, που, καθώς γυρνούσα νομίζοντας πως με πιάσαν, μου φάνηκε πως μου 'κλεινε το μάτι. Δεν είχα καιρό για χάσιμο. 'Εκλεψα λίγο ψωμί, ένα κομμάτι τυρί, σχεδόν μισό βάζο μαγειρεμένο κιμά (τον έβαλα στο μαντήλι μου μαζί με το χτεσινοβραδινό μου ψωμί), λίγο μπράντι (απογέμισα την νταμιτζάνα με νερό από ένα κιούπι στο ντουλάπι της κουζίνας), ένα κόκκαλο με πολύ λίγο κρέας πάνω του και μια ωραία στρογγυλή κρεατόπιτα με χοιρινό. Θα 'φευγα χωρίς την κρεατόπιτα, μπήκα όμως στον πειρασμό να κοιτάξω ψηλά σ' ένα ράφι να δω τι ήταν αυτό που είχαν τοποθετήσει τόσο προσεκτικά εκεί, μέσα σε μια σκεπασμένη πήλινη πιατέλα. Ανακάλυψα πως ήταν η κρεατόπιτα και την πήρα με την ελπίδα πως δεν προοριζόταν για άμεση χρήση και πως δε θα γινόταν αντιληπτή η απουσία της για λίγο καιρό.

Λίγο αργότερα, ο Πιπ το σκάει από το σπίτι αφού κοιμηθούν όλοι και πηγαίνει να βρει τον κατάδικο, που κρύβεται στους βάλτους, έξω από το χωριό του Πιπ.


"Θαρρώ πως έχετε πυρετό" είπα.
"Θα φάω να χορτάσω πριν με σκοτώσουν οι βάλτοι" είπε. "Θα το κάνω ακόμα κι αν είναι να με κρεμάσουν αμέσως μετά σε καμιά αγχόνη. Και θα τον νικήσω τον πυρετό, βάζουμε στοίχημα;"
Καταβρόχθισε τον κιμά, το κρέας που είχε το κόκκαλο, το τυρί και την κρεατόπιτα, όλα μεμιάς. Και καθώς έτρωγε, όλο κοιτούσε ερευνητικά τριγύρω προσπαθώντας να διαπεράσει με το βλέμμα του την ομίχλη και συχνά σταματούσε -σταματούσε ακόμα και τα σαγόνια του- για ν' αφουγκραστεί. [...]
Ένιωσα λύπ
η για τη μοναξιά του. Είχα παρακολουθήσει ένα μεγάλο σκύλο που είχαμε κάποτε να τρώει το φαΐ του. Και τώρα παρατηρούσα τη μεγάλη ομοιότητα που είχε ο τρόπος του σκύλου με τον τρόπο αυτού του ανθρώπου. Ο άνθρωπος έτρωγε με τεράστιες απότομες δαγκωματιές, ακριβώς όπως ο σκύλος. Κατάπινε, ή μάλλον κατέβαζε πολύ γρήγορα, αμάσητη, την κάθε μπουκιά. Και καθώς έτρωγε, έριχνε λοξές ματιές δεξιά κι αριστερά, σαν να σκεφτόταν πως υπήρχε κίνδυνος να 'ρθει κάποιος από οποιαδήποτε μεριά και να του αρπάξει την πίτα. Σκέφτηκα πως ήταν πολύ ανήσυχος για να μπορέσει να φάει άνετα και πως δε θα μπορούσε ποτέ να έχει παρέα στο γεύμα χωρίς να δαγκώνει και τον συνδαιτημόνα του. Σ' όλα αυτά έμοιαζε πάρα πολύ με το σκύλο.

Την επομένη, στο σπίτι του Πιπ, το πλουσιοπάροχο -δεδομένης της περίστασης- χριστουγεννιάτικο δείπνο κοντεύει πια να ολοκληρωθεί.


Άρχισα να σκέφτομαι πως θα τη γλίτωνα για σήμερα, όταν η αδερφή μου είπε στον Τζο:

"Φέρε καθαρ
ά πιάτα!"
Άρπαξα το πόδι του τραπεζιού και το 'σφιξα στην αγκαλιά μου. Προαισθάνθηκα τι θα επακολουθούσε κι ένιωσα πως αυ
τή τη φορά ήμουν οριστικά χαμένος.
"Και τώρα" είπε η αδερφή μου στους καλεσμένους με τον πιο χαριτωμένο της τρόπο, "θα πρέπει να δοκιμάσετε το τελευταίο πιάτο. Το υπέροχο και νοστιμότατο δώρο του θείου Πάμπλετσουκ! Ξέρετε, είναι μια κρεατόπιτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα" είπε η αδερφή μου καθώς σηκωνόταν.
Ακούστηκαν μουρμουρητά επιδοκιμασίας απ' τη συντροφιά. Η αδερφή μου βρήκε να πάει να φέρει την πίτα. Άκουσα τα βήματά της να προχωράνε προς το κελάρι. Είδα τον κύριο Πάμπλετσουκ να δοκιμάζει το μαχαίρι του. Είδα την όρεξη να ξαναξυπνά στα ρωμαϊκά ρουθούνια του κύριου Γουόπσλ. Άκουσα τον κύριο Χαμπλ να παρατηρεί πως "ένα μικρό κομματάκι από πίτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα θα μπορούσε να φαγωθεί μετά από όλα αυτά χωρίς να βλάψει καθόλου". Κι άκουσα τον Τζο να λέει "Θα φας κι εσύ, Πιπ". Ποτέ δεν ήμουν τελείως σίγουρος τι συνέβη απ' τα δύο, ούρλιαξα από μέσα μου ή ξεφώνισα κανονικά και το άκουσαν όλοι στην παρέα; Ένιωσα πως δεν μπορούσα ν' αντέξω άλλο και πως έπρεπε να το βάλω στα πόδια. Άφησα το πόδι του τραπεζιού κι έτρεξα να σώσω τη ζωή μου.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να σας φτιάξω χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα με τα αποσπάσματα αυτά, ούτε αν οι σκηνές αυτές σας κάνουν να θέλετε να διαβάσετε κι εσείς το μυθιστόρημα του Ντίκενς. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως, καθώς μεσημέριασε πια, εμένα μου προκάλεσαν μια διαολεμένη όρεξη να φάω μια κρεατόπιτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα.

Y.Γ. Τα αποσπάσματα που χρησιμοποίησα είναι από τη μετάφραση της Παυλίνας Παμπούδη. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου