
Στη σκηνή αυτή, βλέπουμε την περιγραφή του φτωχικού χριστουγεννιάτικου δείπνου της πολυάριθμης οικογένειας Κράτσιτ, που στα μάτια των μελών της φαντάζει πλουσιοπάροχο και όλοι το περιμένουν με τεράστια ανυπομονησία. Και βέβαια, ο Ντίκενς, καλοφαγάς και ο ίδιος, είναι μοναδικός στις περιγραφές των φαγητών.
O Μπομπ γύρισε τα μανίκια του -ο φουκαράς! λες και μπορούσαν να φθαρούν περισσότερο- κι έφτιαξε, μέσα σε μια κανάτα, ένα ζεστό μείγμα από τζιν και λεμόνια, το ανακάτεψε καλά-καλά και το έβαλε πάνω στη σχάρα στο τζάκι, για να σιγοβράσει. O Πίτερ και οι δύο πανταχού παρόντες νεαροί Κράτσιτ πήγαν να φέρουν τη χήνα, με την οποία επέστρεψαν σύντομα, σχηματίζοντας μια γραμμή σαν σε παρέλαση. Tέτοια φούρια επικρατούσε, που θα πίστευε κανείς πως η χήνα είναι το σπανιότερο πουλί, ένα φτερωτό φαινόμενο που δίπλα του ο μαύρος κύκνος ήταν κάτι το τετριμμένο. Η κυρία Κράτσιτ φρόνισε να είναι η σάλτσα -έτοιμη από πριν σε ένα μικρό τηγανάκι- καυτή όσο δεν πάει. Ο Πίτερ έλιωσε τις πατάτες να γίνουν πουρές, με μεγάλο σφρίγος. Η δεσποινίς Μπελίντα έκανε γλυκιά τη σάλτσα μήλου. Η Μάρθα σκούπισε τα πιάτα. Ο Μπομπ πήρε τον μικρούλη Τιμ δίπλα του, σε μια μικρή γωνιά του τραπεζιού. Οι δύο νεαροί Κράτσιτ έβαλαν καρέκλες για όλους, δίχως βέβαια να ξεχνούν και τους εαυτούς τους, και στρογγυλοκαθισμένοι στα πόστα τους, μπούκωσαν τα στόματά τους με τα κουτάλια τους, μην τυχόν και αρχίζουν να φωνάζουν από μόνα τους ζητώντας τη χήνα προτού έρθει η σειρά τους να σερβιριστούν.
Επιτέλους, τα πιάτα στρώθηκαν και έγινε κι η προσευχή. Την ακολούθησε μια παύση με κομμένη την ανάσα, καθώς η κυρία Κράτσιτ, κοιτάζοντας το μαχαίρι του ψητού, ετοιμαζόταν σιγά-σιγά να το βουτήξει στο στήθος. Όταν, όμως, το έκανε, κι άρχισε να αναβλύζει από μέσα του η πολυαναμενόμενη γέμιση, ένα μουρμουρητό αγαλλίασης απλώθηκε σε όλο το τραπέζι, και ακόμα και ο μικρούλης Τιμ, που τον είχαν κουρδίσει οι νεαροί Κράτσιτ, χτύπησε το μαχαίρι του πάνω στο τραπέζι και φώναξε, "Ζήτω!". Δεν είχε ξαναϋπάρξει τέτοια χήνα. Ο Μπομπ είπε πως πίστευε ότι τέτοια χήνα δεν είχε ξαναψηθεί. Η τρυφερότητα κι η γεύση, το μέγεθος κι η φτήνια της ήταν

Τώρα, όμως, ενώ η Μπελίντα άλλαζε τα πιάτα, η κυρία Κράτσιτ έφυγε μόνη της από το δωμάτιο -παραήταν αγχωμένη για να πάρει και μάρτυρες- για να πάρει την πουτίγκα και να τη φέρει μέσα. Κι αν τυχόν δεν έφτανε; Κι αν τυχόν διαλυόταν όταν τη γύριζε ανάποδα; Κι αν κάποιος είχε πηδήξει από τη μάντρα της πίσω αυλής και την είχε κλέψει, όσο εκείνοι απολάμβαναν τη χήνα; Στη τελευταία αυτή εικασία, οι δύο νεαροί Κράτσιτ καταχλώμιασαν! 'Ολοι τους φαντάζονταν με το νου τους κάθε είδους φρίκη.
Και να σου! Μπόλικος ατμός! Η πουτίγκα είχε βγει από τη χάλκινή της φόρμα. Μια μυρωδιά σαν την ημέρα της μπουγάδας! Αυτό ήταν το πανί. Mια μυρωδιά σαν εστιατορίου, που βρίσκεται δίπλα σε ζαχαροπλαστείο, και αυτό με τη σειρά του, δίπλα στο σπίτι μιας πλύστρας! Αυτή ήταν η πουτίγκα. Σε μισό λεπτό, μπήκε η κυρία Κράτσιτ: αναψοκοκκινισμένη, αλλά χαμογελώντας περήφανα: με τ

Ο Μπομπ Κράτσιτ είπε, και ήρεμα μάλιστα, ότι τη θεωρούσε τη μεγαλύτερη επιτυχία της κυρίας Κράτσιτ από την ημέρα του γάμου τους. Η κυρία Κράτσιτ είπε πως τώρα που της έφυγε το βάρος, μπορούσε να ομολογήσει πως είχε τις αμφιβολίες της για την ποσότητα του αλευριού. Όλοι είχαν κάτι να πουν γι' αυτήν, αλλά κανείς δεν είπε και δεν σκέφτηκε πως ήταν μια μικρή πουτίγκα για μια μεγάλη οικογένεια. Θα ήταν σκέτη ιεροσυλία να ειπωθεί κάτι τέτοιο. Οποιοσδήποτε Κράτσιτ θα γινόταν κόκκινος από ντροπή, αν είχε έστω υποννοηθεί κάτι τέτοιο.
Τελικά, ολοκληρώθηκε και το δείπνο, μαζεύτηκε το τραπεζομάντιλο, σκουπίστηκε το παραγώνι και σκαλίστηκε η φωτιά. Το περιεχόμενο της κανάτας δοκιμάστηκε κι όλοι το βρήκαν τέλειο, μήλα και πορτοκάλια τοποθετήθηκαν πάνω στο τραπέζι και μια φτυαριά κάστανα επάνω στη φωτιά. Μετά, όλη η

"Χαρούμενα Χριστούγεννα σε όλους μας, αγαπημένοι μου. Ο Θεός ας μας ευλογεί!"
Η οικογένεια το επανέλαβε σαν αντίλαλος.
"Ο Θεός ας μας ευλογεί!", είπε ο μικρούλης Τιμ, τελευταίος απ' όλους.