Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Εστιατόριο Aleria στο Μεταξουργείο

Για το Aleria άκουγα καιρό τώρα καλά λόγια και το είχα βάλει στο πρόγραμμα, έτσι αόριστα. Αυτό που με έκανε, όμως, τελικά να πάρω τηλέφωνο και να κλείσω τραπέζι, ήταν η συνέντευξη του σεφ Λεωνίδα Κουτσόπουλου που διάβασα στον Γαστρονόμο (τεύχος 46, Φεβρουάριος 2010). Εντελώς ανεπιτήδευτος και με διάθεση για χαβαλέ, έλεγε ότι "Για τη μαγειρική στο σπίτι χρειάζεσαι δύο ανθρώπους: έναν που να τον αγαπάς για να του μαγειρέψεις και έναν που να σε αγαπάει για να κάνει τη λάντζα". Μεγάλη αλήθεια, διότι αφενός είναι μάλλον απίθανο να το ρίξει κανείς στο μαγείρεμα για τον εαυτό του και μόνο (εγώ πάντως όταν είμαι μόνη συνήθως το ρίχνω στα τοστ) και αφετέρου, μετά από τον κόπο της προετοιμασίας ενός μενού, αν ο άλλος δεν πλύνει τα πιάτα σημαίνει ότι μάλλον δεν ενδιαφέρεται και πολύ για σένα. Πάντως, η φράση του Κουτσόπουλου που με κέρδισε ήταν η εξής: "Άλλο η γαστρονομία και άλλο η μαγειρική. Μια μακαρονάδα με κιμά δεν είναι γαστρονομία, είναι ένα φαγητό για να χορτάσεις την πείνα σου." Σε αυτό το σημείο, η συνεντευξιάστρια (is that a word?) Δάφνη Καραπιπέρη ρωτά, "Ο κύριος λόγος για να φας, δεν είναι για να χορτάσεις;". Και ο Κουτσόπουλος απαντά πως "το φαγητό σε ένα εστιατόριο υψηλής γαστρονομίας είναι και μυσταγωγία και χαλάρωση και πολλά άλλα". Αυτό με έβαλε σε σκέψεις, και θα ήταν πολύ ωραία αν η διάθεση αυτή δεν περιοριζόταν μόνο στα εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας. Το φαγητό πρέπει να είναι πάντα μυσταγωγία, πρέπει να το αντιμετωπίζουμε με τελετουργική διάθεση, τόσο εμείς που το καταναλώνουμε είτε στο σπίτι μας είτε ως πελάτες κάποιου εστιατορίου, όσο και όσοι ασχολούνται επαγγελματικά με το χώρο αυτό: σεφ, μάγειρες, μαγαζάτορες, εστιάτορες, ταβερνιάρηδες, σερβιτόροι, σομελιέ και γκαρσόνια.

Ψημένοι, λοιπόν, ήδη από τη συνέντευξη ότι θα πηγαίναμε να γευτούμε κάτι από κάποιον που αντιμετωπίζει τόσο σοβαρά το φαγητό, είχαμε την καλύτερη δυνατή διάθεση. Και δεν απογοητευτήκαμε. Το Aleria, που στεγάζεται σε ένα ανακαινισμένο νεοκλασικό στο Μεταξουργείο, είναι πληθωρικά διακοσμημένο (op art ταπετσαρίες, τραπεζάκια με κεραμικά γλυπτά, πίνακες στους τοίχους -δίπλα στο τραπέζι μας ήταν ένας πίνακας του Στέφανου Ρόκου, ο οποίος μου αρέσει πολύ) και έχει διατηρηθεί η διάταξη που είχε ο χώρος και ως κατοικία, οπότε κάθε αίθουσα είναι διακοσμημένη και σε διαφορετικό στυλ. Στον κάτω όροφο λειτουργεί μπαρ και στον πάνω το εστιατόριο, στο οποίο ανεβαίνεις από μια φινετσάτη παλιά ξύλινη σκάλα που τρίζει και γουργουρίζει κάτω από τα τακούνια σου, προετοιμάζοντάς σε για το τι θα επακολουθήσει στο στομάχι σου σε λίγο που θα διαβάσεις το μενού και θα αρχίσουν να σου τρέχουν τα σάλια.
Ξεκινήσαμε με μια δροσιστική σαλάτα με πράσινο μήλο, φουντούκι, σέλερι, τραγανό προσούτο, και βινεγκρέτ λευκού μπαλσάμικου (11 ευρώ), την οποία μοίρασε κομψά ο σερβιτόρος -ευγενικό και διακριτικό το σέρβις επί τη ευκαιρία- στα πιάτα μας, και για ορεκτικό παραγγείλαμε τους γαριδοκεφτέδες με κολοκύθι, σέλερι, φινόκιο, τσίπουρο και μαγιονέζα λάιμ (11 ευρώ), οι οποίοι ήταν μυρωδάτοι και με ωραία, απαλή υφή (αν και θα ήθελα λίιιιγο πιο ρευστή τη μαγιονέζα που τους συνόδευε).
Περνώντας τώρα στα κυρίως, ο Σ. παρήγγειλε τις ταλιατέλες με μανιτάρια, λάδι τρούφας, εστραγκόν και θυμάρι (14 ευρώ), που είναι ένας κλασικός συνδυασμός ολόσωστα μαγειρεμένος. Εμένα, όμως, το πιάτο μου με ενθουσίασε πραγματικά, και τολμώ να πω πως είναι από τις λίγες φορές που μένω τόσο ευχαριστημένη από ψαρικό: Λαβράκι με quinoa, σπαράγγια, φινόκιο, τοματίνια και ραπανάκι τουρσί (22 ευρώ). Παρεμπιπτόντως, το quinoa (προφέρεται "κινόα"είναι ένα δημητριακό από τη Λατινική Αμερική, ενταγμένο στην καθημερινότητα των προκολομβιανών πολιτισμών με συχνότητα μεγαλύτερη ίσως και από το καλαμπόκι. Θα το παρομοίαζα γευστικά με το δικό μας πλιγούρι, αν και το κινόα έχει μια χαρακτηριστική ελαφριά πίκρα, που το λαδολέμονο του πιάτου την αναδείκνυε ιδανικά. Το ψάρι ήταν ψημένο με την πέτσα του (γιαμ!) και τα ψητά λαχανικά συμπλήρωναν το πιάτο τέλεια.
Αποφασίσαμε να μην πάρουμε κάποιο επιδόρπιο (εκ των υστέρων το μετάνιωσα πικρά), αν και φαίνονταν όλα εμπνευσμένα και πρωτότυπα. Την επόμενη φορά που θα πάω, σίγουρα θα δοκιμάσω τους λουκουμάδες με γέμιση σοκολάτας, σάλτσα pina colada και ποπκόρν λευκής σοκολάτας (9 ευρώ) αν και ίσως διχαστώ, γιατί και ο σιμιγδαλένιος χαλβάς με πουρέ πράσινου μήλου, μαρέγκα κανέλας και παγωτό μέλι (9 ευρώ) ακούγεται εξίσου φοβερή ιδέα. Απαπά. Πάλι μου έτρεξαν τα σάλια. Κι έλα που έχω μόνο τοστ στο σπίτι. Να πάρει η ευχή.

Κουζίνα: ελληνική δημιουργική
Τιμές: 35-55 ευρώ. Εμείς πληρώσαμε 42 ευρώ μαζί με μπουκάλι κρασί.
Crowd: Ανεβασμένος μέσος όρος ηλικίας, 37-60 ετών. Κάτω στο μπαρ συναντάς και μικρότερες ηλικίες.
Διεύθυνση: Μεγ. Αλεξάνδρου 57, Μεταξουργείο.
Τηλ: 210 52 22 633

2 σχόλια:

  1. "Μεγάλη αλήθεια, διότι αφενός είναι μάλλον απίθανο να το ρίξει κανείς στο μαγείρεμα για τον εαυτό του και μόνο (εγώ πάντως όταν είμαι μόνη φτιάχνω τοστ)"

    Όντως μεγάλη αλήθεια αυτό, το κρατάω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το ότι πρέπει κανείς να φροντίζει περισσότερο για την ποιότητα και λιγότερο για την ποσότητα του φαγητού που τρώει είναι γεγονός αδιαμβισβήτητο. Αν κάποιος θέλει απλά να γεμίσει το στομάχι του μπορεί να επισκεφθεί μια από τις άπειρες χασαπόταβέρνες/μαγειρείατηςκακιάςώρας/fastfood που υπάρχουν. Κατ εμέ, αυτές οι επιλογές δεν θα έπρεπε καν να υπάρχουν γιατί προσβάλλουν την όποια αισθητική έχει (ή θα έπρεπε να έχει) ο καθένας μας. Και δεν είναι μόνο το φαγητό, αλλά και η όλη ατμόσφαιρα στο μαγαζί. Δε γίνεται ας πούμε να τρως πουρέ σελινόριζας και να ακούς Έλλη Κοκκίνου! Ηave Mercy!

    Το τοστ είναι μια αξιοπρεπέστατη επιλογή και μακάρι να την προτιμούσαν οι περισσότεροι αντί να πέφτουν με τα μούτρα σε ό,τι βρούν πρόχειρο στο περίπτερο, ή αντί να πηγαίνουν στου Μηνά την ταβέρνα και να τρώνε προχθεσινά παϊδάκια με τηγανητές πατάτες βουτηγμένες στο λίπος.

    Θα το επισκεφθώ το εστιατόριο αυτό...η σάλτσα λευκής σοκολάτας και ο χαλβάς που περιγράφεις με τρελαίνουν!

    ΥΓ: Αλήθεια, πώς και δεν σκέφτηκες να ανεβάσεις βίντεο με τον Βουτσά στην ''Νύχτα γάμου'' όπου ζητά από τη μαμά του να του κάνει χαλβά; χιχι

    ΑπάντησηΔιαγραφή