Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

David Sedaris, "Me Talk Pretty One Day"


Από τη συλλογή διηγημάτων του David Sedaris "Me Talk Pretty One Day" (Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με τον τίτλο "Εγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα"), παραθέτω ένα απόσπασμα από το ξεκαρδιστικό διήγημα με τίτλο "Today's Special" ("πιάτο ημέρας" που λέμε εμείς), όπου ο συγγραφέας γκρινιάζει για τις επιτηδευμένες δημιουργίες της nouvelle cuisine:

Όταν ο σερβιτόρος φέρνει τα ορεκτικά μας, δεν έχω ιδεά ποιο πιάτο μπορεί να είναι το δικό μου. Στα εστιατόρια του χθες, ήταν δυνατό τόσο να οραματιστείς όσο και να αναγνωρίσεις το γεύμα σου. Υπήρχαν πάντοτε λεπτές διαφορές, αλλά ως επί το πλείστον, ένα αρνίσιο παϊδάκι έτεινε να διατηρεί το βασικό του σχήμα. Δηλαδή, έδειχνε παϊδακίσιο. Είχε ένα χερούλι από κόκκαλο και ένα κομμάτι κρέας σε σχήμα σταγόνας που το αγκάλιαζε μια λεπτή στρώση λίπους. Προφανώς, όμως, αυτό παραήταν προβλέψιμο. Παράγγελε το μοντέρνο αρνίσιο παϊδάκι και ενδέχεται να μη διαφέρει οπτικά από το λαβράκι που παρήγγειλε ο σύντροφός σου. Το σύγχρονο φαγητό διευθετείται πάντα σε ένα βλακώδη, κατακόρυφο πύργο. Μη όντας πια ικανοποιημένο με το να πλαγιάζει, τώρα τείνει προς τον ουρανό, περίπου σαν τους ουρανοξύστες που παρατάσσονται στους δρόμους της πόλης μας. Είναι λες και τα πιάτα είναι πολύτιμα οικόπεδα και ο σεφ έχει αγοράσει μονάχα ένα μικρό χώρο και απεριόριστο "αέρα". Τα λιγκουίνι με σαφράν του Χιου μοιάζουν με τουρμπάνι-μινιατούρα, με αρχιτεκτονικούς κώνους γαρίδων στην κορυφή. Στέκονται εκεί στο κέντρο, ενώ το υπόλοιπο, αχανές, άδειο πιάτο μοιάζει λες και το έχεις νοικιάσει για πιθανό χώρο για πάρκινγκ. Εγώ είχα παραγγείλει την μπριζόλα, η οποία υπακούοντας στην ίδια μινιμαλιστική μόδα, σερβίρεται χωρίς το κόκαλο, με τις λεπτές μοσχαρίσιες φέτες τακτοποιημένες έτσι ώστε να μοιάζουν με νεκρική πυρά. Οι πατάτες που περίμενα είχαν προφανώς είτε αναλυθεί στις αρχικές ουσίες τους είτε χρησιμοποιηθεί για να τροφοδοτήσουν το γκριλ.
"Ίσως", λέει ο Χιου, "είναι μέσα στον πύργο από κρέας."

Εδώ έχουμε καταντήσει. Ο Χιου φυσάει τη γύρη από τις μαυρισμένες του γαρίδες ενώ εγώ σηκώνω τα μανίκια του δανεικού μου σακακιού και ψάχνω μέσα στον πύργο κρέατος για τις πατάτες που μου υποσχέθηκαν.

"Να τες, εκεί είναι." Ο Χιου δείχνει με το πηρούνι του κάτι που θα μπορούσες εύκολα να περάσεις για τερηδονισμένους γομφίους. Οι σκούρες κηλίδες πρέπει να είναι τα λαχανικά μου.

Επειδή είμαι και λαίμαργος και μαζοχιστής, το στάνταρ παράπονο, "Ήταν τόσο άσχημο", ακολουθείται από το "Και ήταν και τόσο λίγο!".


Φεύγοντας από το εστιατόριο, οι δύο φίλοι συναντούν έναν υπαίθριο πωλητή χοτ-ντογκ (αυτό είναι περίπου όπως όταν πας για σούσι, που μετά νιώθεις την ανάγκη να χτυπήσεις κι ένα πιτόγυρο). Ο Sedaris γράφει:

Παραγγέλνω το δικό μου μόνο με μουστάρδα, και ενθουσιάζομαι στη θέα του πωλητή να μου παρουσιάζει το χοτ-ντογκ σε οριζόντια θέση. Τόσο απλό και διαχρονικό, που μπορώ πάντοτε να το αναγνωρίσω αμέσως.

Δεν έχει κι άδικο ο δόλιος ο Sedaris. 'Οσο και αν είναι ωραίο να έχει μια κάποια αισθητική το πιάτο σου (γιατί έλεος πια με τη σπαλομπριζόλα με το σάπιο μαρουλόφυλλο από κάτω και τη λεμονόκουπα στο πλάι), μερικοί σεφ το παραξηλώνουν. Στέκομαι περισσότερο στο θέμα της ποσότητας, διότι, πραγματικά, όταν έχεις πληρώσει 25 ευρώ ένα πιάτο και δε χορταίνεις κιόλας, κάτι δεν πάει καλά...


1 σχόλιο:

  1. Καλά! πόσες φορές έχω φάει ελάχιστα όλη την ημέρα γιατί θα πάω να φάω στο καλό εστιατόριο το βράδυ...και τελικά η ποσότητα φαγητού στο πιάτο μου είναι απογοητευτική...

    ΑπάντησηΔιαγραφή